Για άλλη μια φορά νιώθω πως το τραγούδι δεν έφτασε πάλι. Όσο δυνατά και να το βάλω να παίζει, όσο και να μου τρυπάει τα αυτιά μέσα στο μικρό δωμάτιο, όσες φορές και αν πατήσω το repeat.

Κάποιες φορές οι στιγμές δεν είναι αρκετές, είναι ζωγραφιές μισοτελειωμένες στον τοίχο, γιατί το μπουκάλι από το σπρέι μπούκωσε από το πολύ χρώμα!
Έτσι και τα συναισθήματα μου που προσπαθούν απεγνωσμένα να δώσουν ένα είδος μορφής στις σκέψεις μου. Με μπουκώνουν και τις αφήνουν ένα μισοτελειωμένο περίγραμμα.

Ποιο κενό ζητάω να καλύψουν οι στίχοι, όταν τα μάτια σου είναι άβυσσος;
Θυμάμαι να σου έχω πει «Έχεις νιώσει ποτέ να ξεχειλίζεις από συναίσθημα;».

Νιώθεις την παλίρροια του να σου παγώνει τα πόδια, να γεμίζει τα πνευμόνια σου και να γίνεται καταρράκτης.
Πράξεις λέει είναι η Αγάπη. ΜΟΝΟ! Ε! Δεν είναι!

Η Αγάπη είναι τα πάντα. Είναι «καλημέρα», είναι σιωπή, είναι «φύγε» και «που πας;», «σπάσε» και «κόλλα», «τι έχεις;», «τίποτα», «άντε στο διάολο» και «μου λείπεις».

Είναι έμπρακτη απόδειξη, λέξεις, μουσική, χρώμα, σιωπή και μαύρο.
Λάμψη στα μάτια. Χροιά στην φωνή. Ένα «ΑΛΗΤΗ!» γραμμένο με κιμωλία στον δρόμο.

Ένα βράδυ τύφλα στο μεθύσι και βρόμικο στην καντίνα της παραλιακής.
Σπασμένα τασάκια, πιάτα, σημάδια στον τοίχο και αναποδογυρισμένα έπιπλα, τσαλακωμένα ρούχα και βρεγμένα πουκάμισα.

«Δεν θα με ξαναδείς»
να συμπληρώνονται με «γιατί δεν με πήρες ένα τηλέφωνο γαμώ την κοινωνία μου;».
«Ευχαριστώ» και «συγνώμη» σε σιωπές και βρισιές.

Να ανεβαίνεις σκαλοπάτια στα μάτια της την ίδια στιγμή που γελοιοποιείσαι στα δικά σου.
Έρωτας σε φτηνά ξενοδοχεία και σεξ μιας βραδιάς με τον ίδιο άνθρωπο.
Ένα γεύμα με κεριά και εκλεπτυσμένο menu, γυμνοί στο πάτωμα.
Δευτέρες γραμμένες με τα γράμματα Κ, Υ, Ρ, Ι, Α, Κ, Η.

Να λιώνεις με χειμωνιάτικο πουλόβερ δίπλα στο τζάκι, μα να καίγεσαι πιο πολύ να μην ξυπνήσει.
Ένα ηλίθιο χαμόγελο στην θέα του ροδαλού προσώπου της.
Να γίνεται το «μου αρκεί που θες», κατά συρροή δολοφόνος των «θέλω».

Νίκες, ντυμένες με το φόρεμα της ήττας.

Μονόλογος είναι η Αγάπη. Ένας μονόλογος από δύο.