Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, μια ιστορία διαφορετική δύσκολο κάποιος να την πιστέψει, αλλά εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας την αφηγηθώ, όλα τα υπόλοιπα δεν είναι δική μου δουλειά.

Κάπου, κάποτε -ο χρόνος και το μέρος- είναι δύσκολο να προσεγγιστούν, δύο νέοι αγαπήθηκαν πολύ. Τόσο πολύ που οι δυο τους είχαν φτιάξει έναν προσωπικό παράδεισο και κατοικούσαν εκεί, ζούσαν ο ένας για τον άλλον. Εκείνος, όμορφος, πολύ όμορφος, χαρακτηριστικό του τα βαθιά καστανά μάτια του και τα κατάμαυρα μαλλιά του. Μαύρα σαν τον έβενο. Εκείνη θύμιζε νεράιδα παραμυθιού, ξανθιά με κατάλευκο δέρμα και μάτια στο χρώμα του ουρανού. Τόσο διαφορετικοί εμφανισιακά αλλά σας δίνω όρκο ότι μαζί έδειχναν το πιο ταιριαστό ζευγάρι του κόσμου.

Από την αυγή του ήλιου μέχρι την δύση του, ήταν ένα. Μαζί καθημερινά σε εκείνη την παραλία, ένας μικρός κολπίσκος στην ουσία, σχεδόν κρυμμένος πίσω από μεγάλα βράχια, και μια θάλασσα πάντα ήρεμη να απλώνεται μπροστά τους. Ήταν το δικό τους μέρος, η δική τους μικρή χώρα. Εκεί ενώθηκαν πρώτη φορά κάνοντας έρωτα δίπλα από το ελαφρύ κύμα που άγγιζε τα ερεθισμισμένα κορμιά τους ενώ εκείνοι έκαιγαν από τον πόθο και την ηδονή.

Όρκο είχαν δώσει πως τίποτα δεν θα τους χώριζε, πως γεννήθηκαν για να είναι μαζί. Συζητούσαν με τις ώρες, γελούσαν μαζί, έκλαιγαν μαζί, έκαναν όνειρα για το μέλλον. Αχ Θεέ μου πόσα όνειρα μοιράζονταν ο ένας συμπλήρωνε κάθε κενό του άλλου με κάθε πιθανό τρόπο. Πολλές φορές δεν χρειάζονταν καν τις λέξεις, τα μάτια, τους επικοινωνούσαν από μόνα τους. ‘’Διαβάζω το κάθε βλέμμα σου’’ του ψιθύριζε εκείνη, και πάντα αυτός της έδινε την ίδια απάντηση ‘’Εσύ είσαι τα μάτια μου, και εγώ τα δικά σου’’. Πράγματι έτσι ήταν, χάνονταν ο ένας στην ματιά του άλλου, δεν υπήρχε καλύτερη θέα για εκείνους τους αρκούσε αυτό.

Είχε κρύο εκείνο το πρωινό του είχε πει πως ήθελε να τον δει πριν βγει ο ήλιος, κατέβαιναν αγκαλιά τους βράχους. Σε αυτό το σημείο δεν θα γράψω λεπτομέρειες, δεν χρειάζονται, με πονάνε και εμένα. Απλά εκείνη σκόνταψε καθώς κατέβαιναν, έπεσε από τα βράχια με δύναμη και βρέθηκε κάτω στην άκρη του μικρού κολπίσκου. Έτρεξε, τόσο γρήγορα κοντά της, με την ανάσα του να ακούγεται πιο δυνατή και από τον άνεμο. Τον κοίταξε απλά, εκείνος έκλαιγε με όλα τα δάκρυα του κόσμου. Την κρατούσε αγκαλιά, το ζεστό αίμα της είχε γεμίσει όλο του το σώμα. ΜΗΝ ΦΥΓΕΙΣ της ούρλιαξε με κάθε δύναμη που είχε μείνει μέσα του. Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και απλά του ψιθύρισε ΄΄Σε αγάπησε κάθε κύτταρο του κορμιού μου, όσα είναι τα κύτταρα μου τόσα να είναι και τα χρόνια σου, ώσπου να με ξαναβρείς, και να ζήσουμε το θαύμα να γίνουμε ένα ξανά’’ Με την τρεμάμενη ανάσα της τον φύσηξε στο πρόσωπο όσο πιο δυνατά μπορούσε, και ξεψύχησε. Η θάλασσα για πρώτη φορά φουρτούνιασε.

Οι μήνες πέρασαν ο νέος μαράζωσε, κάθε μέρα εκεί στο δικό τους μέρος, εκεί που έζησε τον Παράδεισο και μετά την απόλυτη κόλαση. Δεν μιλούσε σε κανέναν, τα λόγια της θυμόταν μόνο που μετέπειτα θα καταλάβαινε. Πέντε χρόνια αργότερα αποφάσισε να αφήσει εκείνον τον τόπο να ταξιδέψει μακριά, δεν άντεχε άλλο χωρίς εκείνη, πολλές φορές σκέφτηκε να δώσει τέλος στη ζωή του, για κάποιον λόγο δεν μπορούσε και αυτό τον εξόργιζε. ‘’Γιατί εκείνη και όχι εγώ’’ ήταν η μόνη του κουβέντα.

Έφυγε λοιπόν και τα χρόνια περνούσαν, και τα μαλλιά του παρέμεναν κατάμαυρα, το πρόσωπο του ήταν απείραχτο από τον χρόνο, κάπου εκεί κατάλαβε τα λόγια της. Ήταν επιστημονικά αδύνατον, αλλά ήταν ο ίδιος νεαρός άντρας με τότε, που εκείνη πέθαινε στα χέρια του. Το θεωρούσε κατάρα, γυρνούσε από την μια χώρα στην άλλη για καιρό, μα γιατί του το έκανε αυτό; Πως θα ζούσε μακριά της;

Ώσπου την είδε ξανά. Ήταν διαφορετική αλλά δεν αμφέβαλλε πως ήταν εκείνη ούτε δευτερόλεπτο. Ήταν στην Γαλλία, μέσα σε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου, την άκουγε να φωνάζει ‘’Ελευθερία, Ισότητα, αδερφοσύνη’’. Την πλησίασε, την άγγιξε απαλά στα μαλλιά, ήταν κατακόκκινα με μπούκλες, εκείνη γύρισε προς το μέρος του και με απορία τον ρώτησε ποιος είναι. Δεν άργησαν να έρθουν κοντά, εκείνη δεν τον αναγνώρισε αλλά από το πρώτο λεπτό η αύρα μεταξύ τους ήταν ξεχωριστή. Τα είχε καταφέρει, την ξαναβρήκε. Βρίσκονταν πλέον καθημερινά, εκείνη παθιασμένη με την φιλοσοφία του Διαφωτισμού, πάλευε για τα δικαιώματα της αστικής τάξης, ήταν μια τόσο δυναμική ύπαρξη. Στα μάτια του έμοιαζε σαν εκείνη μόνη της να είχε ξεκινήσει την Γαλλική Επανάσταση. Όταν ήταν μαζί του όμως γινόταν παιδί έλαμπε ολόκληρη, μέρα με την μέρα ο έρωτας τους δυνάμωνε. Τα σώματα τους έπαιρναν φωτιά όποτε έκαναν έρωτα, τα χέρια τους είχαν κουμπώσει σε κάθε βόλτα που έκαναν στα σοκάκια του Παρισιού. Άρχισαν να κάνουν όνειρα. Νοίκιασαν ένα μικρό δωμάτιο, είχε μόνο ένα παράθυρο μικρό, αλλά τους αρκούσε, έβλεπαν την θέα και χάνονταν ξανά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Πέρασαν δυο χρόνια σε εκείνο το δωματιάκι, ο έρωτας τους δεν είχε σβήσει δευτερόλεπτο. Ποτέ δεν της είπε οτιδήποτε για τα παλιά, τον ένοιαζε μόνο ότι ήταν πάλι μαζί της.

Μέχρι που μια μέρα ξύπνησε και εκείνη έλειπε, αρχικά τρόμαξε αλλά άκουσε την πόρτα να χτυπάει και η καρδιά του επανήλθε στην θέση της. Όμως δεν ήταν εκείνη, δυο χωροφύλακες τον ενημέρωναν για τον θάνατο της, πυροβολισμός στο κεφάλι κατά την διάρκεια εξέγερσης.

Δεν το άντεξε, δεν βαστούσε η ψυχή του τον χαμό της αγαπημένης του ξανά, προσπάθησε να δώσει τέλος 2 φορές στη ζωή του, αλλά και τις δυο φορές απέτυχε.

Τα χρόνια περνούσαν, εκείνος παρέμενε ο νεαρός άντρας με την κατάμαυρη κόμη. Διάβασε πολύ, έψαξε κάθε πιθανή εξήγηση για ότι συνέβαινε, ρώτησε μάγους και σοφούς, τίποτα δεν βοήθησε. Το μυαλό του χανόταν, το σώμα του απλά περιπλανιόταν από τον έναν τόπο στον άλλον, την έψαχνε, πολλές της έμοιαζαν αλλά καμία δεν ήταν εκείνη. Μέχρι που την ξαναείδε. Την αναγνώρισε αμέσως, φορούσε ένα ριχτό μαντήλι στο κεφάλι ενώ τούφες από τα καστανά μαλλιά της έπεφταν απαλά στο σταρένιο πρόσωπο της. Κάπου σε μια υπέροχη χώρα της Μέσης Ανατολής οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν, ξαναγνωρίστηκαν, έρωτας, αγάπη, κρυφές συναντήσεις. Και εκείνος να τρέμει, μην την χάσει ξανά, δεν θα το άντεχε. Το πάθος τους έλιωνε την ψυχή και τα σώματα τους, τα κατακόκκινα χείλη της τον έκαιγαν με τα φιλιά της, οι καρδιές τους χτυπούσαν τον ίδιο χτύπο. Θα έφευγαν μαζί το σχεδίαζαν καιρό. Δεν πρόλαβαν, εκείνη αρρώστησε ξαφνικά και ένα πρωί δεν ξύπνησε ποτέ.

Εκείνος πλέον δεν ζούσε, απλά υπήρχε. Κουβαλώντας την κατάρα του. Σε ένα βασανιστήριο χωρίς τέλος. Αιώνια νέος, να την ψάχνει, ξέροντας πάντα πως εκείνη θα χαθεί, θα πετάξει μακριά του. Την ξαναβρήκε, πολλές φορές με διάφορες μορφές σε διάφορους τόπους, με διαφορετικά χρονικά διαστήματα στο πλάι της και την ερωτευόταν από την αρχή, και τον ερωτευόταν και εκείνη, και το τέλος πάντα ίδιο. Οι τελευταίες φορές που θυμάται ήταν στην Βαρσοβία πριν τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο χάνοντας την σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, και έπειτα κάπου στην Αμερική ζώντας στην εποχή της χαράς και των λουλουδιών για μόνο τρεις μήνες τούτη την φορά, πριν την χάσει στην άσφαλτο από ένα μπλε κάμπριο που την σκότωσε ακαριαία.

Είχε πειστεί πως ήταν καταραμένος, δεν ήλπιζε πια σε κάτι. Θυμόταν τα λόγια της αιώνες πριν στην παραλία τους. Γιατί του το έκανε αυτό; Του είχε τάξει πως θα ζήσουν το θαύμα μαζί πως θα γίνουν πάλι ένα, αρκεί να την έβρισκε. Την βρήκε τόσες φορές αλλά εκείνη πέθαινε ξανά, δεν τήρησε τον λόγο της. Η αιωνιότητα φάνταζε πια εφιάλτης για εκείνον. Κάποιες φορές όταν την συναντούσε κάπου ξανά, για λίγα δευτερόλεπτα περνούσε σαν ιδέα από το μυαλό του να μην την πλησιάσει, ποτέ φυσικά δεν το κατάφερε. Είχε συμβιβαστεί πως θα ζούσε έτσι βουτηγμένος στην δυστυχία, με μόνη παρηγοριά οι στιγμές μαζί της, πριν την χάσει ξανά.

Πετάγεται ιδρωμένος από το κρεβάτι του και με μια απότομη κίνηση ρίχνει κατά λάθος το κινητό του τηλέφωνο από το κομοδίνο. Εκείνη ανοίγει τα καταγάλανα μάτια της και τον κοιτάζει, με μια απαλή κίνηση κάνει πίσω τα ξανθά μαλλιά της ανοίγει το φως και τον ρωτάει ανήσυχα τι έπαθε. Εκείνος απλά την αγκαλιάζει σφιχτά και βγάζει έναν λυγμό ‘’Είδα το πιο άσχημο όνειρο, σε είχα χάσει, πέθαινες, σε έβρισκα ξανά αλλά πέθαινες πάλι..’’ Τον διακόπτει, πιάνει στα χέρια της το πρόσωπο του και χαμογελάει. ‘’Είμαι έγκυος, δεν είναι θαύμα; Είμαστε ένα πλέον’’ του λέει και τον φυσάει απαλά στο πρόσωπο. ‘’
Οκτώ μήνες μετά, κρατάει την νεογέννητη κόρη του αγκαλιά στο μαιευτήριο. Μου χάρισες το καλύτερο δώρο της λέει, ενώ δάκρυα χαράς τρέχουν από τα μάτια τους.
Λίγη ώρα αργότερα σε ένα τυχαίο κοίταγμα στον καθρέφτη, παρατήρησε στα κατάμαυρα μαλλιά του μια άσπρη τρίχα..

Ίσως αναρωτιέστε που έμαθα αυτή την ιστορία και ποια είμαι. Την έμαθα κάποτε, σε μια παραλία, όταν μια έγκυος κοπέλα πέφτοντας από τα βράχια ξεψύχησε στην αγκαλιά του έρωτα της… Όσο για εμένα με έχουν βαφτίσει με πολλά ονόματα ανά καιρούς, το αγαπημένο μου είναι ‘’Η δύναμη της αγάπης.’’