Να ‘μαι πάλι… Η Μαύρη Ορχιδέα είμαι. Για όσους με ξέρετε, γνωρίζετε πως γράφω αυτοβιογραφικά για όσους δε με ξέρετε, το μάθατε τώρα. Αν δεν έχεις γερό στομάχι κλείσε την σελίδα τώρα. Προς όσους καταφέρουν και το διαβάσουν ζητάω συγγνώμη από τώρα.

Μήνες βασανίζομαι να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου για αυτό το θέμα και να τις αποτυπώσω σε λέξεις… Δεν υπάρχει χρονική συνέχεια στα γεγονότα, δε θυμάμαι τι έγινε πότε ακριβώς, ούτε πως ξεκίνησαν όλα. Θυμάμαι μόνο περίπου στα τέσσερα μου χρόνια να είμαι στο εξοχικό μας με τους παππούδες μου και τους θείους μου. Το σπίτι ήταν γεμάτο ζωή αλλά ξαφνικά όλοι εξαφανίστηκαν. Μην με ρωτάς που πήγαν, δεν ξέρω, έμεινα με την γιαγιά μου και τον θείο μου τον (ας τον πούμε) Γιάννη. Όχι να σου πω κάτι; Μαλάκα θα τον πούμε. Έμεινα λοιπόν με την γιαγιά μου και τοn μαλάκα. Η γιαγιά μου πήρε την τσάντα της και πήγε στο σούπερ μάρκετ για τα καθημερινά της ψώνια. Φεύγοντας την θυμάμαι να με κοιτάει γλυκά και να μου λέει «Να είσαι καλό κορίτσι και να ακούς τον θείο σου. Δεν θα αργήσω.». Πήρα τα παιχνίδια μου και πήγα στο καμαράκι να παίξω. Δεν πρέπει να πέρασαν πέντε λεπτά και τότε μπήκε μέσα με κοίταξε και έκλεισε την πόρτα. Ήταν η πρώτη κλειστή πόρτα που θυμάμαι. Γελούσε και δεν καταλάβαινα το γιατί, με άγγιζε και έλεγε πως με αγαπούσε και πάλι δεν καταλάβαινα το γιατί. Μόνο με χάιδεψε εκείνη την ημέρα. Με χάιδεψε και έτρεξε στο μπάνιο και τον άκουγα να βογκάει μετά. Είχα παγώσει. Βγαίνοντας από το μπάνιο μου εξήγησε (χωρίς να γελάει πια) τον νόμο του δυνατού και του αδύναμου, το πώς ο λόγος μου είναι γελοίος απέναντι στον δικό του και πως κανένας δεν θα με πίστευε. Πάλι δεν καταλάβαινα το γιατί. Την επόμενη μέρα είχα δώρο το τροχόσπιτο της Μπάρμπι. Για έναν περίεργο λόγο δεν έπαιξα ποτέ μαζί του. Δεν ήξερα το γιατί αλλά το μισούσα.

Άλλη φορά. Ήμασταν στο σπίτι του. Για έναν περίεργο λόγο όποτε πηγαίναμε στην πόλη τους μέναμε στο σπίτι τους. Η μάνα μου και η αδερφή της ήταν στο μπαλκόνι και είχαν κλείσει την πόρτα πίσω τους, ο πατέρας μου είχε βγει για δουλειές, κλείνοντας και εκείνος την πόρτα. Ο μαλάκας με κυνηγούσε στον πάνω όροφο να «παίξουμε κούνια μπέλα». Το παιχνίδι είχε ως εξής. Εγώ έπρεπε να κάθομαι στα πόδια του με ανοιχτά τα πόδια προς τα έξω και εκείνος να με κουνάει ρυθμικά τραγουδώντας το τραγούδι έχοντας τα δάχτυλά του μέσα από το εσώρουχο μου. Δεν ήθελα να παίξω με τίποτα. Πήρε στα χέρια του το βάζο από πέτρα ηφαιστείου και κοιτώντας με στα μάτια το πέταξε κάτω. «Βρε κορίτσι μου όχι μπάλα μέσα στο σπίτι, πάει το βάζο» φώναξε χαμογελώντας… Τότε θυμάμαι να κατάλαβα τι εννοούσε όταν μου έκανε το κήρυγμα σχετικά με το λόγο του ενάντια στον δικό μου. Έφαγα πολύ ξύλο για εκείνο το βάζο που ποτέ δεν έσπασα. Έφαγα ξύλο και από την μάνα μου και από την θεία μου και από τον πατέρα μου όταν γύρισε.

Καλοκαίρι και πάλι στο εξοχικό μας. Κοιμόμουν, ήταν πολύ πρωί. Ακούω την πόρτα του δωματίου μου να κλείνει και πριν προλάβω καν να γυρίσω ένα ροζιασμένο χέρι μου καλύπτει το στόμα και ένα άλλο κατεβάζει το σορτσάκι μου και το εσώρουχό μου. Βίαια άνοιξε τα πόδια μου και διέλυσε οτιδήποτε είχε μείνει από την ψυχή μου. Πονούσα. Πονούσα πάρα πολύ. Μόνο αυτό θυμάμαι. Όταν ικανοποίησε τις αρρωστημένες ορέξεις του σηκώθηκε κουμπώθηκε και με διαβεβαίωσε πως από εκεί που μπήκε δεν υπάρχει παρθενιά και δεν μπορούσα να αποδείξω τίποτα. Μην με ρωτάς γιατί δεν μίλησα. Δεν ήξερα. Ειλικρινά δεν ήξερα ότι μπορούσα να το σταματήσω. Είναι εύκολο να με κρίνεις που δεν μίλησα αλλά η ψυχή μου το ξέρει πόσο θα ‘θελα να γνώριζα ότι μπορούσα να το σταματήσω. Το στρώμα ήταν γεμάτο αίματα. Παγωμένη και τρομαγμένη φώναξα την γιαγιά μου, που ήταν στην κουζίνα με κλεισμένη την ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ και μαγείρευε. «Αχ κοριτσάκι μου έγινες γυναίκα» μου είπε. Ούτε που σκέφτηκε να κοιτάξει από πού έτρεχε το αίμα… Νόμιζε αδιαθέτησα. Το ότι ήμουν 10 χρονών δεν τους θορύβησε. Το ότι δεν ξαναδιαθέτησα μέχρι τα 11 ούτε.

Πάσχα, ετών 12… Δεν υπάρχει παιδί σε αυτό το σώμα. Δεν υπάρχει καν ψυχή εκεί μέσα. Ένα μαύρο χάος γεμάτο μίσος και φονικά ένστικτα μόνο. Ένα καλοκρυμμένο αγρίμι. Μπαίνει στο καθιστικό που έβλεπα τηλεόραση και κλείνει την πόρτα. Δεν πρόλαβε να ξεκουμπωθεί. Το βλέμμα μου τα είπε όλα. Και αν δεν τα είπε το βλέμμα μου τα είπε το μαχαίρι στο χέρι μου. «Μάλλον δεν θες να βρισκόμαστε πια» μου είπε προσπαθώντας να κρύψει το τρέμουλο στην φωνή του. Ίσιωσε την γραβάτα του και συνέχισε «Όπως επιθυμείς.». Γύρισε άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω κλείνοντας την πόρτα πίσω του «ΑΣΕ ΤΗΝ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ» ούρλιαξα!

Εκείνη την ημέρα μίλησα στην γιαγιά μου και στους γονείς μου. Δεν είπαν τίποτα στην θεία μου και στον γιο του… Φοβήθηκαν μην γίνει φονικό αν το μάθαινε ο παππούς μου. Δεν θα κρίνω το πώς το χειρίστηκαν. Μου πήρε 10 χρόνια ψυχοθεραπεία για να συνειδητοποιήσω πως αν και λάθος εκείνοι νόμιζαν πως έκαναν το σωστό και με προστάτευαν! Προσπάθησαν στα αλήθεια. Με λάθος τρόπο αλλά προσπάθησαν, για αυτό μην πεις κάτι για αυτούς σε παρακαλώ.

Μεγάλωσα πια. Πάτησα τα 30. Έχω ανίψια και ένιωσα το χρέος βαρύ στους ώμους μου. Έπιασα όλα τα ξαδέλφια μου με παιδιά και τους μίλησα. Έπρεπε να τους προειδοποιήσω. Έπρεπε να ξέρουν. Μόνο έτσι θα κοιμόμουν ήσυχη.
12 Αυγούστου 2018 στο εξοχικό μας. Όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές. Ένας μαλάκας, ο μαλάκας, μπαίνει στο δωμάτιο «Γεια σου *μπιιιιιπ* (το όνομα μου) από τον γάμο σου έχω να σε δω, τι κάνεις;»… «Ψόφα πολύ επώδυνα σε παρακαλώ, να δω κάτι»… Αυτή τη φορά έκλεισα ΕΓΩ την πόρτα πίσω μου!

 

Μαύρη Ορχιδέα