Η Μαρία ήταν κορίτσι από σπίτι. Ο μπαμπάς της γιατρός, σπουδασμένος, ματσωμένος αλλά παλαιών αρχών. Η μαμά της δεν είχε γνώμη, είχε ο γιατρός για αυτήν. Τι σπούδαζε τόσα χρόνια; Για να αφήσει την κάθε τυχούσα να έχει γνώμη μέσα στο σπίτι του;

Τη γνώρισα στο Γυμνάσιο τη Μαρία και κάναμε παρέα. Τίποτα το περίεργο. Άκουγε New kids on the block,είχε αφίσες στο δωμάτιό της, τα γνωστά. Πάνω κάτω όλες κάπως έτσι περάσαμε την εφηβεία. Άλλη άκουγε Bon Jovi, άλλη κοιμόταν με το ραδιόφωνο στα αυτιά. Και κάποια στιγμή αρχίσαμε να προσέχουμε και τα αγοράκια που μας περιτριγύριζαν. Και η Μαρία το ίδιο έκανε. Ήταν και όμορφο κορίτσι και άρεσε στα αγόρια, ο μπαμπάς της όμως, ως γιατρός και γνωστικός, είχε άλλες βλέψεις για την κόρη του.

Τηλεφωνούσα στο σπίτι για να δω τι κάνει και στο τηλέφωνο δεν ήμασταν δυο, αλλά τρεις. Εγώ, εκείνη και η μαμά της. Μιλούσαμε και την άκουγα να σχολιάζει, να βήχει, να γελάει με αυτά που λέμε, να κατσαδιάζει. Η Μαρία ατάραχη συνέχιζε σα να μη συνέβαινε κάτι. Όταν το συζητούσαμε από κοντά, μου έλεγε ότι δεν πρέπει να αναφέρω ποτέ στο τηλέφωνο όνομα αγοριού, ακόμα και αν μιλούσα για το πιτσιρίκι της γειτονιάς που μας μπουγέλωνε τα καλοκαίρια και ήταν 8 χρόνων. Δεν έπρεπε να της μιλάω για σχέσεις, για πονηρά πράγματα (λες και κάναμε τίποτα πονηρό σε εκείνη την ηλικία, όρθιες κοιμόμασταν).

Φτάνει η αποφράδα μέρα και κάποιος φίλος μου, αρχίζει και γουστάρει τη Μαρία. Εκείνη σα μικρό άβγαλτο κοριτσάκι που ήταν, τα χάνει και δεν ξέρει πως να αντιδράσει. Εγώ στη μέση. Να κάνω τον ταχυδρόμο και να μεταφέρω γράμματα, να κανονίζω συναντήσεις, να είμαι το μαγικό πρόσωπο που τους φέρνει κοντά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Κάπου εδώ μπαίνει στο παιχνίδι και η μαμά της, ως δάκτυλος του μπαμπά βέβαια, που ως γιατρός και γνωστικός, είχε πολλές δουλειές και έβαζε τη μαμά να καθαρίζει για πάρτη του. Αρχίζουν τα όργανα. Γιατί η κόρη βγαίνει έξω από κει που δεν ξεμυτούσε; Που θα πας, με ποιον, τι ώρα θα γυρίσεις, σίγουρα θα είστε οι δυο σας; Αγόρια θα έχει εκεί; Ποιος κάνει πάρτυ; Που; Πόσοι θα είστε; Τους ξέρω; Και αν σου βάλουν χέρι; Και αν σε πειράξει κανένας; (Θα μπορούσα να απαντήσω, αλλά πως να της πω ότι ναι, θα της βάλει χέρι ο τάδε γιατί την έχει γκόμενα; ) Τρίτη γυμνασίου ήμασταν. Με ένα φιλί και μια αγκαλιά, δε θα γυρνούσε σπίτι ατιμασμένη. Τελοσπάντων. Δε μίλησα και όποτε ήθελαν να βρεθούν, πάντα σε μένα ερχόταν. Μαζί μου εδώ μαζί μου εκεί, απορώ πως δε σκέφτηκε τίποτα άλλο ο γιατρός.

Με τα πολλά, χωρίσανε. Εκείνος βαρέθηκε να τα λέει σε μένα, για να τα πω σ’ αυτήν, για να τα πει σε μένα, για να τα πω σ’ αυτόν. Εκείνη βαρέθηκε αυτόν αλλά γλυκάθηκε. Άνοιξε τα μάτια της που λένε. Είδε ότι είχε πέραση και είπε να το εκμεταλλευτεί. Πάντα υπό το άγρυπνο μάτι και αυτί του γιατρού και του βοηθού του (βλέπε μαμά).  Άλλαζε τα αγοράκια σαν τα τζιν της. Όταν άρχιζε να το βαριέται, έπαιρνε άλλο.

Κάπου εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο μπαμπάς αυτήν τη φορά. Τέλος τρίτης Γυμνασίου και ενώ όλοι ξέρουμε σε ποιο Λύκειο θα πάμε και ποιοι θα είμαστε εκεί, για να μην πω και με ποιον θα καθίσουμε στην τάξη, μου σκάει το παραμύθι. Ο μπαμπάς τη στέλνει σε ιδιωτικό Λύκειο. Το δημόσιο ήταν too much για την κόρη του, της έδινε κακό παράδειγμα. Έπρεπε να πάρει άλλες βάσεις, να κάνει άλλους φίλους, πιο σοβαρούς. Αν υπονοούσε κάτι για μένα, δεν το ξέρω και δε μου καίγεται καρφί.

Αποχαιρετιστήκαμε, ευχηθήκαμε τα καλύτερα η μια στην άλλη και είπαμε ότι δε θα χαθούμε. Σε μια γειτονιά μένουμε βρε αδερφέ. Ξεκίνησε και το Λύκειο, κάναμε νέους φίλους που προστέθηκαν στους παλιούς, μεγαλώσαμε κατά ένα χρόνο, εγκλιματιστήκαμε. Με τη Μαρία χαθήκαμε. Την έβλεπα που και που στη γειτονιά, λέγαμε ότι θα τηλεφωνηθούμε, ούτε εγώ πήρα ποτέ, ούτε εκείνη. Ούτως ή άλλως είχε αρχίσει να αποκτά ένα κατιτίς περίεργο. Έπαρση να το πω;

Και περνάει η πρώτη λυκείου.

Αγγελούδι κι εγώ, δεν ήμουν. Έκανα κι εγώ τις τρέλες μου σαν κοπέλα, με μέτρο πάντα. Μπροστά σε άλλες που άρχισαν να ξεσαλώνουν, ήμουν νορμάλ. Έβλεπα φίλες μου που φεύγαν από το σπίτι το Σάββατο το βράδυ με τζιν παντελόνι και ένα μπλουζάκι φυσιολογικό και πήγαιναν σε κάτι μαγαζιά (με τέκνο μουσική τότε) και χορεύανε με τα εσώρουχα ή με κάτι που έμοιαζε απίστευτα με εσώρουχο. Μια από αυτές μου λέει μια μέρα ότι είδε τη Μαρία μέσα σε ένα κλουβί, με ένα σορτς και κάτι σαν μπουστάκι ή σουτιέν να χορεύει. Νομίζω πως ο μπαμπάς της δεν εννοούσε αυτό όταν έλεγε ότι η κόρη του πρέπει να πάρει βάσεις σωστές.

Η Μαρία να κάνει τέτοια πράγματα; Απίστευτο μου φαινόταν!

Την πετυχαίνω… Μιλάμε και κανονίζουμε να πιούμε έναν καφέ να πούμε τα νέα μας.
Μια δυο μέρες μετά, βρισκόμαστε για εκείνον τον καφέ. Και παθαίνω σοκ! Καλοκαίρι προς τη δευτέρα Λυκείου. Η Μαρία έχει σχέσεις διάφορες, με διάφορους. Καπνίζει από κει που δεν το ‘βαζε στο στόμα της. Πίνει σα νεροφίδα. Τριγυρνάει όντως με τα εσώρουχα και χορεύει στα μαγαζιά αφού έχει πάρει κάτι μικρά ροζ, πράσινα και κίτρινα χαπάκια. Και το καλύτερο για το τέλος. Έχει κάνει και γυμνή φωτογράφιση. Και τρέμει μήπως το ανακαλύψει ο γιατρός. Ο φωτογράφος της είπε ότι οι φωτογραφίες της θα βγουν στο εξωτερικό αλλά ποιος μπορεί να είναι σίγουρος; Περνούσε από τα περίπτερα και κοιτούσε εξονυχιστικά όλα τα περιοδικά μήπως και δει τον εαυτό της εξώφυλλο. Γελούσε αλλά η καρδούλα της ήξερε τι αισθανόταν όταν μου τα ‘λεγε αυτά. Γελούσα κι εγώ και απορούσα που ήταν κρυμμένη αυτή η πλευρά της.

Μετά από χρόνια που την ξαναείδα, σπούδαζε στο εξωτερικό. Δεν είχε περάσει κανένα μάθημα και έπρεπε να γυρίσει γιατί τη διώξανε από το πανεπιστήμιο. Θα ήθελα πολύ να δω το μπαμπά το γνωστικό το γιατρό και να του τα τρίψω όλα αυτά στη μούρη, αλλά είμαι υπεράνω. Γιατί με τα πολλά όχι και μη, η Μαρία έγινε άλλος άνθρωπος. Έφτασε στο άλλο άκρο. Έχω πολλά χρόνια να την δω, δε ξέρω τι απέγινε. Ίσως αν ψάξω σε κανένα περιοδικό…

 

Μ.Σ.