Δεν της άρεσαν εκείνες οι ιστορίες. Αγόρι γνωρίζει κορίτσι, αγόρι πληγώνεται, κορίτσι φεύγει στο ηλιοβασίλεμα με τον πρώτο μαλάκα. Δεν της άρεσαν εκείνες οι ιστορίες όχι, παρόλο που ζούσε μέσα σε ιστορίες, εκατοντάδες ιστορίες, κάθε λογιών. Τροφοδοτούσε η φαντασία των βιβλίων την αληθινή ζωή, να έχει κουράγιο να σηκώνεται, να πηγαίνει σχολείο, φροντιστήριο, να πηγαίνει σούπερ μάρκετ, στα νοσοκομεία και τις κηδείες, παρόλο που της άρπαζαν τα πλευρά σα μέγγενη, παρόλο που ίδρωναν οι παλάμες της, παρόλο που θόλωναν τα μάτια της και βαρούσε η καρδιά στα μηνίγγια της. Όλα τα έκανε, τα δύσκολα, τα βαρετά, ακόμη και τα ακατόρθωτα γιατί στον κόσμο υπήρχαν ιστορίες.

Ίσως από τύχη, ίσως από ατυχία, ίσως επειδή δεν τις γούσταρε τις κλασσικές ιστορίες πήγε και αυτό και το έκανε ανάποδα. Όσο ανάποδα έκανε τα πάντα στη ζωή της. Έγινε η ιστορία, κορίτσι γνωρίζει αγόρι, κορίτσι πληγώνεται, αγόρι παίρνει την κάθε μαλακισμένη στο ηλιοβασίλεμα. Ιδανικά την παίρνει στα τέσσερα με θέα το ηλιοβασίλεμα.

Αλλά το αγόρι δεν ήταν ο κλασσικός τύπος που σε κάνει φίλη του και δεν βλέπει τι του γίνεται (όχι ακριβώς τουλάχιστον).
Ούτε ο κλασσικός ψεύτης αλά Μάνθος
«Φιόνα! Μοναδική μου αγάπη!» (όχι ακριβώς τουλάχιστον).
Μπα, αυτό το αγόρι ήταν κάτι άλλο. Διαφορετικό.
Πιο σκοτεινό, πιο σπασμένο από τα άλλα αγόρια της ηλικίας του.
Και το κορίτσι δεν το ήθελε για φίλη, μια χαρά τη γούσταρε.
Και στο κορίτσι δεν έλεγε ψέματα, μια χαρά της αράδιαζε όλα τα αμαρτήματα του.
Αλλά το αγόρι βασικά ήθελε νταντά και ψέματα έλεγε σε όλες τις άλλες. Και ήταν πολλές οι άλλες μέσα στα χρόνια και το κορίτσι εκεί, σταθερά, να παίζει τον κυματοθραύστη σε μια θάλασσα ξένη, να κάνει τη μάνα και τη νταντά ταυτόχρονα.

Όχι δεν φταις. Έλα φάε. Έλα σήκω να βγούμε. Γιατί ήπιες τόσο; Γιατί τους μίλησες άσχημα; Όχι σου είπα δεν φταις. Μην μαλώνεις με τους δικούς σου. Μην μαλώνεις με τους φίλους σου. Καλά, γιατί άρχισες το κάπνισμα; Γιατί σταματάς από την ομάδα; Τι κάνεις; Σταμάτα να παίζεις ξύλο στα γήπεδα, σταμάτα να παίζεις ξύλο στους δρόμους και στα μαγαζιά. Τρελάθηκες;
Μην τολμήσεις να αφήσεις το φροντιστήριο. Όχι, με το ζόρι Χημικό θα περάσεις, γιατί το ήθελες πάντα. Έλα, δεν φταις εσύ, πάμε στο live όπως υποσχέθηκες. Εγώ; Ναι τι εγώ; Καλά είμαι, δεν με βλέπεις; Σήκω. Τι κάνεις; Που σκατά τα βρήκες αυτά; Ποιός στα έδωσε; Δεν είναι καραμέλες φτάνει. Όχι δεν θέλω να πάρω ένα. Ούτε εσύ να παίρνεις. Κλάψε δεν φταις, είμαι εγώ εδώ ησύχασε, θα περάσει. Πέρασε κιόλας.
Ερωτεύτηκες; Ποια; Όχι, δεν με πειράζει τι να με πειράξει εμένα; Εμένα με ξέρεις, σαν τα μούτρα σου με έκανες. Σήκω να πάμε να τη γνωρίσω. Δεν φταις που σε άφησε, πάψε.
Θα βρεις άλλη, δεκάδες άλλες, το’ χεις εσύ. Πάντα το είχες. Πανεπιστήμιο γιατί δεν πας; Με τον αδερφό σου γιατί δεν μιλάτε;
Γιατί με πήρες τηλέφωνο χαράματα; Γιατί μου ζήτησες να έρθω να σου μαγειρέψω; Σταμάτα, φτάνει, δεν γυρνάει ο κόσμος όλος γύρω από εσένα.
Όχι δεν το λέω για εμένα, εγώ είμαι καλά, σκέψου λίγο τους άλλους όμως. Ναι έφαγα, όχι δεν θέλω να βγω, άσε με.
Άσε με, μην με φιλάς με ενοχλεί το αλκοόλ στην ανάσα σου και επιτέλους σταμάτα να κάνεις σα παιδί. Μάθε να διαλέγεις τις μάχες σου, δεν μπορώ να τρέχω με τη ψυχή στο στόμα κάθε φορά, να σε μαζεύω από νοσοκομεία.
Ει… ακούς; Ερωτεύτηκα.
Τι ποιόν; Δεν τον ξέρεις. Όχι δεν θα τον γνωρίσεις.
Τι πάει να πει πως κι ερωτεύτηκα; Ρε εγωιστικό μαμόθρεφτο, κωλόπαιδο τι νόμιζες; Μια ζωή θα παίζω την νταντά σου;
Όχι. ΟΧΙ! Φτάνει, ως εδώ ήταν.
Φύγε, μου αξίζει λίγη χαρά. Τον μπούλο σου τώρα.

 

Χρόνια μετά, σε ένα μαγαζί.

 

Γυναίκα μπαίνει με τη παρέα της, κάθεται, σηκώνει το βλέμμα και βλέπει άντρα. ΤΟΝ άντρα. Δεν θυμάται γιατί είναι εκεί πια, ούτε τι ποτό πίνει θυμάται (δηλαδή φαντάσου τα χάλια της!). Δεν θυμάται τον πόνο, ούτε το τι της κόστισε. Θυμάται μόνο τα γέλια, τα ζεστά χείλη, τις λίγες φορές που κοιμήθηκαν μαζί, τη φορά που την κυνήγησε στις σκάλες μην του φύγει.
Η γυναίκα που κάθεται μαζί με τη παρέα της, ξαφνικά, θυμάται το κορίτσι που είδε αγόρι. Θυμάται πόσο δεν της αρέσουν αυτές οι ιστορίες και όταν ο άντρας που μοιάζει με το αγόρι ξανά την πλησιάζει, εκείνη σηκώνεται.
Εξωσωματική εμπειρία.
Την κλείνει στα χέρια του και αρπάζεται από τη μπλούζα του. Το πρόσωπό της στο στήθος του ρουφάει τη μυρωδιά του. Η ίδια μυρωδιά.

Στο τέλος της βραδιάς την αγκαλιάζει ξανά. Σφιχτά, πιο σφιχτά, για ώρα πολλή.
«Σ’ αγαπάω», της λέει.
«Σε μισώ», του απαντάει.

Το άτομο που φεύγει από εκείνο το μαγαζί, δεν είναι η γυναίκα που μπήκε, ούτε το κορίτσι που ήταν. Είναι μια άλλη, μια άλλη που δεν έχει γνωρίσει ακόμα αλλά θα τη μάθει με τον καιρό.
Δεν πειράζει. Τώρα ξέρει κάτι πολύ σημαντικό.
Τώρα επιτέλους ξέρει γιατί γράφει η ίδια τις ιστορίες. Κάθε λογιών ιστορίες.

Σαν αυτή εδώ καλή ώρα.
Φαντασία. Γιατί η πραγματικότητα μόνη της πονάει πολύ και οι ιστορίες έχουν χαρούμενα τέλη. Πρέπει να έχουν.
Σωστά;