Η Άννα κοίταξε την ώρα στο κινητό της: 2:34 την νύχτα. «Πωωω! Έχουμε άλλες 3 ώρες για να φτάσουμε…» σκέφτηκε και συνέχισε να κοιτάει μηχανικά τον αφρό που έκανε η προπέλα του πλοίου στο πέρασμα του. Άλλες 3 ώρες για να φτάσουν στο «νησί επίγειο παράδεισο» που της είχε τάξει η κολλητή της η Έλλη. Ακόμα δεν είχε καταλάβει πώς την έπεισε να κάνουν ελεύθερο κάμπινγκ σε ένα ξερονήσι της παραμεθορίου. Ας όψονται οι αφραγκίες. «Μην ανησυχείς Αννούλα μου! Θα πάμε ελεύθερο κάμπινγκ! Φθηνά και όμορφα! Να δες! Έχω ήδη βρει ένα νησί που μόνο πολύ ψαγμένοι πάνε! Τέλεια θα περάσουμε!». Ελεύθερο κάμπινγκ η Έλλη. Που αν δεν φορούσε 2 διαφορετικές μάσκαρες πριν βγει έξω, δήλωνε ότι αισθάνεται «γυμνή». Μάλιστα. «Ρε ας όψονται οι αφραγκίες λέμε!» σκέφτηκε και χασμουρήθηκε. Άνοιξε την λίστα με τα τραγούδια στο κινητό της. Φόρεσε τα ακουστικά και η Φουρέιρα άρχισε να τσιρίζει το «Fuego» μέσα στ’ αυτιά της. Προσήλωσε το βλέμμα της στην προπέλα και στον αφρό. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο την υπνώτιζε. Χαλάρωσε. Μάλλον της έβγαινε και η κούραση. Τα μάτια της πήγαν να κλείσουν, όταν ένιωσε ένα άγγιγμα στον σβέρκο της. Τρόμαξε! Πετάχτηκε όρθια, βγάζοντας τα ακουστικά από τ ‘αυτιά της και αισθανόμενη την καρδιά της να χτυπάει άτακτα.
«Είσαι εντελώς μαλάκω;;;» φώναξε ταραγμένη. «Καλά δεν με βλέπεις που έχω τα ακουστικά;;; Έπρεπε να με κοψοχολιάσεις;;;»
Η Έλλη απέναντι της, είχε διπλωθεί από τα γέλια.
«Ρε φίλε έπρεπε να έβλεπες την φάτσα σου! ΑΑΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Χμμμ… σόρρυ… Σε έχασα και ήρθα να σε βρω! Βαρέθηκα μέσα μόνη μου. Άντε έλα να πιάσουμε καμία γωνιά, ν ‘απλώσουμε τα σλήπινγκ-μπαγκς, μπας και κοιμηθούμε καμία ωρίτσα.»
Η Άννα την ακολούθησε ανόρεχτα. Σιγά μην κοιμόταν μεσ’ την βρώμα του πλοίου.

Στις 6 το ξημέρωμα, τα κορίτσια είχαν φτάσει ήδη στην παραλία του νησιού και έψαχναν ένα σκιερό μέρος να στήσουν. Η Έλλη απομακρύνθηκε προς αναζήτηση σκιάς.
Θα είχε περάσει ένα μισάωρο, όταν η Άννα την είδε να γυρίζει τρέχοντας.
«Έλα! Στα 200 μέτρα είναι ένα δασάκι δίπλα στην θάλασσα γαμάτο! Φουλ σκιά! Έχει κι άλλο κόσμο! Πάμε!»
Η Άννα ξεκίνησε βιαστικά.
«Έχει πολύ κόσμο εκεί;» την ρώτησε.
«Μπααα… μια ακόμα παρέα στην ηλικία μας. Ψιλοχίπιδες. Φάση θα ‘χει!» Απάντησε η Έλλη τρέχοντας.

Το δασάκι ήταν όντως η καλύτερη τοποθεσία για να στήσουν. Χαρούμενες που θα είχαν αξιοπρεπή σκιά, έπεσαν για ύπνο.
Πρέπει να κοιμόντουσαν αρκετή ώρα, όταν η Άννα ξύπνησε από ένα ρυθμικό «ταμ-ταμ-ταμ» που ακουγόταν αρκετά κοντά τους. Ζαβλακωμένη από την αϋπνία, την κούραση και την ζέστη, βγήκε παραπατώντας έξω από την σκηνή. Απ’ ό,τι φαίνεται οι γείτονες τους ήταν η πηγή της φασαρίας. Ένα αγόρι και 2 κορίτσια, καθισμένοι οκλαδόν έξω από μια σκηνή. Το αγόρι, φορούσε μια ριγέ κορδέλα στα μαλλιά του, προφανώς για να του κρατάει σουλουπωμένες τις μακριές του τζίβες και έπαιζε μπόνγκος. Η μια κοπέλα ήταν ξανθιά, με περίτεχνες πλεξούδες. Η άλλη είχε ξυρισμένο κεφάλι από τα πλαϊνά, αφήνοντας έτσι μια κοντή μοϊκάνα στο κέντρο, η οποία κατέληγε σε 4 τζίβες στην βάση του αυχένα της. Όλη η πλάτη και τα μπράτσα της ήταν καλυμμένα με τατουάζ, ενώ φορούσε και ένα σκουλαρίκι στην μέση της μύτης της. Και των τριών ανεξαιρέτως οι λαιμοί, τα χεριά και οι αστράγαλοι, κοσμούνταν με δερμάτινα βραχιόλια με όστρακα και ξυλάκια.
«Φρικιά!» σκέφτηκε η Άννα και εκείνη την στιγμή λες και άκουσαν την σκέψη της, γυρίσαν και οι τρεις μαζί και την κοίταξαν.
«Εεεεεεε! Γειτόνισσα! Ξύπνησες!» φώναξε το αγόρι χαμογελαστά, και αφού παράτησε τα μπόνγκος, την πλησίασε. «Είμαι ο Κωστής» της είπε προσθέτοντας «έλα να γνωρίσεις και τα κορίτσια!»
Η Άννα σκάλωσε στιγμιαία από την επίθεση φίλιας. Μουρμούρισε το όνομα της και τον ακολούθησε μηχανικά.
«Από δω η Λιόνα» είπε δείχνοντας την ξανθιά κοπέλα «και από δω η Σάντυ.» Είπε δείχνοντας την άλλη.
Η Άννα συστήθηκε και ξεκίνησε να απαντάει στις ερωτήσεις τους αμήχανα. «Ποτέ φτάσατε; Έχετε ξαναρθεί εδώ; Από πού είσαστε;»
Σύντομα ξύπνησε και η Έλλη η οποία ξεκίνησε ως πιο κοινωνική και αυτή τις ερωτήσεις.
«Να με συγχωρήσετε για την ερώτηση κορίτσια, αλλά μου έκαναν τόσο εντύπωση τα ονόματα σας, που δεν γίνεται να μην ρωτήσω, μένετε Ελλάδα ή κάπου στο εξωτερικό;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια η Έλλη, προκαλώντας έναν ελαφρύ μορφασμό δυσανασχέτησης στην Άννα και γέλια μεταξύ των κοριτσιών.
«Καλέ Ελλάδα μένουμε!» απάντησε πρόσχαρα η Λιόνα συνεχίζοντας: «Εμένα Ελένη-Ζηνοβία με βάφτισαν, γιατί με είχαν και ταγμένη και το έκανα Λιόνα»
«Εγώ γενικά δεν πιστεύω στα ονόματα που σου δίνουν ως βρέφος» είπε με περισπούδαστο ύφος η Σάντυ. «Θεωρώ ότι είναι κοινωνικός συμβιβασμός. Ότι είναι κατά κάποιο τρόπο, ένα μέσο καταπίεσης. Το πρώτο πράγμα που κουβαλάς μια ζωή, χωρίς να το έχεις διαλέξει. Εμένα με βάφτισαν Χρυσοβαλάντω, όμως διάλεξα το Σάντυ στα 16 μου.»
«Δηλαδή το έχεις αλλάξει στο ληξιαρχείο;»
ρώτησε γεμάτη περιέργεια η Άννα.
«Όχι βέβαια. Δεν με ενδιαφέρει το όνομα με το οποίο με αναγνωρίζει ένα καπιταλιστικό, σάπιο κράτος. Με ενδιαφέρει το όνομα με το οποίο με ξέρει το σύμπαν και η φύση.» απάντησε κοιτώντας βαριεστημένα την ώρα στο iPad της. «Κωστήηηηη! Έχει πάει 2 ρε! Μήπως να φάμε;» φώναξε.
Ο Κωστής έβγαλε ένα γκάζι και ένα τηγανάκι από την σκηνή.
«Κορίτσια θα φάτε μαζί μας έτσι;»
Η Έλλη και η Άννα συμφωνήσαν και έφεραν τις κονσέρβες με τον τόνο που είχαν κουβαλήσει από Αθήνα.
«Αχ κορίτσια, εμείς δεν τρώμε τέτοια πράγματα!» είπε με μια ελαφριά ενόχληση η Σάντυ μόλις τα είδε, «είμαστε βήγκαν.» κατέληξε.
«Α ναι! Σόρρυ, δεν σας το είπα.» είπε ο Κωστής. «Γενικά δεν τρώμε οτιδήποτε ζωικό. Σκέτες τοξίνες και φάρμακα. Προτιμάμε το καθαρό φαγητό. Όσο πιο ακατέργαστο γίνεται. Όσο πιο αγνό.» πρόσθεσε πετώντας μερικά σουτζουκάκια σόγιας μέσα στο τηγανάκι.
«Λιόνα, εσύ δεν θα φας;» ρώτησε η Έλλη.
«Εγώ είμαι breatharian Έλλη μου. Τρέφομαι αποκλειστικά με ηλιακό φως. Την ώρα που θα πέφτει ο ήλιος θα πάω να τον κοιτάξω για να τραφεί το σώμα μου μαζί με το πνεύμα μου. Απλά τώρα θα τσιμπήσω λίγα μπισκότα με νουτέλα για να μου κοπεί η πολλή πείνα. Φάτε εσείς όμως.» είπε χαμογελαστά. Μια στιγμιαία λάμψη στα μάτια της, έκανε την Άννα να παγώσει. Τι ήταν αυτό πού είδε; Πριν προλάβει να το προσδιορίσει, η Έλλη είχε ξεκινήσει τις ερωτήσεις για το τι είναι οι «breatharians». Η σκέψη της αποσπάστηκε από την κουβέντα.

Το σούρουπο βρήκε την παρέα στην παραλία. Ο Κωστής έπαιζε μπόνγκος, η Λιόνα καθόταν σε στάση γιόγκα και κοιτούσε επίμονα τον ήλιο, η Σάντυ έπλεκε βραχιόλια για τα πόδια της και η Έλλη πλατσούριζε στα ρηχά. Η Άννα ξαπλωμένη στην πετσέτα, με τα ακουστικά στ’ αυτιά, άκουγε Αργυρό.
«Άννα θες να σου δώσω νήματα να φτιάξεις κι εσύ βραχιόλια;» άκουσε την φωνή της Σάντυ.
Ανασηκώθηκε. Η Σάντυ με τεντωμένο χέρι της πρόσφερε μερικά χρωματιστά κορδόνια. Το στόμα της χαμογελούσε, όμως τα μάτια της… Μα τι είναι τελoσπάντων αυτό που βλέπει στα μάτια της; Μέχρι να το σκεφτεί χάθηκε.
«Όχι Σάντυ μου, ευχαριστώ!» απάντησε και το χαμόγελο της Σάντυ μειώθηκε. Τώρα η έκφραση της ήταν αισθητά περίεργη.
«Λιόνα φέρε τις μπάλες!» ακούστηκε η φωνή του Κωστή. Η Λιόνα χαμογέλασε, έτρεξε στην σκηνή και επέστρεψε κρατώντας δυο μακριές αλυσίδες, που κατέληγαν σε δυο χνουδωτά μπαλάκια. Τα επόμενα 10 λεπτά, τους είχε βάλει φωτιά και με την μουσική υπόκριση των μπόνγκος, ξεκίνησε να στριφογυρίζει τις φλεγόμενες μπάλες γύρω από το κορμί της, δημιουργώντας σχήματα και κάνοντας περίτεχνα ζογκλερικά. Η Έλλη κοιτούσε σχεδόν μαγεμένη.

Ίσως να ήταν ιδέα της, αλλά της Άννας της φάνηκε ότι για λίγο όλοι οι ήχοι της παράλιας σταμάτησαν. Ακούγονταν μόνο τα μπόνγκος και οι αλυσίδες που έσχιζαν τον αέρα. Ένιωσε ένα ρίγος και διακριτικά απομακρύνθηκε προς την σκηνή τους. Δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει, όταν η Έλλη άνοιξε φουριόζα το φερμουάρ.
«Άννα έλα έξω! Τα παιδιά κερνάνε μπύρες! Ο Κωστής θα παίξει κιθάρα!»
Πάλεψε λίγο η απροθυμία της με την βαρεμάρα της και τελικά βγήκε. Το σκηνικό ήταν ήδη στημένο: μια φωτιά μέσα στην άμμο, ο Κωστής κρατούσε μια κιθάρα και τα κορίτσια ξαπλωμένα τριγύρω κρατώντας γυάλινα μπουκάλια μπετατζίδικης Άμστελ.
Της έδωσαν ένα μπουκάλι, «άντε γεια μας!» είπαν όλοι μαζί και ο Κωστής ξεκίνησε να τραγουδάει παλιά τραγούδια ανεβοκατεβάζοντας το χέρι του στην κιθάρα. «No woman no cryyyy…!» ξεκίνησε να λέει με την συνοδεία της Σάντυ στις δεύτερες φωνές και τότε η Άννα είδε την Λιόνα να παλεύει υπό το φως της φωτιάς, με ένα ασυνήθιστα μεγάλο χαρτάκι Ρίζλα. Δεν έδωσε σημασία. «Perdido en el corazón, de la grande Babylon, me dicen el clandestine, yo soy el quiebra ley…! » τραγουδούσαν τώρα ο Κωστής και η Σάντυ, με την Έλλη που δεν ήξερε τα λογία να λέει μόνο στο τέλος κάθε στίχου «…clandestinο!».
«Έτοιμο!» ανακοίνωσε η Λιόνα «ποιος θα το ανάψει;»
Το ξεκίνησε η Σάντυ, δίνοντας τζούρες και στον Κωστή του οποίου τα χέρια ήταν απασχολημένα με τα άπαντα του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
«Άννα θες;»
Αυτή τη φορά δεν ήταν ιδέα της. Υπήρχε μια ανατριχιαστική σιωπή στην παραλία, δεν ακουγόταν ούτε το κύμα, ούτε τα τριζόνια.

«Σου γραφώ πάλι, από ανάγκη, η ώρα 5 το πρωί…!» ξεκίνησε να τραγουδάει ο Κωστής και οι τρίχες στον σβέρκο της Άννας σηκωθήκαν. Ένιωσε ένα απόκοσμο ρίγος να την διαπερνάει. Έσφιξε δυνατά την ζακέτα στους ωμούς της. Το χέρι της Σάντυ ήταν ακόμα προτεταμένο.
«Όχι ρε συ… δεν έχω καπνίσει ποτέ ούτε τσιγάρο… Ευχαριστώ!»
Η Σάντυ έτεινε το χέρι στην Έλλη, χαμογελώντας περίεργα στην Άννα. Ή μήπως έτσι της φάνηκε; Η Έλλη υποδέχτηκε το τσιγάρο με 2 γερές τζούρες.
Ο Κωστής συνέχισε να γρατζουνάει την ξεκούρδιστη κιθάρα του, τραγουδώντας πότε Τσακνή, πότε Κότσιρα. Η Άννα είχε νυστάξει.
«Ελλάκο, πάω να την πέσω, θα έρθεις;»
Η Έλλη την ακολούθησε. Χωθήκαν μέσα στην σκηνή, σκεπάστηκαν με τα σλήπινγκ-μπαγκς και ο ύπνος δεν άργησε να τις πάρει.

Η Άννα άνοιξε τα μάτια της απότομα. Άκουσε κάποια περίεργα συρσίματα έξω από την σκηνή και την τρομάξαν. Πόση ώρα κοιμόντουσαν; Γύρισε να δει την Έλλη. Έλειπε. Κρύος ιδρώτας την έλουσε. Κράτησε την αναπνοή της. Αφουγκράστηκε τους ήχους έξω. Η ίδια αλλόκοτη ησυχία. Δεν ακουγόταν το κύμα. Δεν ακούγονταν τα τριζόνια. Ακουγόταν μόνο η καρδιά της και μια φωνή να τραγουδάει σιγανά «να μ’αγαπαααας!». Από πού ακουγόταν άραγε; Από την παραλία ή μήπως μέσα από το κεφάλι της; Ένιωσε μια περίεργη δυσφορία μέσα στην κλειστή σκηνή. Άνοιξε τα φερμουάρ και πετάχτηκε γρηγορά έξω. Τη φάνηκε ότι δυο κατακόκκινα μάτια εξαφανίστηκαν αστραπιαία πίσω από μια συστάδα ξερόθαμνων. Πανικοβλήθηκε. Ξεκίνησε να τρέχει προς την παραλία. Σε κάθε της βήμα, άκουγε από πίσω της ένα τρέξιμο σαν ζώου να την ακολουθεί. Έτρεξε γρηγορότερα. Άκουγε από πίσω της νυχιά να μπήγονται στο χώμα και να την ακολουθούν. Ούρλιαξε! Έφτασε στην αμμουδιά. Σταμάτησε για να κοιτάξει πίσω της. Κανένας. Μόνο τα αρμυρίκια από το δασάκι. Μπροστά στην μισοσβησμένη φωτιά, στεκόταν πλάτη σ ‘εκείνη, η Έλλη.

«Έλλη! ΕΛΛΗ! Έλα! Πάμε να φύγουμε ΤΩΡΑ!» της φώναξε «κάτι δεν πάει καθόλου καλά εδώ πέρα!!!». Η Έλλη παραδόξως, έμεινε ακίνητη. Την πλησίασε, έβαλε το χέρι στον ωμό της. Η Έλλη γύρισε. Μια κραυγή τρόμου ξέφυγε της Άννας. Τα μάτια της Έλλης ήταν κόκκινα. Χωρίς κόρες, χωρίς άσπρο. Μόνο κόκκινα πέρα ως πέρα. Ενστικτωδώς, άρχισε να πισοπατάει.
«Για τις παλιές αγάπες, μην μιλάς…!» σιγοτραγούδησε η Έλλη πλησιάζοντάς την αργά. Η Άννα συνέχισε να κάνει προς τα πίσω. «Μην φοβάσαι Αννούλα, τραγούδα μαζί μου… κάποιος κοιτάει την ώρα… Κάποιος στον δρόμο τρέχει…!». Η Άννα ένιωσε κάτι να εμποδίζει την φυγή της. Γύρισε τρομαγμένη προς τα πίσω. Η Λιόνα της έκλεινε το δρόμο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα. Τα χεριά της είχαν νύχια. Οι κυνόδοντες της γυάλιζαν στο φως της φωτιάς. Δίπλα της ο Κωστής και η Σάντυ. Τα μάτια τους εξέπεμπαν το ίδιο κόκκινο αλλόκοτο φως.
«Μείνε μαζί μας Άννα…» είπε με φωνή απόκοσμη η Λιόνα «κάνε για πάντα διακοπές, τραγούδα, κοίτα την φωτιά, κοίτα τον ήλιο, νιώσε το σύμπαν, την ενέργεια, πλέξε βραχιόλια και τραγούδα… να μ’αγαπάααας….!ΠΑΨΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΣΑΙ!!!». Έπιασε την Άννα από τους ώμους. Η κραυγή της πνίγηκε από μια περίεργη μάζα που μπήκε στο λαρύγγι της. Όλα έσβησαν.

Η επόμενη μέρα, βρήκε τους 5 τους στην αμμουδιά με μάτια κατακόκκινα. Έτρωγαν βιολογική κινόα μουλιασμένη σε γάλα βρόμης για πρωινό, έπλεκαν βραχιόλια με χρωματιστά κορδόνια, άκουγαν τον Κωστή να παίζει μπόνγκος και τραγουδούσαν «να μ’αγαπάαας…». Τα μαλλιά της Έλλης και της Άννας, ήταν τζίβες.
Μια καινούρια παρέα ακούστηκε να πλησιάζει.
Οι κόρες επέστρεψαν στα μάτια τους και ένα περίεργο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη τους.
Ταμ-ταμ-ταμ-ταμ-ταμ…