Το αυτοκίνητο πήγαινε με ταχύτητα στον κακοτράχαλο δρόμο. Το κορμί του κοπανιόταν και έφευγε πότε δεξιά, πότε αριστερά. Δεν μπορούσε να κρατηθεί, δεν μπορούσε να δει, ούτε να μιλήσει. Τα χέρια του ήταν δεμένα πισθάγκωνα, το κεφάλι του καλυμμένο με μια κουκούλα και από πάνω ένα μαντήλι έδενε το στόμα του. Πως βρέθηκε εκεί; Γιατί τον άρπαξαν την ώρα που κοιμόταν από το κρεβάτι του; Ποιοι ήταν και τι ήθελαν; Δεν είχε πειράξει ποτέ του κανέναν, δεν χρωστούσε πουθενά. Ένας φιλήσυχος νοικοκύρης ήταν πάντα.

Το απότομο φρενάρισμα τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Άκουσε τις πόρτες να ανοίγουν, ένα χέρι τον άρπαξε βίαια και τον έσυρε στο χώμα. Ένας περίεργος ήχος, σαν κάτι να ξύνει το χώμα, που τον ακολουθούσαν βήματα κι ύστερα μια αντρική φωνή. Ήρεμη, άχρωμη λες και εκτελούσε εντολές. «Σε λίγο θα μπεις σε ένα δωμάτιο. Δεν θα μπορείς να δεις τίποτα. Δεν υπάρχει φως να ανάψεις, ούτε παράθυρο. Θα έχεις τροφή και νερό. Αυτά για τώρα. Πάρτε τον!».

Τον έβαλαν στο δωμάτιο, τον έλυσαν και έφυγαν. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Ο φόβος τον έκανε να τρέμει και η καρδιά του κόντευε να βγει από το στήθος του. Προσπαθούσε να αφουγκραστεί τον χώρο και με τα δάχτυλα χάιδευε το πάτωμα. Κρύο και σκληρό. Μια μυρωδιά κλεισούρας ανακατεμένη με αποσμητικό χώρου του έκαιγε τα ρουθούνια. Δεν κατάλαβε πότε άρχισαν να κυλάνε δάκρυα στο πρόσωπό του.
– Μην φοβάσαι, δεν θα σε πειράξουν.
– Ποιος είναι; Τι είναι εδώ; Μη με πλησιάσεις!
– Ηρέμησε. Προσπάθησε να ανασάνεις κανονικά, βοηθάει. Όταν είσαι έτοιμος μίλα μου.
Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Σιγά σιγά ένιωσε την καρδιά του να ηρεμεί. Ένιωθε το στόμα του στεγνό.
– Αν σηκωθείς και κάνεις τέσσερα βήματα κολλητά με τον τοίχο, θα βρεις μπουκάλια με νερό.
Σηκώθηκε προσεκτικά λες και το πάτωμα ήταν από λάσπη. Έκανε τέσσερα βήματα και κουνώντας τα χέρια στο κενό έπιασε την άκρη ενός τραπεζιού. Βρήκε το νερό και ήπιε λαίμαργα. Σταμάτησε απότομα, σκεπτόμενος ότι θα χρειαστεί τουαλέτα.
– Περνάς το τραπέζι, κάνεις δυο βήματα και βρίσκεις μια πόρτα. Εκεί είναι το μπάνιο.
Ήπιε και το υπόλοιπο νερό. Πήρε άλλο ένα μπουκάλι, έκανε μεταβολή, μέτρησε τέσσερα βήματα και έκατσε στην αρχική του θέση. Ήθελε να μιλήσει, είχε τόσα να ρωτήσει, αλλά η φωνή δεν έβγαινε από το στόμα του.
– Έρχονται δύο φορές την ημέρα. Φέρνουν φαγητό, νερό και καθαρά ρούχα. Δεν μας μιλάνε ποτέ. Μας βάζουν σε ένα άλλο δωμάτιο μέχρι να τελειώσουν και μετά μας φέρνουν πίσω.
– Σας; Πόσοι είσαστε;
– Μαζί με εσένα, πέντε.
– Πόσο καιρό είσαστε εδώ;
– Εγώ πάνω από βδομάδα. Ο Γιάννης και η Άννα ήρθαν πριν τρεις μέρες, η Ελένη χθες και σήμερα εσύ. Υπολογίζουμε το χρόνο από τις φορές που μας φέρνουν προμήθειες. Εμένα με λένε Κώστα.
– Γιατί μας έχουν εδώ; Τι θα μας κάνουν;
– Δεν ξέρω φίλε μου. Ξέρω μόνο πως όταν πήραν τους προηγούμενους, άκουσα σπαρακτικές κραυγές έξω από το δωμάτιο. Αυτό ξέρω μόνο… Παρακαλάω να μην έρθει η σειρά μου.

Όλα γύριζαν μέσα στο κεφάλι του με μεγάλη ταχύτητα. Προσπαθούσε να ενώσει τις κουκκίδες, να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά. Να θυμηθεί ποιος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε. Ο Πακιστανός που του έφερε την παραγγελία; Ναι, αυτός! Δεν θα έβλεπε άλλον στη ζωή του; Αυτή θα ήταν η τελευταία εικόνα ανθρώπινης ύπαρξης; Σιγά τον άνθρωπο δηλαδή.
– Αν θέλεις μπορείς να έρθεις να κάτσεις κοντά μας. Δώδεκα βήματα στην ευθεία.
– Όχι, ευχαριστώ. Προτιμώ να μείνω εδώ.
Άκουγε τους άλλους να μιλάνε, να γελάνε, μέχρι και παιχνίδια έπαιζαν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Μα, που την έβρισκαν τη διάθεση; Δεν φοβόντουσαν;
– Δεν φοβάστε καθόλου;
– Αν αυτές είναι οι τελευταίες μου μέρες, δεν θέλω να τις περάσω φοβισμένη. Προτιμώ να τις περάσω όσο καλύτερα γίνεται!
– Εσύ ποια είσαι;
– Μωρέ, μην είσαι τόσο αυστηρός και θυμωμένος. Για κάποιον λόγο βρεθήκαμε εδώ. Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει, αλλά είναι σημαντικό που δεν είμαστε μόνοι. Φαντάσου να ήσουν εδώ μέσα ολομόναχος. Εγώ είμαι η Ελένη.
– Βασίλης…
– Έλα κοντά Βασίλη. Έλα να γνωριστούμε.
Σηκώθηκε απρόθυμα, Μέτρησε δώδεκα βήματα και σταμάτησε.
– Αν απλώσεις το χέρι σου θα πιάσεις το δικό μου. Είμαι η Άννα.
Το χέρι του ακούμπησε μια λεπτή, απαλή επιδερμίδα. Η ζεστασιά της τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Τον τράβηξε μαλακά προς το μέρος της και τον βοήθησε να κάτσει.
– Εδώ Βασίλη είναι το σαλονάκι μας! Στην άλλη μεριά είναι τα κρεβάτια. Θα στα δείξω αργότερα. Πεινάς; Θέλεις ένα σάντουιτς;
Λίγη ώρα μετά είχε πλέον χαλαρώσει. Γελούσε λέγοντάς τους πως είναι με τις μπιτζάμες και κάπου έχασε την μια του παντόφλα! Πως ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε από το κρεβάτι του, στο αυτοκίνητο και μετά εκεί, μαζί τους. Κι ότι το τελευταίο πρόσωπο που είδε ήταν αυτού του σιχαμένου Πακιστανού. Ο Γιάννης, τους είπε ότι τελευταία είδε μια βουβάλα γειτόνισσά του. Τους είχε κοπεί η ανάσα από τα γέλια.
Η πόρτα άνοιξε, βήματα τους πλησίασαν, έπιασαν τον Κώστα και τον έσυραν έξω. Δεν μίλησε καθόλου. Είχε ήδη αποδεχτεί τη μοίρα του. Λίγη ώρα μετά ακούστηκαν οι κραυγές του και μετά ησυχία. Απόλυτη ησυχία. Ούτε τις ανάσες τους δεν άκουγαν. Κανείς τους δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Οι επόμενες μέρες πέρασαν με λίγες κουβέντες, χωρίς γέλια και με τον φόβο να παγώνει το δωμάτιο. Όταν άνοιξε και πάλι η πόρτα, τους πέταξαν στο πάτωμα, τους φόρεσαν κουκούλες και τους έβγαλαν έξω όλους μαζί. Καταλάβαιναν τον ήλιο στο κορμί τους και τον καθαρό αέρα να περνά μέσα από το ύφασμα που τους κάλυπτε το πρόσωπο.
– Ακούστε με προσεκτικά.
Αναγνώρισαν όλοι τη φωνή του Κώστα…
– Περάσατε τη ζωή σας αξιολογώντας τους ανθρώπους με βάση την εμφάνισή τους. Αν τα μάτια σας ενέκριναν αυτό που έβλεπαν, τότε άνοιγαν οι πύλες της καρδιάς σας. Είστε η χειρότερη εκπροσώπηση τους είδους μας. Τις μέρες που μείνατε κλεισμένοι στο δωμάτιο, χωρίς φως, χωρίς να έχετε τη δυνατότητα να δείτε αν σας κάνει ο άλλος, γίνατε ομάδα. Πλησιάσατε, μοιραστήκατε, γίνατε μια οντότητα και βοηθήσατε ο ένας τον άλλον. Για να βρείτε την ψυχή σας, έπρεπε να χάσετε την πιο βασική σας αίσθηση, την όραση.
Έβγαλαν την κουκούλα από τον Βασίλη και από τον Γιάννη. Τα μάτια του Γιάννη ήταν δεμένα με χοντρό μαύρο πανί.
– Κοίταξέ τον καλά Βασίλη. Είναι ο φίλος που έκανες αυτές τις μέρες. Κοίτα τον! Είναι μαύρος! Ένας σιχαμένος μαύρος! Αυτό θα είναι το τελευταίο που θα δεις. Ένας σιχαμένος μαύρος. Βάλτε του την κουκούλα!
– Λύστε τα μάτια του Γιάννη! Βγάλτε την κουκούλα από την Άννα. Κοίταξέ την καλά. Μια αηδιαστική βουβάλα. Μια χοντρή που προσβάλει την αισθητική σου. Κοίτα την! Η εικόνα της αηδιαστικής χοντρής θα είναι η τελευταία σου.
Του έβαλαν την κουκούλα και τον πέταξαν δίπλα στον Βασίλη. Συνέχισαν με την Άννα και την Ελένη. Η Άννα μισούσε τις λεσβίες, κάτι που ήταν ξεκάθαρα η Ελένη. Την πέταξαν μαζί με τους άλλους αφού της φόρεσαν και πάλι την κουκούλα. Ακούστηκε η φωνή του Βασίλη.
– Και η Ελένη; Ποιους μισεί η Ελένη; Για αυτήν δεν λες τίποτα!
– Η Ελένη δεν μισεί κανέναν. Η Ελένη βλέπει με τα μάτια της ψυχής. Είναι τυφλή σαν και μένα. Δεν ξεχωρίζει χρώμα, κοινωνική τάξη, ύψος, βάρος, ομορφιά, σεξουαλικές προτιμήσεις. Δεν κάνει κανέναν διαχωρισμό. Βλέπει μόνο ανθρώπους ικανούς να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Αυτό που κανείς σας δεν μπορεί να δει.
– Και τώρα; Τι θα γίνει τώρα;
– Τώρα θα φέρουμε μια ισορροπία στα πράγματα. Θα σας αφαιρέσουμε τα μάτια. Θα πονέσετε πολύ αλλά θα τα καταφέρετε. Θα χρειαστεί να παλέψετε με το τέρας που έχετε μέσα σας και να μάθετε να ζείτε στο σκοτάδι. Θα βρείτε το φως ή θα αυτοκτονήσετε. Πολλές φορές το τέρας που δημιουργείτε είναι πιο δυνατό από εσάς. Καλή σας δύναμη. Θα είμαστε εδώ να σας βοηθήσουμε σε αυτό το ταξίδι. Όλα τα αλλά εξαρτώνται αποκλειστικά από εσάς.

Ακολούθησε απόλυτη σιγή. Δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Ούτε καν οι ανάσες τους. Την ησυχία έσπασαν βήματα στο χώμα που πλησίασαν κοντά στα σώματα με τις κουκούλες. Οι ανάσες έγιναν γρήγορες. Τα πόδια τους έσπρωχναν τα κορμιά τους προς τον τοίχο προσπαθώντας να τον διαπεράσουν. Άρχισαν να φωνάζουν “μη” και “όχι” χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Μόνο φαντάζονταν και αυτό ήταν αρκετό από μόνο του. Ένα χέρι άρπαξε το κεφάλι του Βασίλη και το ακινητοποίησε. Ένα άλλο του σφράγισε το στόμα. Πνιχτά ουρλιαχτά έβγαιναν. Ένα κοφτερό στιλέτο τρύπησε την κουκούλα με μια ακαριαία κίνηση, στο ύψος του αριστερού ματιού. Έκανε μια περιστροφική κίνηση και βγήκε. Ακολούθησε η ίδια διαδικασία για το δεξί μάτι. Οι κραυγές του Βασίλη έκαναν το αίμα των υπολοίπων να παγώσει. Το στιλέτο καθαρίστηκε προσεκτικά με ένα μαύρο πανί πριν βυθιστεί στο αριστερό μάτι της Άννας. Κι ύστερα στο δεξί. Τίποτα καλύτερο δεν περίμενε τον Γιάννη. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Ένα μαύρο φως έλουσε τα ματωμένα πρόσωπά τους.