Του Ευαγγελισμού (βοήθειά μας!), γιορτάζουν ο Ευάγγελος, η Ευαγγελία, μερικοί Άγγελοι που στα χωριά τους, τους Ταξιάρχες δεν τους έχουν ούτε για ρετάλια (άγνωστο γιατί) κι εγώ.

Όπου εμένα δεν με λένε ούτε Ευάγγελο, ούτε Ευαγγελία ούτε καν Αγγελική από τα ως άνω εχθρικώς προς τους Ταξιάρχες προσκείμενα χωριά. Εμένα με λένε ΕΥΓΕΝΙΑ!
Ναι όμως, Ευγενία τί; ΕΥΓΕΝΙΑ ΛΙΤΣΑ αγαπητοί! Και όπως είναι φανερό Λίτσα είναι το επίθετό μου. Και ζω με αυτό πολλάαα χρόνια, νομίζω από τότε που ο μπαμπάς μου με δήλωσε στο Ληξιαρχείο, ως γνήσιο τέκνο του.

Και αυτομάτως τα ευκόλως εννοούμενα για τον περισσότερο κόσμο, για μένα έγιναν δυσκόλως. Και εξηγούμαι. Κατ’ αρχήν κάθε 25η Μαρτίου, μ’ αρέσει δε μ’ αρέσει, αναγκάζομαι να εξηγήσω για μια ακόμη φορά ότι δεν γιορτάζω, σε ανθρώπους που με όλη την καλή τους διάθεση μου στέλνουν ευχές στο facebook, με τους οποίους εννοείται ότι δεν γνωριζόμαστε προσωπικά. Νταξ, δεν έγινε και τίποτε.

Τα παιδικά μου τραύματα όμως είναι άλλη υπόθεση. Πρώτη Δημοτικού και η δασκάλα μου δημιουργεί την πρώτη μου μεγάλη ανασφάλεια λέγοντας: «Σήμερα παιδιά θα μας γράψουν στο πίνακα το Α ο Κωστάκης, η Μαρία, η Ελενίτσα και η Λίτσα».
Καμία αντίδραση εκ μέρους μου παρόλο που το Α το έχω μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά. Λίτσα στον πίνακα, ξαναλέει και με κοιτάει, καταλαβαίνω, ντροπαλά ψελλίζω Ευγενία με λένε. Σηκώνομαι μεν, συντετριμμένη δε, καθόσον μέσα στο κεφάλι μου έχει ήδη μπαστακωθεί η πεποίθηση, ότι η δασκάλα φωνάζει τα άλλα παιδάκια με το μικρό τους όνομα γιατί τα συμπαθεί, ενώ εμένα με το επίθετό μου διότι της κάθομαι στο στομάχι. Και αναρωτιέμαι γιατί, τι της έκανα και δεν με χωνεύει;

Και περνούν τα χρόνια στο ίδιο μοτίβο, δάσκαλοι και συμμαθητές να κάνουν (εν αγνοία τους θέλω να πιστεύω), ένα είδος πρωτόγονου bullying στο κοριτσάκι με το περίεργο όνομα, που ήμουνα και ντροπαλό και έσκυψα το κεφάλι στη μοίρα και κόντεψα να ξεχάσω το βαφτιστικό μου.
Έντεκα χρονών και επίσκεψη σε γιατρό γελαστό και συμπαθέστατο μέχρι την ώρα που τον ακούω να λέει:
«Λοιπόν δεσποινίς θα μου πεις το όνομά σου;»
«Ευγενία Λίτσα», απαντώ.
«Ωραία, και το επίθετό σου;»
«Λίτσα»,
ξαναπαντώ αλλά έχει γυρίσει λίγο το ματάκι μου.
«Ναι, και το άλλο;»
Ε τι στον κόρακα να σου κάνω γιατρέ μου για να σε ευχαριστήσω πχια; Δεν έχω άλλο, αυτό είναι κι αν σου κάνει στο φινάλε, σόρρυ κιόλας που η ταπεινή καταγωγή μου δεν μου έδωσε κανένα όνομα όπως Δόνια Κάρμεν Μαρία Ντολόρες Σολιδάδ Εστέλλα ντε λος Αλμοδοβάρ Θαπατέρο και τελειωμό δεν έχει!
Μ’ αυτά και μ’ αυτά απέκτησα μία συνήθεια που έχω μέχρι και σήμερα και μάλλον πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά το χούι. Όταν συστήνομαι λέω χωρίς ανάσα: ΕυγενίαΛίτσαΛίτσαείναιτοεπώνυμόμουχάρηκα!

Όμως πριν πολλά πολλά χρόνια μου χαμογέλασε κι εμένα η ζωή στο συγκεκριμένο θέμα. Υπάλληλος σε Δημόσια Υπηρεσία εγώ και σύμφωνα με τις εικαστικές παρεμβάσεις στο χώρο, που συνηθίζονται άλλωστε στις δημόσιες υπηρεσίες όπως όλοι γνωρίζουμε, έχω πάνω στο γραφείο μου ένα ταμπελάκι με το όνομά μου – Ε.ΛΙΤΣΑ – να κοιτάει προς τα έξω να το βλέπουν όλοι. Μπαίνει μέσα κοπελιά λίγο ψαρωμένη με μια αγκαλιά χαρτούρα στα χέρια και κατευθύνεται κατά πάνω μου. Ήρθα για το διορισμό μου, μου λέει και καρφώνεται στο κιτς ταμπελάκι, χαμογελάει συνωμοτικά και ρωτάει: «Λίτσα σας λένε;»
«Ναι», απαντώ έτοιμη για μια ακόμη μάχη.
«Εμένα Σούλα μου λέει, θα κάναμε καταπληκτικό δίδυμο σε σκυλάδικο της Εθνικής Οδού, ΛΙΤΣΑ-ΣΟΥΛΑ».
Στην καρδιά μου την έβαλα αυτήν την κοπέλα. Ακόμη υπηρετούμε μαζί και στη σύνταξη θα κάνουμε το όνειρό μας πραγματικότητα! Νέον ταμπέλα να αναβοσβήνει: ΛΙΤΣΑ – ΣΟΥΛΑ!

Σε άλλες τώρα φάσεις έχει και τη σκοτεινή του πλευρά το πράγμα.
Παραγγέλνω σουβλάκια. Τι πιο απλό, ανθρώπινο και ταπεινό;
«Τι όνομα γράφει το κουδούνι;»
«Λίτσα Ευγενία…» -348 βαθμοί Κελσίου στη γραμμή, παύση δευτερολέπτων και… μάλιστα, μάλιστα… καλή σας όρεξη… Δεν σχολιάζω άλλο!

ΕΥΓΕΝΙΑ ΛΙΤΣΑ λοιπόν, φέρουσα περήφανα το επώνυμο που μου χάρισε ο αγαπημένος μου μπαμπάς! Μπαμπά αφιερωμένο σε σένα!

 

 

Ευγενία Λίτσα