Γλυκούλια φτερωτά αρούρια, σας μισώ από τα βάθη της ψυχής μου. Γιατί τόσο μένος αναρωτιέστε; Η ιστορία έχει ως εξής:
Χαρωπός-χαρωπός (μοναδικέ μου) φίλε αναγνώστη, νοικιάζεις ένα σπιτάκι όμορφο και άνετο. Διαμπερές που λέει και ο μεσίτης. Μπαλκόνι μπρος, μπαλκόνι πίσω. ‘ΑΑΑΑΑΠΛΑ ΛΕΜΕ! Το καθαρίζεις, το επιπλώνεις, κωλοχαίρεσαι. Περνάει μια βδομάδα βλέπεις στο πίσω μπαλκόνι κάτι χεσίδια, λες και προσγειώθηκε γουρούνι στο κάγκελο. «Περιστεράκια» σκέφτεσαι και τα καθαρίζεις. Περνάνε 2 μέρες βλέπεις στο μπαλκόνι χειρότερα χεσίδια. Τα ξανακαθαρίζεις. Την επόμενη μέρα ΛΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ ΕΠΙΤΗΔΕΣ σε έχουν χέσει όλα τα περιστέρια του νομού. Ο πόλεμος με τις ιπτάμενες λοιμώξεις μόλις έχει αρχίσει. Αυτά χέζουν, εσύ καθαρίζεις. Όσο εσύ καθαρίζεις, αυτά χέζουν περισσότερο. Σου κάνουν καθαρό πόλεμο νεύρων. Στεγνά. Σε θέλουν εκτός σπιτιού. Ξεκάθαρα. «THIS IS MAH TERRITORY HUUUMAN! » σου λένε με κάθε «Γουυυτ! Γουυυυτ! ».

Φυσικά και είναι δικό τους τέριτορυ φτωχέ χούμαν! Γιατί στην σκάλα κινδύνου απέναντι έχουν κάνει φωλιά όλα τα περιστέρια της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Το μπαλκόνι σου είναι το εξοχικό τους κυρά μου! Με τι θράσος έρχεσαι εσύ να του αλλάξεις το ντεκόρ; Το ματσάκι συνεχίζεται για μήνες, μέχρι που τα μπάσταρδα κάνουν την πλέον αντιαθλητική κίνηση: ΓΕΝΝΑΝΕ ΑΥΓΑ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΣΟΥ. Σε χτυπάνε στο φιλότιμο και την φιλευσπλαχνία. Ότι τώρα τι ας πούμε; Θα γίνεις αυτή η κάρχια που χάλασε την «φωλίτσα»; (Η «φωλίτσα» σε εισαγωγικά διότι μιλάμε απλά για μια γούβα από σκουπίδια και ψόφιες κατσαρίδες που κουβάλησαν πίσω από το εφεδρικό ψυγειάκι σου και μέσα στην οποία γέννησαν). ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ! «Well played περιστέρι…» μονολογείς και συμπληρώνεις «μόλις τα γυναικόπαιδα μεγαλώσουν, IT’S ON AGAIN BIATCH!». Και κάνεις ανακωχή μέχρι να πετάξουν τα τσουρομαδημένα μικρά. ΛΑΘΟΣ. Μόλις έδωσες (μοναδικέ μου) φίλε αναγνώστη τον χρόνο που χρειάζονταν για να βάλουν σε εφαρμογή το δόλιο σχέδιο τους. Μόλις έγινες πιόνι τους. ΜΑΡΙΟΝΕΤΑ ΤΟΥΣ! Μέχρι να αποκτήσουν φτέρωμα οι εκκολαπτόμενες χεστρομηχανές, οι γονείς τους έχουν φωνάξει τα αδέρφια, τα ξαδέρφια, κάτι θείους τους από την Λάρισα και έχουν εγκατασταθεί ΟΛΟΙ οικογενειακώς στο μπαλκόνι σου. Το καθάρισμα πλέον είναι παντελώς μάταιο μιας και το χεσίδι ανανεώνεται εντός 6ώρου. Μέχρι που εσύ παραιτείσαι και αναγνωρίζεις πλέον την ήττα σου: το μπαλκονάκι που τόσο αγάπησες κάποτε, είναι πλέον δικό τους. Έχουν χέσει τα κάγκελα, έχουν χέσει το μάρμαρο κάτω (εντάξει μωσαϊκό έχω, αλλά αφήστε με να πω μάρμαρο χάριν αφήγησης), έχουν χέσει τις απλίκες και τα περβάζια, έχουν χέσει τους τοίχους, έχουν χέσει το ψυγειάκι σου, την ντουλάπα με τα εργαλεία του Μήτσου, τα εργαλεία του Μήτσου, τον ίδιο τον Μήτσο, εσένα και την υπερηφάνεια σου.

Οι μέρες περνάνε, οι μήνες, τα χρόνια. Έχεις διαγράψει από το μυαλό σου το πίσω μπαλκόνι. Δεν τολμάς πλέον να βγεις. Τα περιστέρια σου ζητάνε διόδια. Άσε που δεν θες κιόλας. Το σκατό έχει φτάσει 5 πόντους. Τραβάς τις κουρτίνες και ξεχνάς ότι υπάρχει. Βολεύεσαι μόνο με το μπροστά, που ας μην είμαστε αχάριστοι, καλό είναι. Στήνεις εκεί τις απλώστρες σου, τις γλάστρες σου, το μπάρμπεκιου (εντάξει, δεν έχω μπάρμπεκιου αλλά μη γαμιέστε, αφήστε με να λέω ό,τι θέλω, εγώ το γραφώ το κείμενο!) και τα ταπεινά πλην όμως τίμια επιπλάκια σου. Περνάνε τα χρόνια ανέμελα ώσπου μια μέρα ο εφιάλτης επιστρέφει: βγαίνεις να μαζέψεις την μπουγάδα και βλέπεις 2 κουτσουλιές πάνω στα φρεσκοπλυμένα ρούχα. Μια στο αγαπημένο σου μπλουζάκι και μια πάνω στο σώβρακο του Μήτσου. Αυτή δε, στο σώβρακο, είναι αριστοτεχνικά τοποθετημένη πάνω στην αρχιδοθήκη. Ταράζεσαι. Νιώθεις ένα κύμα πανικού να σε καταβάλλει! «Μήπως προσπαθούν να μου πουν κάτι;» σκέφτεσαι. Μαζεύεις γρήγορα τα μαγαρισμένα ρούχα και τα πλένεις στους 363 Kelvin (απλά και μόνο επειδή μπορείς να κάνεις την μετατροπή των 90 βαθμών από Kελσίου) μαζί με καυστική ποτάσα. Μαζεύεις τα καθαρά και τα στέλνεις στην μάνα σου για σιδέρωμα (ναι εντάξει, αυτό το κάνεις πάντα, είσαι μια ακαμάτρα. Παρακάτω!). Μπαίνεις στο ντους, κάθεσαι σε εμβρυακή στάση και προσπαθείς να ξεχάσεις αυτό που συνέβη. «Δεν συνέβη-δεν συνέβη-δεν ήταν τίποτα…» επαναλαμβάνεις εμμονικά ενώ κουνιέσαι μηχανικά μπρος-πίσω ωσάν τρόφιμος του Arkham Asylum. Η ζωή σου συνεχίζεται υποτυπωδώς και έχεις έναν φόβο βαθιά ριζωμένο μέσα στο μυαλό σου. Συνεχίζεις να χρησιμοποιείς το μπροστά μπαλκόνι, μέχρι που μια μέρα βγαίνεις να πάρεις την σφουγγαρίστρα με τον κουβά και το φρικώδες θέαμα που αντικρίζεις, σε παγώνει: 3 κουτσουλιές έχουν λερώσει ΚΑΙ την σφουγγαρίστρα σου ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΥΒΑ!
«NOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOOO!!!!» φωνάζεις με φωνή στεντόρεια σαν του Νταρθ του Βέηντερ, ενώ το πλάνο ξεζουμάρει προς τα πάνω, ένα σμήνος γλάρων πετάνε τρομαγμένοι από την κεντρική πλατεία 500 μέτρα παρακάτω (ΝΕΤΙ, έχουμε γλάρους στο βουνό), δυο γατιά πηδιούνται στην πυλωτή (άσχετο, αλλά πολύ πιο πιθανό να συμβεί σε σχέση με τα προηγούμενα), και οι γείτονες καλούν την αστυνομία λέγοντας ότι «μια ζαβή έχει βγει μεσημεριάτικα στο μπαλκόνι και τσιροκοπιέται ουρλιάζοντας σαν τη Χρυσούλα Διαβάτη σε όλα τα σήριαλ των Ρήγα-Αποστόλου. Α! Και δυο γατιά πηδιούνται».

Το έχεις πάρει πλέον απόφαση. ΘΑ ΑΝΤΕΠΙΤΕΘΕΙΣ! NO PASARAN ΩΡΕ ΑΔΕΡΦΙΑ!

Εξοπλίζεσαι με ξυλάκια και φελιζόλ. Μετά από πολύπλοκους υπολογισμούς και πειράματα στο μυστικό σου εργαστήρι, κάτω από το ηφαίστειο, κατασκευάζεις έναν τελευταίας τεχνολογίας μηχανισμό που θα τα κρατήσει μακριά: καρφώνεις τα ξυλάκια στο φελιζόλ και το κολλάς όπου πάνε και κάθονται. Περιμένεις σαν αρπακτικό την λεία του: αθόρυβα και υπομονετικά. Έχεις το μάτι της τίγρης! (Εντάξει, βασικά βλέπεις «Δυο Ξένους» σε επανάληψη λιωμένη στον καναπέ, αλλά είπαμε, μη γαμιέστε… Για την αφήγηση…).

ΚΑΙ ΞΑΦΝΟΥ: το πρώτο περιστέρι, μετά τα αντιαεροπορικά μέτρα που εγκατέστησες, πάει να κάτσει στην απλίκα του μπαλκονιού, δεν μπορεί ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ! ΝΙΚΗΣΑΜΕ ΑΔΕΡΦΙΑ!

Μεθυσμένη από την νίκη, την επόμενη μέρα, πας προμηθεύεσαι γαλότσες, χειρουργικές μάσκες, γάντια, στολή biohazard, 5 μπουκάλια χλωρίνη και ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ανοίγεις μετά από 3 χρόνια την ΠΙΣΩ ΜΠΑΛΚΟΝΟΠΟΡΤΑ. Ξεκινάς να μαζεύεις με φτυάρι τα σκατά. Βρίσκεις μεταξύ άλλων και ένα ψαροκόκαλο. Ανησυχείς μην έχουν κρύψει κάπου εκεί και κανένα σακουλάκι ηρωίνη. Σκέφτεσαι πόσο ΦΛΩΡΟΣ ήταν ο Ηρακλής που καθάρισε απλά έναν στάβλο από αλογοκούραδα. ΣΙΓΑ ΤΟΝ ΑΘΛΟ! Ο Μήτσος σε ρωτάει παίζοντας ένα τσίκι-τσίκι με μπαλίτσες στο κινητό «μωρό θες βοήθεια;». Παίρνεις κουράγιο. «ΟΧΙ-ΝΑ-ΜΕ-ΑΦΗΣΕΙΣ-ΗΣΥΧΗ-ΘΕΛΩ-ΝΑ-ΠΕΘΑΝΩ-ΑΠΟ-ΤΗΝ-ΑΗΔΙΑ!» του λες με θάρρος και αυταπάρνηση. Συνεχίζεις ακούραστη. Χαλάς 5 μπουκάλια χλωρίνες και ένα κλίνεξ για την μούχλα. Το δεύτερο ΕΤΣΙ! Για την απόλαυση. Μεθυσμένη από την νίκη σου και τις αναθυμιάσεις, στέκεσαι μαγεμένη, καμαρώνοντας το έργο σου. Η νύχτα πέφτει μετά από ένα χρυσό ηλιοβασίλεμα κι εσύ για πρώτη φορά μετά από χρόνια κοιμάσαι γαλήνια δίχως Ερινύες. ‘Η Μόρες. ‘Η Καταχνιάδες. Ξεραίνεσαι τέλος πάντων! Κομμάτια είσαι αφού! Την επόμενη μέρα, ακούς ένα «φτφτφτφφτφτμπουφ!» από το δίπλα δωμάτιο. Τρέχεις να δεις τι είναι.

Παιδιά με τα λίγα με τα πολλά, μην το κουράζουμε άλλο με επικές αφηγήσεις το θεματάκι, περιστέρι ήταν, είχε μπει στο δωμάτιο. ΜΕ ΚΡΑΤΑΕΙ ΟΜΗΡΟ. Αυτή τη στιγμή σας γράφω με κίνδυνο της ζωής μου! Αν κατάφερες να διαβάσεις μέχρι εδώ (μοναδικέ μου) φίλε αναγνώστη (ναι εσύ ο ένας, μην κάνεις τον Κινέζο), αρχικά ΟΝΤΩΣ; Δεν βαρέθηκες;;; Κατά δεύτερον ΒΟΗΘΕΙΑ! Φοβάμαι ότι θα με χέσει μέχρι θανάτου και μετά θα χέσει και το κουφάρι μου! ΚΑΛΕΣΕ ΤΑ SWAT!

Υ.Γ.1: ΚΑΤΑΓΓΕΛΩ ότι και η Βίρνα Δράκου στο intro της «Λάμψης» ήταν όμηρος και ένα από τα αναρίθμητα θύματα τους. Είναι πασιφανές, διότι σιγά μην καθόταν με την θέληση της να την αγγίζουν. Μπλιαχ!
Υ.Γ.2: Επειδή το βλέπω να ‘ρχεται: ΤΑ ΞΥΛΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΑ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΠΟΥΛΙ, ΑΠΛΑ ΤΟ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΣΕΙ. Άλλωστε δοκίμασα και με εποικοδομητικό διάλογο αλλά δεν πέτυχε.