Έλα κοπέλα μου και κάτσε, έλα.

Μίλα μου, αφού σε βλέπω, φουσκώνεις, μίλα μου. Τόσα και τόσα έχουμε πει οι δυο μας, πάντα μιλούσαμε, έλα να βρούμε την άκρη πάλι. Μήπως σε παρεξήγησα ποτέ; Μπορεί να σου θύμωσα, μπορεί να σε αποπήρα πάνω στα νεύρα μου, αλλά πάντα ένιωθα τι λες. Πάντα καταλάβαινα.

Δεν θέλεις να μιλήσεις, ξέρω εγώ όμως τι σε τρώει κι ας μη μου λες. Είναι που πρέπει να φιλοξενήσεις αυτήν εκεί που έρχεται να μείνει και δεν την θέλεις. Μικρή εσύ, αυτή τα δικά σου τα νιάτα τα έχει αφήσει πίσω της προ πολλού, τι κοινό να έχετε, τι να την κάνεις την άγνωστη μέσα στο σπίτι σου. Έχεις τα δίκια σου αλλά τι να κάνουμε τώρα, αφού δεν μπορείς να την διώξεις. Για δες καλύτερα, μπας και την συμπαθήσεις μια σταλιά. Έχει ιστορίες να σου μάθει και πείρα να σου μοιραστεί. Δεν θα χάσεις αν την καλοδεχτείς.

Κοίτα καλά το πρόσωπο της και την κορμοστασιά της, μοιάζει στη μάνα της και στην θεια της, τις ήξερες αυτές, δύο γυναίκες κέρβεροι της ζωής. Της μιας δεν της το μάντευες με το που την έβλεπες, τέτοιο θηλυκό, αλλά στα δύσκολα το έδειχνε, την θυμάσαι; Η άλλη έβγαζε καπνούς από τα ρουθούνια και ο λόγος της ήταν πύρινος, σε τρόμαζε και σου προκαλούσε δέος. Έμοιασε η γυναίκα αυτή και στις δυο κι ας μην τα πήγαινε καλά με καμιά τους, της δώσαν θεμέλιο όμως. Ποιος να το φανταζόταν.

Εκείνη η κάθετη γραμμή ανάμεσα στα φρύδια της έγινε από άμυνα. Στην ηλικία σου ήταν όταν άρχισε να σμίγει τα φρύδια και να μάχεται όταν την θεωρούσαν εύκολη λεία. Ε, της έμεινε η γραμμή.

Γελάει με την ψυχή της, όταν την κερδίσεις, θα το δεις. Τα μάτια της χαράχτηκαν στις γωνίες τους γιατί μια ζωή γελούσε ξεκαρδισμένη. Κι αν με ρωτήσεις, δεν το μετάνιωσε ποτέ, αυτό να της το αναγνωρίσεις.

Να την εμπιστευτείς γιατί θα σου μάθει να κρατιέσαι με τους ανθρώπους, να είσαι λίγο επιφυλακτική, να ελπίζεις τα καλύτερα αλλά και να πιστεύεις ότι μπορεί να έρθουν και τα χειρότερα. Το πλήρωσε για να το μάθει εκείνη, στο λέω γιατί ξέρω. Άλλη στη θέση της μπορεί να γινόταν πικρή, κακιά, αλλά αυτή έχει καρδιά μικρού παιδιού ακόμα, μοιάζουν οι καρδιές σας κι ας είσαστε η μια στην αρχή της ζωής της και της άλλης έχει περάσει ήδη η μισή.

Έχουν περάσει έρωτες και έρωτες από τη ζωή της. Οι ιστορίες που έχει να σου πει θα σε ταξιδέψουν. Με κανέναν δεν στέριωσε βέβαια, ατίθαση ήταν και όλο έφευγε. Όλο την κυνηγούσαν και όλο άφηνε πίσω της κάποιο όνειρο που πάλιωσε για να τρέξει πίσω από άλλο με έξαψη για το καινούργιο, λες και δεν θα κατέληγε άλλο ένα σαν αυτό που μόλις είχε ξεφτίσει. Παιδί, στο είπα, που δεν άκουγε ποτέ κανέναν. Όλο έλεγε αν δεν βάλεις το χέρι σου στη φωτιά πως θα καταλάβεις ότι καίει; Ξεροκέφαλη ήταν, αν με ρωτήσεις τη γνώμη μου, αλλά αμετανόητη. Δεν ξέρω κι εγώ αν συμφωνώ με όσα έκανε και όση ζωή σπατάλησε ή αν της ρίχνω το φταίξιμο για τόσους χαλασμούς πίσω της. Ένα είναι σίγουρο: βαρετή ζωή δεν έζησε!

Αν της δώσεις την ευκαιρία θα γίνετε φίλες, κι ας είναι τόσο μεγαλύτερή σου. Από σένα περιμένει να την αποδεχτείς, εκείνη σε ξέρει ήδη και σ’ έχει αγαπήσει. Πάντα έβαζε τη φιλία πάνω από κάθε τι. Πάντα χαιρόταν με την χαρά του άλλου και έκλαιγε με τον θρήνο του. Πίστευε πως όλοι έχουν την ίδια καρδιά και γονάτισε πολλές φορές όταν της πήραν την δική της, την έστυψαν και της την έδωσαν πίσω κουρελιασμένη και δαρμένη. Όλο «ποτέ ξανά» έλεγε και όλο δινόταν από την αρχή. Δοκίμασε να της δοθείς κι εσύ. Τώρα είναι πιο δύσκολη βέβαια, τα μάτια της περισσότερο ερευνητικά, η καρδιά της πιο βαθιά κρυμμένη, το ένστικτό της οξύ και τώρα πια το ακούει. Στερνή της γνώση, θα μου πεις; Όχι, εγώ λέω πως σκλήρυνε τόσο όσο έπρεπε, αλλιώς θα ήταν απαίδευτη, τόση ζωή πίσω της και να μην έχει μάθει, δεν γίνεται καλή μου.

Άσε δε τα ταξίδια της. Τον μισό κόσμο έχει γυρίσει, σε πέντε χώρες έφτιαξε σπιτικά. Θα σου τα λέει και θα σου φαίνονται απίστευτα. Τέσσερις γάμους έκανε αυτή που εσένα σε ξινίζει, εσύ ούτε έναν ακόμη και δεν σε βλέπω και να κάνεις με τα μυαλά που κουβαλάς, για να τα λέμε όλα. Έχει περάσει ποτέ από το μυαλό σου τι πλούτο ζωής έχει μαζέψει αυτή η γυναίκα και τι έχει να διηγηθεί; Oύτε στο δαχτυλάκι της δεν της φτάνεις μυξιάρικο, που δεν έχεις ιδέα τι θα πει να ζήσεις όπως έχει ζήσει και όμως την κοιτάς αφ’ υψηλού επειδή σας χωρίζουν τρεις δεκαετίες. Τέσσερις ζωές έζησε, η μία πιο συναρπαστική από την άλλη και το βλέπεις στα μάτια της όταν γυρίζουν πάνω σου. Άντε γιατί σιγά σιγά με φούντωσες που δεν ξέρεις πως εδώ που είσαι ήτανε κι εκεί πού είναι θα ‘ρθεις.

Α, και ξέχασα, είσαστε και συνονόματες. Άννα την λένε κι εκείνη.

***********************************************************

Η Άννα κοίταξε πάλι στον καθρέφτη, εξέτασε ξανά τις ρυτίδες στα μάτια της και το περίγραμμα του σαγονιού της χωρίς επιείκεια και με απρόθυμη αποδοχή. «Όχι αν θες κάνε κι αλλιώς» συνέχισε να της μιλάει το είδωλό της.

-Που ταξιδεύεις καλέ μαμά; Τόση ώρα σου μιλάω και δεν μ’ ακούς.
-Αφαιρέθηκα κορίτσι μου. Τι μου έλεγες;

-Σε ρωτούσα αν θέλεις πέντε μεγάλα κεράκια στην τούρτα σου αύριο, η να πω στον ζαχαροπλάστη να ζωγραφίσει τον αριθμό 50 και να βάλουμε ένα μόνο κεράκι. Τι σκεφτόσουν τόσο βυθισμένη, θα μου πεις; Έχει συμβεί κάτι;
-Όχι βρε παιδί μου. Αναδρομή έκανα στα τόσα γενέθλια που έχουν περάσει και σκεφτόμουν ότι δεν με αναγνωρίζω στον καθρέφτη καμιά φορά. Λες και είμαι μια επισκέπτρια στο ίδιο μου το σώμα και θέλοντας και μη πρέπει να την ανεχτώ. Στα μάτια του μυαλού μου έχω μείνει κάτι δεκαετίες πίσω. Την γιαγιά σου μου θυμίζω όταν με βλέπω.
-Ναι αλλά πόσο υπέροχο είναι να θυμάσαι τη μαμά σου κάθε φορά που κοιτάς το πρόσωπό σου. Μακάρι να μου έρχεσαι κι εμένα στον νου όταν θα με κοιτάζω μια μέρα, θεογκόμενα μαμά!