Στην Ελπίδα άρεσαν πολύ οι λουκουμάδες.

Όταν ήταν μικρή λάτρευε να τους φτιάχνει. Έπαιρνε τη λεκάνη της, τη γέμιζε με νερό, αλεύρι, μαγιά, αλάτι, κορν φλάουρ και βουτούσε για ώρα τα χέρια της στο μείγμα. Ανακάτευε και ανακάτευε μέχρι να πιαστούν τα ακροδάχτυλά της. Άφηνε τη ζύμη να ξεκουραστεί και άναβε το μάτι. Μόλις άκουγε τον ήχο του καυτού λαδιού, έπιανε τη ζύμη, δημιουργούσε μικρά σφαιρίδια και τα πετούσε στο λάδι.

Έπειτα από λίγη ώρα είχε μπροστά της τους αγαπημένους της λουκουμάδες. Πάντα με μέλι και κανέλα.

Τώρα μεγάλωσε. Δεν έχει χρόνο να τους φτιάξει πάρα μονάχα να τους αναζητάει όταν τους έχει ανάγκη. Όταν, μετά τη δουλειά, χρειάζεται μια στιγμή πριν πάει για ύπνο. Τότε, επισκέπτεται το μικρό μαγαζάκι στην Κυψέλη. Εκεί έχει πάντα λουκουμάδες και ζεστό καφέ. Εκεί είναι το καταφύγιο της.

Ο Γιώργος λατρεύει τους λουκουμάδες.
Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, κάθε Κυριακή το σπίτι μοσχομύριζε τηγάνι και καϊμάκι. Όλη η οικογένεια με μικρά πιατάκια και φλιτζανάκια με ελληνικό καφέ να λέει ιστορίες απ’ τα παλιά. Κάθε Κυριακή.

Δίπλα στη γιαγιά του έμαθε να μαγειρεύει και κυρίως να δημιουργεί τα τέλεια ζυμαρένια σφαιρίδια που τόσο αγαπούσε. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως είχε αφιερώσει τη ζωή του στο αλεύρι. Εκείνο τον έκανε χαρούμενο για χρόνια και θέλησε να μοιραστεί αυτή του τη χαρά και με άλλους ανθρώπους.

Μεγαλώνοντας, είχε ένα όνειρο. Ν’ ανοίξει ένα μικρό μαγαζί σε μια μικρή και γραφική γειτονιά. Ένα μαγαζί που θα έχει πάντα λουκουμάδες και ζεστό καφέ.

Η Ελπίδα είναι τραγουδίστρια. Δουλεύει σε ένα μικρό μαγαζί στην καρδιά της Αθήνας. Κάθε μέρα από το απόγευμα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες είναι παρέα με το μικρόφωνό της και τραγουδά για τα περασμένα. Αγαπάει τη μαγεία της μουσικής. Μέσα από τη μουσική μπορεί να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο από την καρέκλα της.

Ο Γιώργος είναι επιχειρηματίας. Έκανε το όνειρο του πραγματικότητα κι άνοιξε το μαγαζάκι που τόσο αγαπούσε σε μια γραφική γειτονιά της Κυψέλης. Ένα μαγαζάκι που δούλευε όλη μέρα. Ένα μέρος για όσους θέλουν να ξεφύγουν από την πραγματικότητα.

Ένα ξημέρωμα Κυριακής, τα πόδια της Ελπίδας την έβγαλαν στο αγαπημένο της μαγαζί. Δεν είχε καμία όρεξη. Ήθελε να πάει στο σπίτι της και να κρυφτεί κάτω από το πάπλωμα. Όμως κάτι την κράτησε εκεί. Έσπρωξε διστακτικά την πόρτα και μπήκε μέσα. Ήταν μόνη της. Έκατσε σε ένα σκαμπό και άφησε ελεύθερο το κεφάλι στα χέρια της.

Μια μυρωδιά από καϊμάκι έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της και ο ήχος ενός πλαστικού πιάτου την έκανε να αναπηδήσει.

«Ένα πιάτο λουκουμάδες με καϊμάκι πάντα βοηθάνε!», της είπε.

Εκείνη πήρε το πιρούνι και έπιασε έναν. Τραγανός. Το παγωτό έλιωνε και πότιζε το μικρό σφαιρίδιο. Το έφερε στο στόμα της και το έφαγε. Κοίταξε τον άντρα απέναντι της κι άφησε το πιρούνι. Σηκώθηκε από την καρέκλα της, έπιασε τα μαλλιά της και μπήκε στην κουζίνα.

Μετά από λίγη ώρα, βγήκε κρατώντας ένα πιάτο και δύο κούπες καφέ. Μαύρο και αχνιστό. Άφησε το πιάτο με τους λουκουμάδες με μέλι και κανέλα μπροστά του. Πήρε το πιρούνι, έπιασε έναν κι άφησε το μέλι να τρέξει. Μόλις κατάφερε να σηκώσει το μικρό σφαιρίδιο, το πήγε κοντά στο στόμα του.

«Ένα πιάτο λουκουμάδες με μέλι και κανέλα πάντα βοηθάνε», του είπε. Εκείνος πηρε τον λουκουμά από το πιρούνι που αιωρούνταν και χαμογέλασε.

«Με λένε Γιώργο…»
«Κι εμένα Ελπίδα…»

 

Η φωτογραφία είναι από τη συνταγή για λουκουμάδες του Άκη Πετρετζίκη

https://akispetretzikis.com/el/categories/glyka/loykoymades