«Πού είσαστε μαναράκια μου; Πού είσαστε γατάκια μου;» μονολόγησε η κυρά Σμαρώ συμπληρώνοντας ένα δυνατό «ψιψιψιψιψιψιψιψιιψιι!»
Ήταν βράδυ, παραμονές Πρωτοχρονιάς και έβρεχε δυνατά. Η κυρά Σμαρώ κουκουλωμένη με μια ζακέτα και κρατώντας στο χέρι της γατοκονσέρβες, είχε βγει στην αυλή του σπιτιού της και περίμενε.
«Άντε βρε γατάκια μου, νηστικά θα μείνετε σήμερα; Άντε, ελάτε να φάτε, γιατί θα έρθει η διπλανή και ποιος την ακούει!» μονολόγησε ξανά προσθέτοντας «ψιψψιψιψιψιψψιψιψιψιιιιιιιιι!!!» όσο πιο δυνατά μπορούσε.
Η διπλανή της, η κυρά Αργυρώ, δεν συμπαθούσε καθόλου τα γατιά. Κανένα ζώο για να είμαστε πιο ακριβείς. Μια φορά, είχε πει της Σμαρώς: «Τι μαζεύεις γειτόνισσα όλα τα αδέσποτα γατιά; Γεμάτα αρρώστιες είναι. Κακό χρόνο να χουν!». Όταν η Σμαρώ της απάντησε ότι τα ταΐζει στην δική της αυλή, η Αργυρώ της είπε ότι οι αυλές τους είναι δίπλα και ότι ναι μεν τρώνε στης Σμαρώς, αλλά έρχονται στην δική της και την χέζουν, συμπληρώνοντας με νόημα «και ξέρεις γειτόνισσα, ΕΓΩ στην αυλή μου μπορώ να πετάξω ό,τι θέλω! Ακόμα και φαρμάκι!». Τρόμαξε η καημένη η Σμαρώ μετά από αυτή την απειλή. Αναγκάστηκε να τα ταΐζει μόνο αργά το βράδυ, που η Αργυρώ κοιμόταν και δεν θα την έπαιρνε χαμπάρι. Δεν μπορούσε ούτε να το σκεφτεί τα γατάκια της να τρώνε δηλητήριο!
Ακόμα θυμάται το καλοκαιριάτικο μεσημέρι που τα είδε τα τρία τους, τόσα δα, μισή μπουκίτσα το καθένα, να έχουν έρθει νιαουρίζοντας στην αυλή της και να τρέχουν κακόμοιρα και καταδιψασμένα, να πιούν νερό από μια γούβα με λασπουριά. Η Σμαρώ τα είδε από το παράθυρο της κουζίνας. Αρχικά σκέφτηκε να μην βγει έξω να τα ταΐσει γιατί «θα της κατσικωθούν». Άλλωστε σιγά! Τα μόνα αδέσποτα γατιά που είχε η γειτονιά ήταν; Άσε που αυτά ήταν μια σταλιά. Στοίχημα ότι κι η μάνα τους κάπου εκεί κοντά θα ήταν. Συνέχισε να καθαρίζει τα φασολάκια της και τα ξέχασε, μέχρι που κάποια στιγμή ξανακοίταξε έξω και τα είδε να παίζουν. Ήταν ένα ξανθούλικο σαν τιγράκι, ένα ασπρόμαυρο λίγο χνουδωτό και ένα που είχε όλα τα παραπάνω χρώματα μαζί: ένα μαύρο μπαλωματάκι στο μάτι, ξανθά αυτάκια και τρικολόρε βούλες σε όλο του το κορμάκι. Έμεινε να τα χαζεύει η κυρά Σμαρώ έτσι όπως πηδούσαν το ένα πάνω στο άλλο χαρούμενα και κυνηγιόντουσαν αναμεταξύ τους. Χαμογέλασε.
Αλήθεια πόσο καιρό είχε να χαμογελάσει μέσα από την ψυχή της; Μάλλον από την τελευταία φορά που είδε την εγγονή της, το Πάσχα που πέρασε. Μόνη της ήταν η Σμαρώ. Χήρα εδώ και 8 χρόνια, ενώ ο γιος της έμενε στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Εκεί παντρεύτηκε. Ερχόταν μόνο για διακοπές στο σπίτι της μάνας του, μαζί με την κορούλα του που είχε το όνομα της και την γυναίκα του. «Χαλάλι. Καλή κοπέλα παντρεύτηκε και είναι αγαπημένο ζευγάρι. Ας είναι καλά κι ας είναι και μακριά.» σκέφτοταν για παρηγοριά η Σμαρώ, αν και η μοναξιά συχνά την έπνιγε. Και τώρα τρία σκατιάρικα γατάκια, τόσα δα, ίσα με την χούφτα της, την είχαν κάνει να χαμογελάσει. «Ας πάει στα κομμάτια» σκέφτηκε και παίρνοντας λίγο κοτόπουλο που της είχε περισσέψει, ένα κουτί γάλα και ένα μπουκάλι νερό βγήκε στην αυλή. Με το που αντιλήφθηκαν την παρουσία της τα γατιά λάκισαν. Έτρεξαν γρήγορα πάνω στην μάντρα που χώριζε την αυλή της από αυτήν της Αργυρώς, και κοιτούσαν φοβισμένα και έτοιμα να τρέξουν ακόμα πιο μακριά αν χρειαστεί. Η Σμαρώ άφησε το ψαχνό απο το κοτόπουλο κάτω, γέμισε δυο κεσεδάκια από γιαούρτι με γάλα και νερό, φώναξε ένα «ψιψιψιψιψι» και μπήκε μέσα στο σπίτι, τρέχοντας στο παράθυρο με αγωνία. Τα γατάκια μύρισαν το κοτόπουλο και διστακτικά πλησίασαν. Το ασπρόμαυρο άρχισε πρώτο να γλύφει το γάλα και ακολουθήσαν και τα άλλα δυο. Η Σμαρώ έμεινε να τα παρατηρεί να τρώνε λαίμαργα και να παίζουν χοροπηδώντας δεξιά κι αριστερά. «Καλέ τι χάζι που έχουν!» μονολόγησε χαρούμενα και έμεινε να τα κοιτάζει όλο το απόγευμα.
Από τότε δεν πέρασε μέρα που να λείψουν από την αυλή της. Κάθε μέρα, ίδια ώρα, μεσημέρι προς απόγευμα, η Σμαρώ έβγαινε στην αυλή με φαγητό και νερό, γέμιζε τα πιατάκια, ενώ τα γατάκια της, την περίμεναν ανεβασμένα στον μαντρότοιχο. Σιγά-σιγά ξεθάρρεψαν και την περίμεναν μπροστά από την πόρτα νιαουρίζοντας. Η Σμαρώ τα έβλεπε να μεγαλώνουν και τους έδωσε ονόματα. Το τιγράκι ήταν η Ταρζανίτσα, επειδή σκαρφάλωνε παντού, το ασπρόμαυρο το μαλλιαρό ήταν ο Φρουφρού, επειδή η γούνα του ανέμιζε κάθε φορά που χοροπηδούσε και το τρικολόρε ήταν η Αφρούλα, μιας και ήταν το πιο παχουλό. Όσο περνούσαν οι βδομάδες, τα γατάκια αποζητούσαν τα χάδια της Σμαρώς. Τρίβονταν στα πόδια της, γουργούριζαν χαρούμενα όταν την έβλεπαν και της έκαναν νάζια. Η Σμαρώ όλο γι’ αυτά μιλούσε στο τηλέφωνο με το γιο της: «Και τι να σου πω αγόρι μου! Η Ταρζανίτσα μου, είναι η πιο χαδιάρα απ’ όλα! Να δεις γλύκες που μου κάνει! Και πρέπει να δεις τον Φρουφρού να παίζει με την Αφρούλα! Δεν μπορείς να φανταστείς πόση πλάκα έχουν παιδί μου!» του έλεγε χαρούμενα. Ο γιος της πολλές φορές την είχε προτρέψει να τα πάρει μέσα στο σπίτι, να της κάνουν παρέα. «Αφού τα έχεις αγαπήσει τα ζωάκια ρε μάνα, βάλ’ τα στο σπίτι να τα χαίρεσαι περισσότερο!» της έλεγε, αλλά η Σμαρώ ήταν άλλης νοοτροπίας, πιο παλιάς. «Όχι και ζώα μέσα στο σπίτι βρε αγόρι μου!» του απαντούσε. Όταν όμως την ρωτούσε «γιατί όχι;», δεν ήξερε τι να του πει. Μάλλον επειδή έτσι έμαθε από παιδί.
Και τώρα τα γατάκια της είχαν αργήσει. Πάνω που ήταν έτοιμη να μπει απογοητευμένη μέσα στο σπίτι η Σμαρώ, άκουσε το πρώτο «μνιάου!».
«Αχ άτιμα! Θα με πουντιάσετε τόση ώρα που σας περιμένω!» τα μάλωσε τρυφερά, αδειάζοντας τις τροφές στα μπολάκια. Έμεινε να τα καμαρώνει να τρώνε λαίμαργα, και ούτε που άκουσε την Αργυρώ που επέστρεψε, μαζί με τον άντρα της.
«ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ ΠΑΛΙ ΤΑ ΒΡΩΜΟΓΑΤΑ ΜΑΖΕΨΕΣ;;;» φώναξε στριγκά η Αργυρώ και στο άκουσμα της τσιρίδας, τα γατάκια αφήσαν το φαΐ και εξαφανίστηκαν πάνω από την μάντρα. Πυρ και μανία έγινε η Σμαρώ. «Στην αυλή ΜΟΥ τα ταΐζω και δεν μπορείς να μου το απαγορεύσεις!» της φώναξε οργισμένη. «Ποια αυλή σου Σμαρώ που μου έχουν καταχέσει τα λουλούδια; Βρωμάει όλος ο κήπος μου γατοκούραδα από τα ψωρόγατα! Έχουν γεμίσει τον τόπο τσιμπούρια και ψύλλους! Σκέτη βρώμα είναι!». Η Αργυρώ άρχισε να ωρύεται, ενώ ο άντρας της, την τραβούσε μέσα στο σπίτι. «Σταματά ρε Αργυρώ! Όλη η γειτονιά σ’ ακούει!» της είπε ψιθυριστά. «ΤΑΣΟ ΑΣΕ ΜΕ ΚΙ ΕΣΥ! Θα τα φολιάσω τα βρωμιάρικα να απαλλαγούμε!» απάντησε η Αργυρώ πριν μπει στο σπίτι, βροντώντας την εξώπορτα πίσω της.
Η Σμαρώ, στο άκουσμα της τελευταίας φράσης πάγωσε. Τα γατάκια της! Πώς θα τα προστατέψει από την κακιασμένη; Κρύος ιδρώτας την έλουσε. Σκέφτηκε να πάρει την αστυνομία αλλά και τι να τους πει; Ποιος θα ενδιαφερθεί Πρωτοχρονιάτικα για 3 γατάκια; Και τότε πήρε την μεγάλη απόφαση. «Στα κομμάτια! Μόνο ένας τρόπος υπάρχει!» σκέφτηκε και ξεκίνησε επίμονα να φωνάζει «ψιψιψιψιψιψιψιψι! ΨΙΨΙΨΨΙΨΙΨΙΨΨΙΨΙΨΙ! Ελάτε γατάκια μου! Ελάτε μαναράκια μου!». Φώναζε αρκετή ώρα αγωνιώντας, μέχρι που άκουσε ένα γνώριμο «μνιάου!». Πρώτος φάνηκε ο Φρουφρού κι από πίσω η Ταρζανίτσα με την Αφρούλα. «Ελάτε μαναράκια μου!» είπε η Σμαρώ ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού της και βάζοντας τα μπολάκια τους στο χωλ. Τα γατάκια, με δισταγμό, την ακολουθήσαν μέσα στο σπίτι. Η Σμαρώ έκλεισε την πόρτα βιαστικά.
Λίγο πριν τη νέα χρόνια, ενώ έξω άρχιζε να πέφτει χιόνι, τρία γατάκια βρήκαν ένα ζεστό σπίτι και αγάπη.
Στο δίπλα σπίτι, η Αργυρώ, έριχνε ποντικοφάρμακο μέσα σε μια λεκάνη με κιμά, πλάθοντας με μίσος φόλες.