Ανοίγεις τα μάτια σου στο φως του ήλιου, μικρό παιδί, με όρεξη να μάθεις και να πιείς τη ζωή στάλα – στάλα. Η απειρία που σε συντροφεύει, μοίρα στο λίκνο σου, δε σε σταματά, μα ρίχνει στα μάτια σου θαμπό σύννεφο και δεν τρομάζεις με όσα σου μέλλουν να γραφούν στο δικό σου παραμύθι.

Τα πρώτα σου βήματα αργά, αδέξια, τα γόνατα γεμίζουν γρατζουνιές και πείρα. Οι πιο μεγάλες μελανιές, οι πιο βαθιές σου χαρακιές, έντονα πικρή σου πείρα, δική –κατά δική σου μοίρα. Όσο περπατάς πέφτεις, μαθαίνεις τη ζωή. Σκληρό; Ίσως, μα σίγουρα αληθινό. Χίλια πεσίματα κι όλα διαφορετικά, χίλια σηκώματα και πάλι ξανά. Δυναμώνουν τα βήματα, τα κουράγια, ο νους και ξεπηδούν οι παιδικές σου επιθυμίες στο νήμα της ζωής σου, που γνέθεις με τον μοναδικό σου τρόπο. Μικροί δράκοι επισκέπτονται την αυλή σου, παιχνίδια θαρρείς και πλησιάζοντας νιώθεις την καυτή τους ανάσα, τις χαρακιές τους, τη δύναμη από τα χτυπήματά τους. Κανείς δε σε προετοίμασε για αυτούς. Μα έχεις δυναμώσει. Έχεις μάθει να σηκώνεσαι, έχεις μάθει να πολεμάς. Πόσες φορές δεν έπαιξες με τα νήματα της φαντασίας σου τον ιππότη που μετά από απίθανες και σκληρές μάχες έφτασε νικητής στο κάστρο του; Το όνειρο μπαίνει σε εφαρμογή, μα η ζωή ξεπερνά την κάθε φαντασία, κάνοντάς σε να λουφάζεις λαβωμένος κοιτάζοντας απορημένος τις πληγές σου. Μα δεν το βάζεις κάτω! Ορμάς, είσαι γεννημένος να ορμάς, με πείσμα, με λύσσα, με αποφασιστικότητα. Κάποιες φορές μένεις κρυμμένος στη γωνιά σου για να δεις, να παρατηρήσεις τον εχθρό σου, να τον μάθεις. Αναζητάς μεθοδικά τις αδυναμίες του και ορμάς. Δράκοι μικροί των παιδικών σου ονείρων σε περικυκλώνουν και εσύ με κάθε σημείο του μυαλού σου και με κάθε σπιθαμή του κορμιού σου υπερασπίζεσαι την ακεραιότητά σου, το σπιτικό σου, την ψυχή σου. Και πολεμάς, ορμάς, μάχεσαι… Ρίχνεις χαρακιές και χαρακώνεσαι. Πληγώνεις και πληγώνεσαι. Τους πονάς και σε πονούν… Τους απωθείς μα επανέρχονται, σε απωθούν μα επανέρχεσαι. Μάχες που βαστούν πολύ κι άλλες πιο σύντομες, επαναληπτικά, ατελείωτα, ροκανίζουν τις δυνάμεις σου. Μεγαλώνεις μέρα τη μέρα, μάχη τη μάχη, με τον πόνο σύντροφο, με τις πληγές αντάμα. Δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς, οφείλεις να υπερασπίσεις το σπίτι σου, τον εαυτό σου, το “εγώ” σου. Ο χρόνος και η εμπειρία σε κάνουν πιο ακριβή στα χτυπήματά σου, πιο αποτελεσματικό. Δράκοι που σκοτώνονται, αφήνοντας στη θέση τους τη βρωμιά που τους ακολουθεί… πώς να την καθαρίσεις; έχεις τόσους άλλους δράκους να απωθήσεις!

Ο καιρός περνά, οι δυνάμεις σου γιγαντώνονται και υπάρχουν μερικές στιγμές που κερδίζεις μικρές ανακωχές μέχρι να ανασυνταχθούν οι δυνάμεις τους και να επανέλθουν για νέες επιθέσεις και νέες μάχες. Η καρδιά σου σκληραίνει στη θέα του αίματός τους. Ο πόνος τους, η απώλεια της ζωής τους σε θρέφουν με μια αρμυρά πικρή, παράξενη, θυμωμένη χαρά. Κάθε φορά που θανατώνεις έναν νιώθεις να του κλέβεις τη δύναμη κι ας μένει η εκεί η δυσωδία που τον ακολουθεί γιατί δεν βρίσκεται κανείς να καθαρίσει αυτό το ανελέητο πεδίο μάχης.

Απρόσμενο αυτό που αντίκρισες! Μια ακόμα ανακωχή. Γύρισες τα βήματά σου προς το σπίτι να ξεκουραστείς, να μετρήσεις και να πλύνεις τις πληγές σου, να περιποιηθείς τα τραύματά σου, να δεις αν κακοφόρμισαν ή αν άρχισαν να επουλώνονται. Να θυμηθείς από τα παλιά σου σημάδια τις δόξες ή τις περήφανες ήττες σου, τις ένδοξες μάχες ή τις δόλιες κινήσεις των εχθρών σου. Αυτό όμως που συνάντησες δεν το περίμενες! Κάθε μέρα έρχονταν κατά κύματα οι μικροί ή μεγαλύτεροι δράκοι που μόνος σου απωθούσες. Ήσουν απασχολημένος –ποιος δε θα ‘ταν;!- με όλον αυτόν τον πόλεμο. Σιγανά, σιωπηλά, αργά εκείνο το θηρίο έφερνε τα βήματά του, χωρίς να γίνεται αντιληπτό, χωρίς να κάνει αισθητή την παρουσία του. Είναι ο πιο μεγάλος δράκος που βρίσκοντας την ευκαιρία του εγκαθίσταται αθόρυβα μέσα στο σπιτικό σου. Έβαλε το δυσανάλογα μεγάλο του κορμί να γεμίσει πλημμυρίζοντας κάθε γωνιά του σπιτικού σου. Άφησε τη διαπεραστική μυρωδιά του να ξεχυθεί στο χώρο μπερδεύοντάς την με τις άλλες μυρωδιές της μάχης. Το κρύο του, ψυχρό κορμί, έσβησε κάθε ζεστασιά σπιτικής παρουσίας. Δεν το κατάλαβες… Κοίταζες αλλού, δεν τον είδες. Γύρισες στο σπίτι σου να ξεκουραστείς, μα δεν είχες σπίτι πλέον! Έμεινες να κοιτάζεις νικητής μα ηττημένος… Τι κι αν τόσους δράκους σκότωσες, αφού δεν έχεις σπίτι; Για ποιον πολεμάς; Για τι … ;

Η φυγή σου μοιάζει μονόδρομος. Ξεκινάς απογοητευμένος, σέρνοντας τα βήματά σου. Κάθε πάτημα πιο βαρύ, κάθε βήμα ασήκωτο. Στρέφεις το κεφάλι σου να δεις, φριχτό θέαμα τα όσα αντικρίζεις. Όσα απ’ της μάχες πτώματα δράκων έφυγαν από το δικό σου χέρι, δεμένα με νήματα βαριά μαζί τα σέρνεις. Όσο κι αν δοκιμάζεις να ξεφύγεις, πιότερο μπλέκεσαι. Κι αν απ’ το θάνατο κείτονται εκεί, εσένα περιγελούν και δένουν όλο και πιο σφιχτά –εκδίκηση από τον άλλο κόσμο φερμένη- με οσμή αποσύνθεσης και εχθρούς που τώρα πώς να πολεμήσεις; Πώς να σκοτώσεις τους νεκρούς; Πώς να νικήσεις πεθαμένους; Παλιές πληγές πονούν, σημάδια ξεσηκώνονται και κάθε μνήμη χαρακιές που γίνονται ξανά από την αρχή. Αίμα δεν τρέχει, μα πονά το ίδιο δυνατά, σα να έγινε ετούτη τη στιγμή, ξανά και ξανά. Πονά πολλαπλά, ενισχυμένα, αδιάκοπα… Νικημένος για δεύτερη φορά και τρίτη και τέταρτη έως που έχασες πλέον το λογαριασμό. Όση δύναμη νόμιζες πως πήρες από αυτούς, τόση και περισσότερη απέκτησαν και επιστρέφουν πάνω σου ορμώντας μέσα από τα ίδια μονοπάτια του μυαλού και του κορμιού σου.

Ξέπνοος, εξαντλημένος, μόνος, πληγωμένος, σχεδόν παρακαλώντας να σε λυτρώσει ο θάνατος κείτεσαι εκεί μέσα σε βούρκο, σε λάσπη, χωρίς ανάσα, με μόνο σύντροφο την πίκρα, την αρμύρα των πληγών σου -δίψα στο στόμα- από το αίμα σου πλεγμένο με εκείνο από τους δράκους σου. Το μόνο που σου έμεινε, μια ανάσα και μια ευχή, ελπίδα που με κάποιο τρόπο γιγαντώνεται και πυκνώνει τόσο που τη νιώθεις να γίνεται χέρι από σάρκα που σε πιάνει, σε τραβά, σου σηκώνει το κεφάλι λίγο, ίσα να πάρεις μια ανάσα ακόμα, μια αναπνοή. Έρχεται κι άλλη. Στη σβησμένη σου ματιά στερεώνεται μια αμυδρή ελπίδα. Κάθε ανάσα τη θρέφει, τη μεγαλώνει, τη γιγαντώνει. Νιώθεις να σε βαστά πιο γερά, πιο δυνατά αυτή η απρόσμενη μορφή. Δεν είσαι μόνος! Παίρνεις λίγο θάρρος για ζωή. Σου αφαιρεί τα όπλα, σου αφαιρεί την ορμή, σε βάζει στα πόδια σου και λέει “σταμάτα, μην τρέχεις”. Ό,τι έκανες σε μια ζωή σαστίζει.
– Μα έχω δράκους που ορμούν!
– Σταμάτα, σώπα.
– Με πληγώνουν, με πονούν!
– Ανάσα πάρε πρώτα!
Σαστισμένος, ζαλισμένος, απορημένος στέκεις και νιώθεις ελαφρύς. Δεν σε σφίγγουν τα νήματά τους πλέον. Όσο δεν τρέχεις να ξεφύγεις, οι θηλιές δεν σε δεσμεύουν. Λίγες ανάσες. Κι άλλες, περισσότερες. Νερό, ξεπλένει τις πληγές, τις καθαρίζει. Στη μέση μιας διαδρομής στο πουθενά, νησίδα ζωής γίνεται απρόσμενα.

Πας να ξεφύγεις, μα σε σταματά. “Μην τρέχεις, κοίτα!” Γυρίζεις και αντικρίζεις ένα θέαμα μοναδικό. Οι δράκοι σου, όσο καιρό εσύ φρόντιζες τον εαυτό σου, αυτοί έκοψαν τα νήματά τους από πάνω σου και βόσκουν ήρεμοι -άκακα αρνιά- δίπλα σου. Δεν δείχνουν δόντια, ούτε μάτια κόκκινα. Δεν απειλούν, ούτε ορμούν.
– Είναι δικοί σου. Σου ανήκουν.
– Μα όχι, είναι εχθροί και με πονούν!
– Δες τους! Είναι ανίκανοι πια να σε πληγώσουν. Τους εξημέρωσες, σου ανήκουν. Έχεις τη δύναμή τους.
Στέκεις σιωπηλός, σχεδόν εκστατικός μπροστά σ’ αυτό που κάτω απ’ το βλέμμα σου ανοίγεται. Δράκοι δικοί σου, εμπειρία της ζωής σου, δίνουν τη θέση τους από πληγές σε δύναμή δική σου.
– Ζήσε μαζί τους, μάθε τους, νιώσε τους, αγάπησέ τους.
– Μα πώς; Γίνεται;
– Δοκίμασε…
Ο χρόνος, ο έως τότε αντίπαλος, γίνεται σύμμαχος. Μαθαίνεις να κινείσαι ανάμεσά τους, να ανεβαίνεις και να κατεβαίνεις από πάνω τους, να τους απλώνεις το χέρι κι εκείνοι πειθήνια να τρώνε από τα χέρια σου χωρίς να σε πληγώνουν. Με τον καιρό, το θάρρος και την εξοικείωση μαθαίνεις να τους καβαλάς και να πετάς μαζί τους. Σταμάτησες να τους σκοτώνεις. Η κακία και η φθορά που προκαλούσαν μετατράπηκαν σε πείρα και σε γνώση. Τώρα τους νίκησες αληθινά.

Στον ουρανό, καβάλα σε μικρούς και μεγάλους δράκους των ονείρων, ταξιδεύεις. Βάζεις πλώρη για το σπιτικό σου, για να εξημερώσεις, τον πιο μεγάλο δράκο των ονείρων σου. Δεν ξέρεις πώς, μα έχεις πια συμμάχους, τους ίδιους τους μικρούς και τους μεγάλους δράκους σου, τώρα που έχουν γίνει πια δικοί σου, κομμάτια σου, πετάτε μαζί στον ουρανό σαν ένα σύνολο που ορίζεις, το διατάζεις και παρέα ξετυλίγετε το νήμα της ζωής που συνεχίζεται με ελπίδα.

Στα χέρια σου βαστάς μικρούς και μεγάλους δράκους των ονείρων, ταξιδευτές παραμυθιών που ορίζεις.