Θυμάται ακόμα τα κάγκελα του σχολείου.

Έξι χρόνια. Τα πρώτα χρόνια στο σχολείο δεν άφησαν καλές αναμνήσεις.
Θυμάται στα διαλείμματα το κουδούνι να χτυπά και τους συμμαθητές να τρέχουν έξω στην αυλή. Εκείνη είχε ένα φίλο μόνο. Έναν παράξενο φίλο και μάλλον μεγάλο για την ηλικία της. Τον κυρ Χρήστο στο κυλικείο. Γκριζομάλλης με φαλάκρα και με μια συμπαθητική γυναίκα που κάποιες φορές τον βοηθούσε στο σχολείο. Δεν πήγαινε εκεί γιατί πεινούσε. Πήγαινε γιατί δεν είχε τι να κάνει μέχρι να ξαναμπεί στην αίθουσα. Τα παιδιά δεν της μιλούσαν. Δεν παίζανε μαζί της. Δεν είχε κάποιον να παίξει μαζί του. Τις λίγες φορές που βρέθηκε κάποιος, ήταν για λίγο καιρό, μέχρι να μπει κι αυτός στο νόημα.

Κι έτσι περνούσε την ώρα της στο κυλικείο. Άλλες φορές κλεινόταν σε ένα μικρό καμαράκι στην αυλή, που ήταν άδειο και σκοτεινό. Μια φορά μάλιστα δεν άκουσε το κουδούνι που χτύπησε για μέσα και όταν μπήκε στην αίθουσα, άκουσε κατσάδα. Άλλος ένας λόγος για να νιώθει άσχημα.

Ορισμένες φορές ήθελε να εξαφανιστεί. Να γίνει αόρατη. Να μη μπορεί κανένας να τη δει και να κάνει ότι θέλει χωρίς να τη νοιάζει. Πολλές φορές στα όνειρά της, έβλεπε ότι αν το ήθελε πολύ και ζόριζε λίγο παραπάνω τον εαυτό της, μπορούσε να γίνει αόρατη. Τι κρίμα που μετά πάντα ξυπνούσε. Και το κόλπο δεν έπιανε όταν ήταν ξύπνια.

Τα όνειρά της ήταν αλλόκοτα.
Μια φορά είχε δει ότι ήταν κάτω από ένα τραπέζι και γύρω της φωτιά. Δυο συμμαθητές της, την κοιτούσαν αλλά δεν την έβλεπαν στην ουσία. Και γύρω από το τραπέζι η φωτιά είχε αρχίσει να καίει τα πάντα.

Άλλη φορά ήταν σε ένα δωμάτιο που είχε μια σκάλα στον τοίχο, κολλητά. Αυτή η σκάλα έβγαζε σε ένα δωμάτιο ψηλά σε μια σοφίτα. Της άρεσαν οι σοφίτες. Ήταν μικρές και συμπαθητικές. Κι όταν ανέβαινε τα σκαλοπάτια, η πόρτα της σοφίτας άρχιζε πάντα να μικραίνει. Και να μικραίνει και να μικραίνει μέχρι που χωρούσαν μόνο τα χέρια της.

Όλοι οι άλλοι χωρούσαν εκτός από αυτήν. Και της έκαναν σινιάλο να πάει αλλά εκείνη δε μπορούσε. Κι ένιωθε να πνίγεται στον ύπνο της.
Κάποιες φορές έβλεπε τον εαυτό της μεγάλο, σε ένα μπαλκόνι να απλώνει ρούχα. Και πάντα έπιανε αέρας. Τόσο δυνατός που τη σήκωνε και πετούσε στο κενό. Και ξυπνούσε λίγο πριν να πέσει.

Τα χρόνια περνούσαν αλλά δεν άλλαζε τίποτα. Φίλες υπήρχαν για λίγο και μετά πάλι μόνη.
Κρατώντας τα κάγκελα στην αυλή περιμένοντας να έρθει η ώρα να σχολάσει. Κοιτώντας τον κόσμο να περνάει και να την κοιτάει.
Οι γονείς της δεν το ήξεραν. Ούτε μπορούσαν να φανταστούν πόσο δυστυχισμένη ήταν. Πόσο λαχταρούσε να φύγει και να μην ξαναπάει ποτέ σχολείο.

Και όταν το μάθανε 25 χρόνια μετά, δε μπορούσαν να το πιστέψουν.

Αυτή η μοναξιά δε βγήκε ποτέ από μέσα της. Σαν ένα μικρό ανθρωπάκι, έμεινε εκεί για να της θυμίζει όλα όσα θα προτιμούσε να είχε ξεχάσει. Καμιά φορά, το ανθρωπάκι ξυπνάει θαρρείς και της μιλάει. Της λέει ότι θα είναι πάντα εκεί και ότι η μοναξιά δεν πρόκειται να φύγει ποτέ.

Θα κοιμάται για λίγο αλλά πάντα θα ξυπνάει. Τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Και θα της λέει για όλα τα χρόνια που χάθηκαν και για όλα τα λόγια που δεν ειπώθηκαν. Για όλους τους φίλους που την προσπέρασαν και για τις ώρες του σχολείου που δεν τέλειωναν ποτέ. Για τα δάκρυα που κυλούσαν για χρόνια στα μάγουλά της.

Αυτή η καταραμένη μοναξιά την τριγυρίζει τελευταία. Και όσο κι αν προσπαθεί να την ξαναβάλει για ύπνο, δεν τα καταφέρνει. Σαν ένα μικρό παιδί, το ανθρωπάκι την κοιτάει και γελάει σαρκαστικά. Την κοροϊδεύει.
Την κοιτάει σα να της λέει :
«Μην κουράζεσαι άδικα. Πάντα εδώ θα ‘μαι Εσύ μπορεί να μη με βλέπεις, αλλά εγώ θα είμαι πάντα εδώ. Θα σου κάνω παρέα μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου και να δεις το πιο μεγάλο όνειρο. Όταν είσαι ευτυχισμένη, θα κοιμάμαι. Όταν γελάς, θα κοιμάμαι. Όταν όμως είσαι θλιμμένη, τότε θα ξυπνάω και θα εμφανίζομαι μπροστά σου. Θα σου κάνω παρέα και δε θα φεύγω μέχρι να ξαναγίνεις χαρούμενη. Στο υπόσχομαι.»

Τι κι αν περάσανε τόσα χρόνια; Το ανθρωπάκι την τήρησε την υπόσχεσή του. Εμφανίζεται αραιά και που πια, αλλά η παρουσία του είναι αισθητή και πονάει. Όταν φεύγει, το ξεχνάει και δεν το σκέφτεται. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Όταν ξανάρχεται όμως, είναι σα να μην έφυγε ποτέ.

Λες και το κορίτσι εκείνο δε μεγάλωσε ποτέ.

 

Vanessa