Ξυπνάς το πρωί κομμάτια, λες και πάλευες όλο το βράδυ με παλαιστή σούμο. Το μυαλό δίνει εντολές που το σώμα αρνείται να ακολουθήσει. Πόνοι και μια δυσκαμψία σε συνοδεύουν μέχρι την κουζίνα όπου η καφετιέρα καλείται να κάνει το θαύμα της. Η μυρωδιά του καφέ γεμίζει τα ρουθούνια και τραβάς τζούρες με τα μάτια κλειστά. Πιάνεις την ζεστή κούπα και με τα δυο χέρια και πίνεις μια γερή γουλιά. Τίποτα. Η μέγκενη συνεχίζει να σφίγγει το κεφάλι και τα μάτια παραμένουν ερμητικά κλειστά. Επόμενη ελπίδα ένα ντους. Αφήνεις το νερό να τρέξει πάνω σου σαν βάλσαμο. Δειλά δειλά το αίμα αρχίζει να κυκλοφορεί στις φλέβες. Καταβάλλεις υπερπροσπάθεια για να ντυθείς και να βγεις έξω. Το φως εκτυφλωτικό. Τα μυρμήγκια που έχουν πιάσει δουλειά από το ξημέρωμα κάνουν ασύλληπτη φασαρία. Το νευρικό σου σύστημα αρχίζει να τεντώνεται. Προχωράς στον δρόμο, όταν κάποιος περνάει με κόκκινο και παραλίγο να σε πατήσει. Τον στολίζεις σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο, φτάνεις στο πάρκο και κάνεις στάση.

Δροσιά και ησυχία. Φέρνεις πίσω το κεφάλι και ανάβεις τσιγάρο. Σε λίγο δεύτερο και στα καπάκια τρίτο. Κοιτάς το πόδι σου που ανεβοκατεβαίνει νευρικά και προσπαθείς να το σταματήσεις με το χέρι. Τραντάζεσαι ολόκληρη. Νιώθεις ένα κύμα εκνευρισμού να φουντώνει και να καίγεται το πρόσωπο σου. Πετάγεσαι και ψάχνεις έναν να σου δώσει μια αφορμή για να του δαγκώσεις το λαρύγγι. Κανείς; Κανείς…

Τελειώνεις τις δουλειές σου και επιστρέφεις στο σπίτι. Αρπάζεις την κούπα με τον καφέ, πας να πιεις και από μια ανύπαρκτη τρύπα στο σαγόνι, ένα σκούρο ρυάκι κυλάει στην (πρώην) ολόλευκη μπλούζα σου. Τα καντήλια και το υπόλοιπο λεξιλόγιο νταλικιέρη βγαίνουν ορμητικά προς κάθε κατεύθυνση. Πετάς το κουταλάκι στον νεροχύτη και σπάει το μοναδικό ποτήρι που βρίσκεται εκεί. Μουγκρίζεις κάτι ακατάληπτο με τα δόντια σφιγμένα, προσπαθείς να μαζέψεις τα σπασμένα γυαλιά. Κάτι κυλάει κόκκινο, πριν καν νιώσεις τον πόνο. Κόπηκες ηλίθια! Ανεγκέφαλη μαλάκω! Για τίποτα δεν είσαι! Η έκρηξη σου συνεχίζεται για ώρα. Τα βάζεις με τον εαυτό σου, με τον κόσμο, με την φύση, το σύμπαν, με ότι σου έρχεται στο μυαλό.

Αφήνεις τα σπασμένα γυαλιά πριν πάθεις τίποτα χειρότερο και πας στο σαλόνι. Κάθεσαι στην αγαπημένη σου πολυθρόνα προσπαθώντας να χαλαρώσεις. Μα, τι ζέστη είναι αυτή; Κόμποι ιδρώτα ξεπετάγονται από το δέρμα σου. Στο πρόσωπο, στα χέρια, στη πλάτη, παντού! Ανάβεις ανεμιστήρα και προσπαθείς με ανάσες να ρίξεις τους σφυγμούς σου που τρέχουν με χίλια. Επιτέλους δροσιά. Ωραία δροσιά! Το λες και ψυχρούλα. Σβήνεις τον ανεμιστήρα αλλά και πάλι κρυώνεις. Βάζεις ένα φούτερ και κάλτσες. Λίγο καλύτερα. Τα μάτια σου βαραίνουν και κλείνουν για λίγο. Αυτή η κούραση και η υπνηλία σε έχουν τσακίσει. Ξυπνάς μετά από λίγο μούσκεμα στον ιδρώτα. Βγάζεις κάλτσες και φούτερ και ανάβεις τον ανεμιστήρα…

Σε πιάνει μια λύσσα για φαγητό. Ορμάς στην κουζίνα και ανοιγοκλείνεις ντουλάπια και ψυγείο. Σε λίγο ο πάγκος έχει πάνω ψωμί, τυρί, φρούτα, γλυκό βύσσινο, γαύρο μαρινάτο, σοκοφρέτα, κρύα πίτσα από χθες και ένα ταπεράκι με λίγες μπάμιες. Τα κατεβάζεις ανάκατα και αμάσητα. Τίποτα δεν άλλαξε. Θέλεις να φας και τις πόρτες μαζί με τα πόμολα. Τα νεύρα σου έχουν αλλάξει κατηγορία. Έχουν περάσει στο κόκκινο της φωτιάς και ένα σου βήμα μπορεί να προκαλέσει σεισμό πολλών ρίχτερ και τσουνάμι στις ακτές της Αυστραλίας.

Ξαπλώνεις στο κρεβάτι έχοντας κλείσει παράθυρα και φώτα. Προσπαθείς να χαλαρώσεις μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία. Λειτουργεί! Οι σφυγμοί σου έχουν πέσει στο κανονικό και η ανάσα σου είναι πλέον ήρεμη. Ο πονοκέφαλος δεν είναι τόσο έντονος και ένα χαμόγελο σκάει στην άκρη των χειλιών. Μέχρι που το πιτσιρίκι από απέναντι αρχίζει να ουρλιάζει σε απίστευτη ένταση με πολλά db! Όλη σου η προσπάθεια τινάζεται στον αέρα. Βρίζεις, φωνάζεις, καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που ξύπνησες σήμερα. Γιατί πρέπει να το περνάς όλο αυτό; Τι σου συμβαίνει; Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια σου και σε λίγο κλαις με λυγμούς χωρίς να ξέρεις το γιατί. Εκνευρίζεσαι ακόμη περισσότερο. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το πιάνεις στα χέρια με σκοπό να το πετάξεις στον τοίχο, όταν βλέπεις το όνομα του αγαπημένου σου.

«Τι κάνεις μωρό μου;»
«Τι κάνω; Τι κάνω; Σκοτώνω άνθρωπο, αυτό κάνω! Δεν είμαι καλά, νομίζω πως θα τρελαθώ…»
«Μπορείς να ηρεμήσεις λίγο, να πάρεις μερικές ανάσες και να μου κάνεις μια χάρη;»
«Τι χάρη; Τι θέλεις κι εσύ μωρέ; Σου λέω ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ! Θες να τα ακούσεις εσύ τώρα; ΑΣΕ ΜΕ ΣΟΥ ΛΕΩ!»
«…»
«Έλα, είσαι εκεί; Γιατί δεν μιλάς;»
«Σε αφήνω να ξεσπάσεις για να μιλήσουμε σαν άνθρωποι.»
«Συγγνώμη βρε μωρό μου, δεν ήθελα να σου φωνάξω… ουαααααααα….»
«Μην κλαις αγαπούλα μου. Άκουσε με λίγο σε παρακαλώ.»
«Σνιφ, σνιφ, άντε λέγε!»
«Πήγαινε στην κουζίνα και άνοιξε το ντουλάπι με τις τροφές των γατιών.»
«Μισό. Το ανοίγω. Τι είναι αυτό το κουτί με την κορδέλα;»
«Άνοιξέ το. Για σένα είναι.»
«Έχει κι ένα σημείωμα…»
«Διάβασέ το.»
«“Αγάπη μου” (σνιφ, σνιφ) “σήμερα θα σου έρθει περίοδος. Στο κουτί έχει ένα δώρο για σένα. Σ’ αγαπώ πολύ!” Έλα βρε μωράκι μου… δεν το σκέφτηκα καθόλου…».
«Άνοιξε το κουτί…»
«Ωωωωωωωωωωωωω! Μερέντα σε μεγάλη συσκευασία! Αγάπη μου, σε λατρεύω!»
«Προσπάθησε να μην την φας όλη!»
«Δεν υπόσχομαι…»

Βυθίζεις το κουτάλι μέσα στο κουτί και μετά το αφήνεις πάνω στη γλώσσα. Όλα θα πάνε καλά κι αυτή τη φορά.