«Μου λείπεις ρε γαμώτο.
Μου λείπει το ξέγνοιαστο γέλιο σου όταν ήσουν με φίλους. Μου λείπει που όλοι ήταν φίλοι σου. Τώρα έχεις μαζευτεί. Δεν ανοίγεσαι. Φοβάσαι. Πνίγεσαι κλεισμένος μέσα σου αλλά επιμένεις στην μοναξιά σου.

Μου λείπει η όρεξη που έτρωγες. Που δοκίμαζες γεύσεις, κουζίνες, υφές αρώματα. Που έλεγες στην μάνα σου «α ρε μάνα γεια στα χέρια σου» κι εκείνη φούσκωνε ολόκληρη από το καμάρι. Τώρα ανακατεύεις ανόρεχτα το πιάτο σου. Τίποτα δεν σου φαίνεται νόστιμο. Τίποτα δεν σε χορταίνει και ταυτόχρονα όλα σε μπουχτίζουν.

Μου λείπει ο τρόπος που ερωτευόσουν. Λίγες οι φορές αλλά γεμάτες. Δινόσουν ολόκληρος. Ρίσκαρες. Έλεγες αυτά που ένιωθες. Δεν κρυβόσουν. Δεν έπαιζες. Δεν έστηνες πανηγυράκια για να προσελκύσεις το κοινό. Όχι. Ήσουν αυθεντικός. Τώρα σου προκαλεί πανικό και μόνο να σκεφτείς το καρδιοχτύπι. Τελείωσαν οι αντοχές. Αλλάξαν οι ανάγκες. Άλλαξαν οι προτεραιότητες.

Μου λείπει ο τρόπος που έκανες έρωτα. Απόλυτα, παραδομένα, μοναδικά. Μόνο όταν ήσουν σίγουρος. Μόνο όταν ήσουν έτοιμος. Μόνο όταν ήταν φυσικό επακόλουθο. Γελούσες κι έλεγες πως και η μάνα σου να μπει στο δωμάτιο χαμπάρι δεν θα πάρεις. Τόσο χανόσουν.

Τώρα; Τώρα λαχταράς το άγγιγμα για να ξυπνήσει λίγο μέσα σου το σβησμένο από χρόνια φως. Να αγγίξεις ανθρώπινο δέρμα. Να κρυφτείς από κάτω του να ξεκουραστείς.

Μου λείπει η λύσσα σου για το δίκιο. Που είχες μια αόρατη ζυγαριά μέσα σου και πολεμούσες μέχρι τέλους για την απόλυτη ισορροπία των πραγμάτων. Που αν έβλεπες άνθρωπο να αδικείται αδύναμος, γινόσουν λιοντάρι ανήμερο.
Τώρα σιωπάς. Αυτό το «σώπα. Θες να μπλέξεις;» δεν πίστευα πως ποτέ θα κέρδιζε. Κι όμως…

Μου λείπει η χαρούμενη ματιά σου στον καθρέφτη. Σου άρεσε ο εαυτός σου κάποτε. Δεν σε ένοιαζε ένα σπυράκι η μια ατέλεια. Σου άρεσες και δεν σε ένοιαζε η γνώμη κανενός. Τώρα αποφεύγεις το είδωλό σου. Νιώθεις γέρος, αδύναμος, άρρωστος.

Μου λείπεις ρε γαμώτο πολύ. Ποιος σε πήρε; Ποιος ήταν τόσο δυνατός να βρει την αδυναμία σου; Ποιος σε κέρδισε και σε μαράζωσε;

Μου λείπει η παιδικότητά σου, η αφέλειά σου. Το «κουράγιο, θα τα καταφέρουμε». Η αισιοδοξία σου, το πείσμα σου. Μου λείπει ακόμα κι η καφρίλα σου.

Μου λείπεις εσύ, ολόκληρος. Είμαι μισός άνθρωπος χωρίς εσένα, και πολύ λέω. Δεν μου αρέσει αυτό το τρομαγμένο ανθρωπάκι που αντικρίζω. Δεν μου αρέσει που εσύ… ΕΣΥ , φοβάσαι μήπως κάποια κίνησή σου σταθεί αφορμή για να χάσεις αγαπημένους ανθρώπους. Με τρομάζεις που τρομάζεις με την απώλεια. Με τρομάζεις που έχεις μεταμορφωθεί σε καβουράκι σε κοχύλι και δεν διεκδικείς, δεν ελπίζεις, δεν ζεις. Απλά περιμένεις. Να αλλάξει κάτι; Να τελειώσει η ζωή; Τι περιμένεις στα αλήθεια;

Εσύ που είχες βάλει στόχο να αλλάξεις τον κόσμο είσαι ο ίδιος άνθρωπος που τελικά ο κόσμος άλλαξε εσένα; Θυμάμαι που είχες διαβάσει σε ένα άρθρο, να θυμάμαι και το όνομα του αρθρογράφου «Γιώργος Παρασκευόπουλος» , πως όταν χορεύεις με τον διάβολο, δεν αλλάζεις εσύ τον διάβολο αλλά αυτός εσένα, και είχες συγκλονιστεί. Ποιος ήταν για εσένα ο διάβολός σου;

Ξέρεις… φοβάμαι εδώ που με άφησες. Πάντα ήσουν η δυνατή μου πλευρά και τώρα που σε έχασα νιώθω χαμένη. Ηττημένη.
Σου είχα δώσει μια υπόσχεση 9 χρόνια πριν πως ότι κι αν συμβεί δεν θα σε αφήσω να χαθείς. Στην έδωσα την ώρα που κράτησα στα χέρια μου ένα τοσοδούλι πλασματάκι. Δεν την κράτησα την υπόσχεσή μου μα ελπίζω να με συγχωρέσεις. Χάθηκες ξαφνικά και το κακό είναι οτι δεν αντιλήφθηκα την φυγή σου αμέσως. Μου πήρε χρόνια να το καταλάβω κι αυτό όταν σε αναζήτησα για να μου κρατήσεις το χέρι την ώρα που η καρδιά μου άγγιξε τους 160 παλμούς. Και δεν το έβρισκα. Εκεί κατάλαβα την απουσία σου. Είχα κι άλλα χέρια, ναι. Αλλά το δικό ΣΟΥ χρειαζόμουν. Είναι το μόνο χέρι που μπορεί να με τραβήξει από το σκοτάδι. Θα σε βρω Θα σε βρω και θα σε φέρω πίσω. Τώρα, χθες. Θα σε ψάξω όπου κι αν χρειαστεί κι αυτή την φορά δεν θα σε αφήσω να μου φύγεις ποτέ ξανα.

Μου λείπεις και σε χρειάζομαι»

Έκλεισα τα μάτια κι ανέπνευσα βαθιά. Ο καθρέφτης μπροστά μου στεκόταν βουβός, αλλά ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που μου μίλησε τόσο.

«Θα σε βρω εαυτέ μου. Θα με βρω»