Θέλω μόνο να τα βγάλω από μέσα μου, να τα βάλω σε ένα μπουκάλι μπύρας και να τα ρίξω στο πέλαγος. Να έρθει το κύμα και να τα πάρει βαθειά, να τα στριφογυρίσει στον αφρό του και να χαθούν για πάντα. Δεν ξέρω αν θα στα πω ποτέ. Τι νόημα έχει τώρα πια; Όλα είναι πόνος πια κι ένα τεράστιο γιατί που αναβοσβήνει μέσα μου σα φωτεινή επιγραφή νέον και πληγώνει τα μάτια με τα σκληρά χρώματα της.

Γιατί δε με προστάτεψα; Γιατί σου άνοιξα την καρδιά μου έτσι διάπλατα; Γιατί άφησα τον εαυτό μου στα χέρια σου έτσι αθώα; Γιατί δεν πονηρεύτηκα; Γιατί σε εμπιστεύτηκα; Γιατί ξέχασα ότι δεν πρέπει να τα δίνεις όλα στους ανθρώπους; Αφού δεν το αντέχουν το πολύ. Γιατί ακόμα να πιστεύω πως ότι αγαπώ μπορώ να το γιατρέψω, ακόμα κι αν αυτό δε θέλει να γιάνει; Γιατί να πιστεύω ακόμα στην καλοσύνη των ανθρώπων; Γιατί να με πληγώνει τόσο η κακία; Γιατί να την παίρνω πάντα προσωπικά, λες και είναι δική μου ευθύνη να καθαρίσω τα σκουπίδια της κάθε ψυχής; Γιατί έφτασα σαράντα χρονών και μυαλό δεν έβαλα ακόμα; Πότε θα σκληρύνει και η δική μου η καρδιά; Πότε θα το πάρω απόφαση ότι δεν υπάρχει και για μένα ένας άνθρωπος να μου κρατήσει το χέρι ένα βράδυ με φεγγάρι σε μια έρημη παραλία; Πότε άραγε;

Μάλλον ποτέ. Ίσως γι’ αυτό είπες κι εσύ να μου δώσεις μια δόση σκληρής πραγματικότητας. Για το καλό μου. Σίγουρα αυτό σκέφτηκες όταν με κάλεσες στο τραπέζι, γι’ αυτό μου τηλεφωνούσες ξανά και ξανά για να δεις αν θα έρθω. Ήθελες να είσαι σίγουρος, ότι δε θα χάσεις την ευκαιρία να με βάλεις να κάτσω δίπλα δίπλα με τον νέο σου έρωτα. Τη σχέση που μέχρι εχθές το βράδυ ορκιζόσουν ότι δεν υπάρχει, γιατί προτιμάς να είσαι μόνος αυτήν την εποχή.

Ακόμα και τώρα δε μπορώ να πιστέψω ότι το έζησα αυτό. Δεν ξέρω πως άντεξε το κορμί μου και δεν έσπασε σε χίλια κομμάτια, τη στιγμή που σε είδα να της κρατάς το χέρι να σου χαμογελά και να σκύβεις να τη φιλήσεις. Σαν να μην ήμουν εγώ αυτή που καθόταν σε αυτή την καρέκλα, σαν να έφυγα από τη σκηνή αυτή, από την πραγματικότητα της ξεκάθαρης απανθρωπιάς σου. Μπράβο σου. Μου έδωσες ένα σπουδαίο μάθημα. Πρέπει να νιώθεις πολύ υπερήφανος για τον εαυτό σου. Κατάφερες να με πληγώσεις όσο κανείς. Ήμουν ανυποψίαστη, πίστευα πως ήσουν δικός μου άνθρωπος, πως ότι και να γινόταν, η εκτίμηση, η αγάπη και ο σεβασμός μεταξύ μας θα λειτουργούσε σαν ασπίδα για τη σχέση μας.

Πόσο αφελής υπήρξα Θεέ μου; Και τώρα; Πώς θα συγχωρήσω τον εαυτό μου για το κακό που μου έκανες; Γιατί να ξέρεις με μένα τα ‘χω, με μένα που ακόμα και τώρα που πονάω, ξέρω πως η ψυχούλα μου είναι ένας κήπος γεμάτος όμορφα λουλούδια και αγάπη. Και θα συνεχίσω να δίνω αγάπη, γιατί ο καθένας μπορεί να δώσει μόνο αυτά που έχει κι όχι αυτά που ισχυρίζεται ότι έχει. Και θα ξαναπληγωθώ και θα ξαναπονέσω και θα ξανασυναντήσω ψυχές γεμάτες σκουπίδια και πάλι θα το πάρω προσωπικά και θα ματώσω.

Γιατί σαραντάρισα και μυαλό δεν έβαλα.

 

 

Μάγισσα Νούλη