Λένε ότι ο άνθρωπος, απ’ όπου κι αν περάσει, αφήνει πίσω του κάτι από τον εαυτό του, κάτι μη υλικό και προσδιορίσιμο. Κάποιοι το λένε αύρα, κάποιοι άλλοι ενέργεια, κάποιοι άλλοι ίσκιο. Ίσως τελικά να μην έχει και τόση σημασία το πώς ονομάζεται…

Οι θείες μου, Ελπίδα και Ελένη, νοίκιαζαν για πολύ καιρό μια παλιά μονοκατοικία στο Μοσχάτο. Ο πατέρας τους είχε χτίσει δύο διπλανές μονοκατοικίες, με σκοπό να τους τις δώσει προίκα. Οι θείες όμως έμειναν ανύπαντρες. Έτσι αποφάσισαν να μείνουν μαζί στο ένα σπίτι και να νοικιάζουν το διπλανό.

Οι πρώτοι τους ενοικιαστές ήταν μια οικογένεια με δύο δίδυμα κοριτσάκια. Οι γονείς εργάζονταν για πολλές ώρες, γι’ αυτό και οι θείες μου είχαν προθυμοποιηθεί να κρατάνε τα κοριτσάκια στο σπίτι τους, μέχρι εκείνοι να επιστρέψουν από τη δουλειά τους. Παρόλο που η μαμά τους επέμενε να μαγειρεύει, ώστε να αφήνει το δικό τους μεσημεριανό φαγητό, οι θείες μου δεν το δέχτηκαν ποτέ. Μαγείρευαν για τα παιδιά, τα βοηθούσαν στα μαθήματά τους και τα άφηναν να παίζουν στον κήπο μέχρι να έρθουν οι γονείς τους. Συχνά τους έκαναν και δωράκια: κούκλες, κουζινικά, βιβλιαράκια. Τα κοριτσάκια τις φώναζαν γιαγιά Ελένη και γιαγιά Ελπίδα.
Περνώντας τα χρόνια, η συγκεκριμένη οικογένεια απέκτησε δικό της σπίτι. Φεύγοντας, είπαν στις θείες μου: «Δεν είσαστε απλά οι ιδιοκτήτριες του σπιτιού μας, αλλά οι γιαγιάδες των παιδιών μας. Ποτέ δεν θα ξεχάσουμε το καλό που μας κάνατε». Άφησαν πίσω τους το σπίτι καλύτερο απ’ ότι το είχαν παραλάβει. Στον κήπο είχαν φυτέψει ζουμπούλια και κρινάκια, που άνθιζαν κάθε άνοιξη και σκορπούσαν παντού το απαλό τους άρωμα…

Αυτό όμως δεν είναι το τέλος της ιστορίας μας. Το σπίτι έπρεπε να νοικιαστεί και κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο σε μία περιοχή με τόσες νεόδμητες πολυκατοικίες. Οι θείες μου είχαν απελπιστεί, μιας και τα οικονομικά τους στένευαν, όταν εμφανίστηκε ένα ζευγάρι, χωρίς παιδιά, που ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για μονοκατοικίες.

Εκείνη την εποχή σπούδαζα στο πανεπιστήμιο και είχα την πρώτη μου σοβαρή σχέση. Ο φίλος μου συμπαθούσε πολύ τις θείες μου και πολλές Κυριακές τρώγαμε μαζί τους. Οι ενοικιαστές της διπλανής μονοκατοικίας είχαν στο βλέμμα τους κάτι που σε τρόμαζε, παρόλο που ήταν πολύ ευγενικοί και εξυπηρετικοί απέναντί μας. Κάποιες φορές μας είχαν καλέσει στο σπίτι τους για καφέ και μου είχαν κάνει εντύπωση οι μαύροι τοίχοι και οι πολλοί καθρέφτες. Όταν το σχολίασα με τις θείες μου, εκείνες με καθησύχασαν:
– Α, κι εμάς μας παραξένεψε, αλλά μας είπαν ότι το μαύρο απορροφά το φως του ήλιου και ότι οι καθρέπτες μεγαλώνουν τον χώρο. Άλλωστε το σπίτι είναι παλιό και ψηλοτάβανο, και όσο και ν’ ανάψεις το καλοριφέρ, δεν παύει να είναι κρύο.

Κάθε χρόνο, στη γιορτή της θείας Ελένης, ο ανθισμένος κήπος και η μεγάλη βεράντα φιλοξενούσαν πολυάριθμους επισκέπτες. Βλέπεις οι θείες μου μπορεί να μην είχαν δικά τους παιδιά, αλλά όλοι στην οικογένεια τις λατρεύαμε και δεν λείπαμε ποτέ από τις γιορτές τους. Εκείνη τη χρονιά είχαν προσκαλέσει και τους ενοικιαστές τους. Τους θυμάμαι σε μία άκρη, απομονωμένους από όλους, να παρατηρούν τα πάντα και να σχολιάζουν γελώντας ειρωνικά. Την επόμενη μέρα, η θεία Ελένη πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μας. Ήταν πολύ αναστατωμένη. Οι ενοικιαστές της τής είχαν κάνει δώρο ένα μαρμάρινο αγγελάκι, σαν αυτά που βάζουν για διακόσμηση στους τάφους.

Με τον καιρό, άρχισαν να συμβαίνουν πολλές ατυχίες στην οικογένειά μας. Η θεία Ελένη δεν ξαναγιόρτασε. Έπαθε ένα βαρύ εγκεφαλικό λίγες μέρες μετά τη γιορτή της, το οποίο της στέρησε την ομιλία και την κίνηση. Η θεία Ελπίδα έσπασε το ισχίο της. Το χαρούμενο σπίτι τους μετατράπηκε σε νοσοκομείο. Ευτυχώς είχαμε βρει δύο καλές κυρίες για να τις φροντίζουν, μιας και κανείς μας δεν ήθελε να πάνε σε ίδρυμα. Ένα πρωινό οι θείες μου κάθονταν στη βεράντα τους, ακινητοποιημένες στα αναπηρικά τους αμαξίδια. Εκείνη την ώρα, η ενοικιάστριά τους περνούσε μπροστά από το σπίτι τους. Μόλις είδε τις θείες μου, άρχισε να γελάει ασταμάτητα:
– Αχ, τι ωραίες πολυθρόνες! Μπράβο, μπράβο! Βγήκατε να πάρετε αέρα, ε; Εγώ πήγα για ψώνια. Πήρα δύο επώνυμες τσάντες, είπε κοιτώντας απαξιωτικά τη μπλε φανελένια ρόμπα που φορούσε η θεία Ελπίδα.

Εκείνη την εποχή ήμουν κι εγώ πολύ άσχημα. Είχα χωρίσει από τη σχέση μου με ανεξήγητο τρόπο και κάθε προσπάθειά μου στον επαγγελματικό τομέα στεφόταν με μία μεγαλειώδη αποτυχία. Όποτε επισκεπτόμουν τις θείες μου, πιανόταν η ψυχή μου. Η θεία Ελένη ακίνητη στο κρεβάτι ή στο αμαξίδιο, ενώ η θεία Ελπίδα είχε αρχίσει να περπατάει με πολλή δυσκολία. Έκλαιγα καθώς θυμόμουν τις παλιές ευτυχισμένες μέρες. Από την άλλη πλευρά οι ενοικιαστές τους είχαν πάρει τα επάνω τους. Κάθε βράδυ έκαναν πάρτι στη βεράντα τους μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Οι θείες μου δυσκολεύονταν να κοιμηθούν από τη φασαρία. Όταν κάποιος απηυδισμένος γείτονας ειδοποίησε την αστυνομία, την επόμενη ημέρα σκοτώθηκε σε τροχαίο. Στον κήπο του σπιτιού είχαν φυτέψει αγκαθωτούς κάκτους όλων των ειδών, οι οποίοι έπνιξαν τα κρινάκια και τα ζουμπούλια που είχαν αφήσει οι προηγούμενοι ενοικιαστές.

Κάποια μέρα, ή για την ακρίβεια κάποια νύχτα, μετακόμισαν χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν. Οι θείες μου ήταν στο νοσοκομείο εκείνη την εποχή και δεν τους πήραν είδηση. Έμαθαν από τους γείτονες ότι ένα μεγάλο φορτηγό ήταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα. Χρωστούσαν πάνω από δώδεκα ενοίκια, αλλά αυτό δεν ένοιαξε και τόσο τη θεία Ελπίδα. Ήδη αισθανόταν καλύτερα στην υγεία της και η ψυχή της ήταν πιο ελαφριά.

Πήγα στο σπίτι για να δω σε τι κατάσταση το είχαν αφήσει οι ενοικιαστές. Ένα αλλόκοτο συναίσθημα φόβου με κυρίευσε μόλις άνοιξα την πόρτα. Οι γυμνοί μαύροι τοίχοι ήταν γεμάτοι καρφίτσες και πρόκες. Αποκλείεται να είχαν κρεμάσει τόσα κάδρα. Το πάτωμα ήταν σπασμένο και κούφιο σε κάποια σημεία. Μια έντονη μυρωδιά σήψης αναδυόταν στο χώρο. Προσπάθησα ν’ ανοίξω τα παράθυρα. Είχαν μπλοκάρει και τα τζάμια και τα ρολά. Στους καθρέφτες άρχισαν να εμφανίζονται κάτι παράξενες μορφές. Φορούσαν μαύρα, κρατούσαν κεριά και έμοιαζαν να ψέλνουν σε μία ακαταλαβίστικη γλώσσα. Στο κέντρο υπήρχε ένας κουβάς με αίμα. Οι παράξενες μορφές άρχισαν να βουτούν μέσα σε αυτό κάτι φωτογραφίες: της θείας Ελπίδας, της θείας Ελένης, τη δική μου, του γείτονα που ειδοποίησε την αστυνομία… Δεν άντεχα να δω παραπέρα. Έτρεξα προς την πόρτα και βγήκα από το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Οι δικοί μου ακόμα πιστεύουν ότι αυτό ήταν μία από τις παρενέργειες των φαρμάκων που έπαιρνα εκείνη την εποχή. Όμως ο κηπουρός, όταν πήγε να ξεριζώσει τους κάκτους που είχαν πνίξει τον κήπο, βρήκε κάτω από τις ρίζες τους ίχνη από σκελετούς. Ειδοποιήθηκε αμέσως η αστυνομία. Κάποιοι ανήκαν σε ζώα, κάποιοι πάλι σε ανθρώπους. Η αστυνομία δεν κατάφερε να εντοπίσει τους ενοικιαστές.

Μετά από καιρό άκουσα στις ειδήσεις για ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Σε μία γειτονική χώρα, η αστυνομία είχε εντοπίσει ανθρώπινα υπολείμματα μέσα σε δύο μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Δύο πτώματα είχαν τεμαχιστεί σε πολύ μικρά κομμάτια. Η αστυνομική έρευνα απέδειξε ότι ανήκαν σε έναν άντρα και μία γυναίκα, οι οποίοι ήταν μέλη μιας περίεργης αίρεσης και καταζητούμενοι από την ελληνική αστυνομία ως ύποπτοι για σειρά φόνων.