Η καλή η ιστορία, λένε, είναι αυτή που έχει στ’ αλήθεια ειπωθεί από ανθρώπινα χείλη. Οι λέξεις βαραίνουν αν τις εννοείς και η αλήθεια βρίσκει το δρόμο της, αν της φερθείς με θάρρος και την ξεστομίσεις όπως της πρέπει. Κοφτή. Σταράτη. Η αλήθεια είν’ αλήθεια, δε γνωρίζει από παντελόνια ή φουστάνια. Στο διάβα μου πρόκαμα ν’ ακούσω βαριές κουβέντες από στόμα γυναικών. Και αλλού, είδα νοικοκυραίους να σέρνονται στο βούρκο των ψομμάτων τους, πιο αηδιαστικοί κι από φαρμακερούς όφιδες. Άσε που η γλώττα τους ωσάν μιλούσι μου εθύμιζε τους όφιδες στο Βιθούνι. Ήσαν όφιδες φαρμακεροί κι είχαν κέρατα. Λένε πως ήσαν ερχωμένοι στο χωριό κολυμπητά από τ’ Αντικύθηρα, μα ποιός τους πιστεύκει; Μόνο που το ψέμα της διχαλωτής της γλώσσας δεν κολυμπά. Αυτό ‘ναι που ξετυλίγεται ομπρός σου την ύστατη ώρα και μαύρο φίδι που τον έφαγε, ‘κείνον που το έγλυψε στα χείλη να δει τη γεύση πο ‘χε.

Ο άνεμος έξω δεν είχε κοπάσει. Αν στεκόσουν δίπλα στο παλιό, σιδερένιο παράθυρο θα το ‘νιωθες καλά στο πετσί σου. Το τρίξιμο που κάμει το ατσάλι πα’ στον ασβέστη και το θολωμένο τζάμι δε συγκρίνεται με τίποτα. Έτσι κι εδώ. Σ’ αυτή την ξεχασμένη γωνία της γης, ο έξω καιρός βάραινε το ρόλο της εξομολόγησης. Εδώ το μυστικό λαβαίνει άλλη μορφή, ανάμεσα σε χοντρές φλοκάτες, δίπλα στο λυχναρόφωτο. Δε θέλει και ‘ρώτημα. Η πυκνή βροχή εμποδίζει τον σιγοψιθυρισμένο λόγο, να φτάσει σε αυτί γείτονα. Το αστραπόβροντο θολώνει την αίσθηση των περίεργων. Το νερό κι ο αέρας, οδηγοί στον αγώνα του διωγμένου. Παραστάτες στη μοναδική του ευκαιρία, να ξεστομίσει το δίκιο του. Τώρα περισσότερο παρά ποτέ. Και ενώ άλλοτε ούτε που το σκεφτόταν, ο κουρελιασμένος αγρότης διάλεγε να ειπεί την αλήθεια του στο πρώτο κατώφλι που του άνοιξαν, με μια κούπα ζεστό βοτάνι στη γεμάτη χαρακιές παλάμη του. Και ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάμει… Τα υπόλοιπα ήταν στο χέρι της αγγελοκάμωτης, βραδινής ατμόσφαιρας.

– Οχτώ μέρες. Οχτώ μέρες δεν εφάνη ψυχή… Έπρεπε να μου ‘ρθει εμένα;

– Πες μας καημένε, που ‘σουν οχτώ μέρες;

Η αγκαθωτή, πορφυρόλευκη γενειάδα του γυάλιζε στο αμυδρό φως της ζεστής κάμαρης. Τα ρούχα του στέγνωναν στη σόμπα κι εκείνος ημιθανής, σωσμένος απ’ του θεριστή τα δόντια διάλεγε να ζωγραφίσει με λέξεις το κακό που ηύρε στο δρόμο του. Τα λιγοστά μαλλιά του αιωρούνταν μπροστά στο γεμάτο αυλακιές, κακόπαθο πρόσωπό του. Κάθε αυλακιά κι ένα βάσανο. Κάθε αναστεναγμός και μία πίκρα. Κάθε άλλαγμα στο βλέμμα και μια τρομάρα.

– Οχτώ μέρες χωρίς φωνή σου λέω, μόνο τ’ αγριοπούλια εκράζανε πα’ στη μετώπη μου, σάμπως τρώσι κι αυτά στους λόγγους;

Κι όσο το λυχναρόφωτο έσβηνε, τόσο η κουβέντα άναβε.

– Τον είδα ‘γω με τα μάτια μου τα ίδια. Τ’ ορκίζομαι! Τον είδα να μπήγει το μαχαίρι στη σάρκα του βαριόμοιρου. Σαν το άδειο σακί σωριάστηκε χάμε στη γης. Ούτε λαλιά δεν πρόκαμε να βγει από τα χείλη του. Και σαν το αίμα του πότιζε το χώμα, ο αναθεματισμένος στεκότανε εκεί και τον εθώριε, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως ξεψυχά, σα να καμάρωνε για το κατόρθωμά του. Και μόνο σαν έπαψε να σαλεύει, έκαμε ένα βήμα πίσω. 
– Ποιος έκαμε τέτοιο πράμα; Τι είναι τούτα τα λόγια που ξεστομίζεις; 
– Μονάχα την αλήθεια μιλώ! Τα είδα όλα. Μα μ’ είδε κι αυτός. Παραπάτησα και σείστηκε ο θάμνος που μ’ έκρυβε κι ο τρισκατάρατος έτρεξε προς το μέρος μου. Σκιάχτηκα κι έβαλα μπρος να τρέχω. Φανερώθηκα. Μα κατάφερα και του ξέφυγα. 
Οχτώ μέρες περιπλανήθηκα στο δάσος. Κρυβόμουνα από φόβο. Μα ύστερα θυμήθηκα… Από μέρες γρικούσαμε για ‘κείνους που ξάφνου χαθήκανε. Κάθε τόσο κι άλλος. Λέγανε πως άλλος δεν βάσταξε τη βαριά δουλειά και το ‘σκασε κρυφά, άλλος αρρώστησε από τις κακουχίες, άλλον τον ενίκησε η πεθυμιά για τη φαμίλια του και γιάγυρε στη χώρα του. Μα ‘γω δεν πίστεψα λέξη. Δεν ήτανε τυχαίο μαθές, πως αυτοί που χάνουνταν, ήτανε ‘κείνοι που σήκωσαν κεφάλι, ‘κείνοι που δεν υποτάχτηκαν εύκολα, ‘κείνοι που του εναντιώθηκαν ή προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν! Κι ύστερα είδα μπρος μου το φονικό. Φοβήθηκα το παραδέχομαι. Άλλωστε ο φονιάς δεν ήτανε κανένας τυχαίος. Και δε δίστασε να σκοτώσει, ποιος ξέρει πόσες φορές. Ήμουνα χαμένος. Γι’ αυτό κρυβόμουνα. Μα μετά λογικεύτηκα. Όχι, δεν του ‘πρεπε να τον αφήκω να κρύβεται πίσω απ’ τη μάσκα τ’ αρχόντου. Όχι! Θα τιμωρηθεί όπως του πρέπει! Όλοι θα μάθουν τι έχει κάνει. Να μη χυθεί άλλο αίμα αθώων που θα βρεθούν στο διάβα του. 
– Για κοίτα με καλά στα μάτια. Για ποιόν λες; 
Τα μάτια του άντρα που του κλήρωσε να ‘ναι ο εξομολογητής τούτη τη ζοφερή νυχτιά, ήσαν γιομάτα προσμονή. Η γυναίκα πίσω του λούφαξε στη γωνιά της.
       Μα ο δύστυχος αγρότης δεν τολμούσε τ’ όνομα που του ‘καιγε τον λαιμό να ξεστομίσει. Τα χέρια του έτρεμαν. Η αδειανή κούπα τώρα είχε σκορπίσει σε δεκάδες κομμάτια μπρος στα πόδια του. Σήκωσε το βλέμμα ευθεία στα μάτια που ‘χε απέναντί του. Οι δυο ματιές αναμετρήθηκαν για δυο στιγμές κι ύστερα κατέβασε το κεφάλι κι έγνεψε καταφατικά σφίγγοντας τα μάτια του. Ποτέ άλλοτε δεν έκαμαν τέτοιο κρότο, λέξεις που δεν ειπώθηκαν! Θαρρείς και σκέπασαν τον ήχο της βροντής.
 Μα καμιά φορά η αλήθεια σαν αγγίξει τα σωστά αφτιά μπορεί ακόμα και θάματα να κάνει. Και τούτος ο ταλαίπωρος είχε ακουμπήσει την αλήθεια του σε καθαρή ψυχή και δίκαιο νου.
Λίγες ώρες μονάχα χρειάστηκαν, λίγες ώρες για ν’ ανταμώσουν οι φταίχτες τα κρίματά των.
Λένε πως η αλήθεια κάνει ακόμα και τον διάβολο να κοκκινίζει, γιατί κάνει τους αδύνατους δυνατούς, με ανίκητα όπλα στα χέρια. Γιατί σαν βγει στο φως το δίκιο το πνιγμένο κι οι αδικημένοι ενώσουν τις φωνές τους, οι φωνές γίνονται αστροπελέκια στα κεφάλια των υπαίτιων και τους καίνε ζωντανούς…
Πάνος Σείκιλος – Μαργαρίτα Τσεντελιέρου