Θες να γράψεις δυο λόγια για τον άγγελό σου, για τον μόνο ίσως άνθρωπο της ζωής σου, τόσες και τόσες βλακείες γράφεις άλλωστε κατά καιρούς, πως να μην γράψεις για εκείνη που της χρωστάς, και για πρώτη φορά οι λέξεις αρνούνται να ξεμυτίσουν από το μυαλό σου. Σα να ξέρουν πως δεν θα ‘ναι αρκετές.

Πόσος καιρός πάει άραγε; Πάνω από μήνας, αλλά πόσος; Ποτέ δεν θυμόμουν ημερομηνίες και ασήμαντες λεπτομέρειες. Λες και το μυαλό μου έχει χώρο μόνο για συναισθήματα. Κατάρα μεγάλη. Και από την κηδεία μόνο συναισθήματα θυμάμαι. Ορφάνια. Μοναξιά. Κενό. Και τα γκρίζα της μαλάκια. Μόνο εκείνα μπόρεσα ν’αγγίξω. Μόνο εκείνα δεν ήταν ξένα πάνω της. Αν αναρωτιέσαι, χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, η γιαγιά μου ήταν για μένα ότι για σένα η μάνα. Και δυστυχώς, πήρα πολλά από εκείνη. Γιατί δεν έζησε. Μόνο για τους άλλους. Και αν κάτι με πονάει πιο πολύ απ’ το χαμό της, είναι που δεν έζησε. Και εγώ, παλεύοντας να μάθω να ζω, στάθηκα ανίκανη να της προσφέρω όση ζωή θα ‘θελα.

Από μικρή τη θυμάμαι να λέει «μόνο τα μυαλά μου να μην χάσω όταν γεράσω!». Και ‘συ, χαιρέκακο Σύμπαν, με το ειρωνικό σου χαμόγελο, της έστειλες ότι φοβόταν. Άνοια. Και με κάποιον παράδοξο τρόπο, τότε σχεδόν έζησε. Έδειξε τους φόβους της, τραγούδησε, χόρεψε, έγινε πειραχτήρι και, για πρώτη φορά, με χάιδεψε τόσο πολύ. Χόρτασα χάδι. Και ύστερα, μια μέρα απλά με ρώτησε ποια είμαι. Για μια φορά με ξέχασε και εγώ βούλιαξα. Γιατί, όσο και αν δεν ήξερε να εκφράζει, τόσα χρόνια, τα συναισθήματά της, για ‘μένα ήταν πάντα το ήρεμο και ασφαλές λιμανάκι μου. Πόσα κουράγια χρειαζόμουν πια κάθε φορά για να πάω να την δω…

Όταν άρχισε τα φάρμακα, τα όμορφα γκρίζα ματάκια της, άρχισαν να χάνουν το χρώμα τους. Άρχισε να ζαρώνει. Να εξαφανίζεται. Όταν πήγα να την δω, πριν φύγω για δουλειά στο νησί, ήξερα πως θα ‘ναι η τελευταία. Είχε γίνει πια ένα μικρό κουβαράκι. Βγάλαμε μαζί μια φωτογραφία. Πήρε και πόζα. Εκείνη… Που δεν καθόταν ποτέ να την βγάλεις φωτογραφία… Όμως δεν μου αρέσει να την κοιτάζω. Μου είναι αδύνατον να την θυμάμαι έτσι.

Θα σου πω ποια ήταν, με κάποιους σκόρπιους συνειρμούς. Η γιαγιά μου ήταν άνθρωπος δυνατός, ποτέ δεν την άκουσα να παραπονιέται. Περήφανος. «Ποτέ να μην ξέρει ο κόσμος τι γίνεται στο σπίτι σου», μου έλεγε. Και όπως δεν ήθελε να λένε για εκείνη, έτσι κι’ εκείνη δεν μιλούσε ποτέ για κανέναν.

Το μόνο που έμαθε να γράφει, ήταν το όνομά της και το θυμόταν μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Καημό το είχε που δεν πήγε σχολείο. Ο πόλεμος την βρήκε στην πρώτη δημοτικού και ήταν το μόνο από έξι αδέρφια που έμεινε πίσω να φροντίζει τους υπόλοιπους. Και ήταν έξυπνη. Πολλές φορές με άφηνε με στόμα ανοιχτό.

Δεν ήξερε να λέει «σ’ αγαπώ», όμως τα ρούχα μου πάντα μοσχοβολούσαν. Ίσως ένα και μοναδικό που θυμάμαι, ήταν ένα μεσημέρι που γύρισα από το σχολείο και είχε στρώσει με όλες τις κούκλες μου το πρώτο μου κρεβάτι. «Έκπληξη», μου’χε πει.

Τις Κυριακές των παιδικών μου χρόνων, όταν ακόμα μαζευόμασταν στο χωριό, μας έφτιαχνε κοτόπουλο κοκκινιστό στο τηγάνι, τηγανητές πατάτες και πιλάφι. Να θυμηθώ να το κάνω…

Οι μυρωδιές που θυμάμαι, όταν κλείνω τα μάτια, είναι ο απλωμένος φρέσκος τραχανάς και το ζεστό «ζυμωτικό» ψωμί, όπως το έλεγε, με το λιωμένο βουτυράκι. Και, ρε φίλε, πόσο μπροστά ήταν… Δεν είχαμε καν ακουστά τότε το τσιζ κέικ και εκείνης της άρεσε να τρώει ψωμί με μαρμελάδα φράουλα και από πάνω μια φέτα τυράκι! Χαμογελώ…

Κι’εγώ μεγάλωνα και γινόμουν όλο και πιο θυμωμένη που δεν είχα σε ποιον να μιλήσω για όσα με πονούσαν. Που δεν ήξερα καν πως να μιλήσω. Και η ζωή έπαιρνε το δρόμο της και ‘γω προσπαθούσα να μάθω να τον βαδίζω. Και χανόμουν στις στροφές του.

Όμως, κάθε φορά που θα ‘χα ανάγκη να ακούσω τη φωνούλα της και θα την έπαιρνα τηλέφωνο, όσο και αν κρατούσα σταθερή τη φωνή μου, εκείνη πάντα κατάφερνε και άκουγε τον κρυμμένο μου λυγμό. Και τότε βούρκωνε και με ρωτούσε με παράπονο:
«Γιατί, κορίτσι μου, τι έχεις;»