Βρίσκεσαι στο λυκαυγές (στο τι;) της τέταρτης δεκαετίας σου. Κανόνισες τις διακοπάρες σου, έκλεισες τα εισιτηριάκια σου, τσίμπησες και τους κολλητούς σου (Μαλάκα να πάρουμε κι όλες τις σεζόν του Supernatural να έχουμε κάτι να βλέπουμε, ε;) κι είστε έτοιμοι για ξέφρενες καταστάσεις στο νησί των ονείρων σου.

Μαγιό τρέντυ που κουμπώνει στο μπυροκοίλι για να κόβει πατσάκια… τσεκ
Καπέλο καβουράκι (λες κι είσαι χίπστερ του ’30) για να κρύβει καράφλα… τσεκ
Πετσέτα «Ψυχογιός» προσφορά με το τελευταίο της Δημουλίδου που πήρες για “δώρο” στη γυναίκα σου… τσεκ
Αντιηλιακό για να μη καεί το ευαίσθητο πλατουδάκι σου… τσεκ

Και τώρα πού πάμε για μπάνιο;
«Μαλάκες, έχει ένα μπιτσόμπαρο εδώ πιο κάτω, τίγκα στις γκομενίτσες, μπίρες με δύο ευρώ, ξαπλώστρες με μαξιλαράκι, ό,τι πρέπει για οργισμένα νιάτα! Πάμε;» είπε ο κολλητός που η τελευταία του έξοδος ήταν στα Seven για «θριλεράκι με το μωρό».
«Πάμε!» φώναξε η ορδή των γεροντοπαλίκαρων και ξεχύθηκαν στις παραλίες.
Βλέπεις από μακριά τη θάλασσα, ένα απροσδιόριστο χρώμα από τσίσα, αντηλιακά και σκουπίδια, αγαλλιάζει η καρδούλα σου, το μπιτσόμπαρο φαίνεται κυριλέ, χωρίς πολλά ντάπα ντούπα, λες «δεν γαμιέται, ας πιούμε μία άλφα βάις άνευ δίπλα στο κύμα».
Πλησιάζεις να απολαύσεις την χαλάρωση και-
«Αλα πουτία φαλετία μακαρένα σε κιου ρε πολαταλα φαλετία ποσαμπένα».

Κοιτάς τριγύρω και φωνάζεις «έρχεστε ειρηνικά;» και βλέπεις μία μεθυσμένη παρέα Σουηδών που προσπαθούν να τραγουδήσουν/εκτελέσουν το γνωστό, διαχρονικό κομμάτι, παραπατώντας μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Ελέγχεις την ώρα, 12 το πρωί. Μα πότε πρόλαβαν οι πούστηδες;
Αγνοείς τα παρελκόμενα και μπουκάρεις σαν αργοπορημένος φοιτητής σε μάθημα εξεταστικής, φωνάζοντας «ΕΝΑ ΦΡΕΝΤΟ ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟ, ΜΕ ΕΒΑΠΟΡΕ, ΝΤΕΚΑΦΕΙΝΕ, ΜΕ ΖΑΧΑΡΙΝΗ ΚΑΙ ΣΤΡΩΣΕΙΣ ΣΤΕΒΙΑ».

Οι φίλοι σου κάνουν ότι δε σε ξέρουν, η σερβιτόρα ότι δε σε είδε, ο DJ ετοιμάζεται να παίξει Αττίκ κι εσύ κατεβάζεις το καπέλο λίγο πιο κάτω και αράζεις σε ξαπλώστρα.
Ο κόσμος πολύς, η φασαρία τεράστια, η θάλασσα βρώμικη κι οι μπίρες ακόμα να έρθουν. Βουτάς, με τη μουσική στο background να παίζει Despacito, βγαίνεις από το νερό και το έχει γυρίσει σε Οικονομόπουλο.
Σκόρπιες ανδροπαρέες προσπαθούν να εναρμονιστούν με το κλίμα και τη μουσική, εκλιπαρώντας για λίγα βλέμματα από τις topless τουρίστριες στη γωνία, και το μόνο που εισπράττουν είναι απογοήτευση κι ένα ροζ φλαμίνγκο στρωματάκι δώρο.
Το μαγιό σου πέφτει, το αλάτι σε τρώει, ο ήλιος καίει κι εσύ αναρωτιέσαι γιατί δεν είσαι στην πισίνα του ξενοδοχείου, να κολυμπάς στο αγνό χλώριο και να σε βρέχουν με νεροπίστολα τα πιτσιρίκια από τα μπαλκόνια.

Κάποια στιγμή, έχει τη φαεινή ιδέα ο κολλητός από τα Seven, να φέρει κοκτέηλ να πιείτε «όπως παλιά». Στην αρχή αγανακτείς αλλά μετά σκέφτεσαι ότι μία ευχαρίστηση έχει κι αυτός στη ζωή του, μετά θα είναι μόνο σουβλάκια, Ολυμπιακός και Netflix, οπότε τον ενθαρρύνεις χτυπώντας του απαλά την πλάτη του στυλ «Ναι, αγορίνα μου, κάνε την επανάστασή σου».
Σκάει λοιπόν κανάτα με ένα απροσδιόριστης ποιότητας υγρό, κάτι κουκούτσια καρπουζιού κολυμπάνε μέσα και κάτι άλλο που δε θες να μαντέψεις τι είναι, βουτάνε όλοι τα καλαμάκια μέσα κι αρχίζουν να ρουφάνε σαν καταβόθρες.

Παίρνεις τις αποστάσεις σου, βουτάς το καλαμάκι και ρουφάς μία μόνο γερή δόση για να μη σε πουν και φλώρο. Ο κόσμος γυρίζει, το μπιτσόμπαρο γίνεται μεζεδοπωλείο την εποχή που χρώσταγες «ένα μαθηματάκι ακόμα», οι τουρίστριες μεταμορφώθηκαν σε ξαναμμένες φοιτήτριες που σου ζήταγαν σημειώσεις κι εσύ σαν μαλακοπίτουρας έδινες, η θάλασσα σε συντριβάνι κι οι κολλητοί σου έχουν περισσότερα μαλλιά και λιγότερη κοιλιά.
Τους αγκαλιάζεις όλους, τραγουδάς το «Δε θα δακρύσω πια για σένα» και βουτάτε όλοι μαζί στο συντριβάνι/θάλασσα/αποχετευτικό σύστημα στο Βυζάντιο.

Η μέρα περνάει, ο ήλιος πέφτει, το μπιτσόμπαρο το γυρίζει σε «Lounge, cafe bar, μπαι δε σι» κι εσύ κοιτάς τα αστέρια αφήνοντας τα ξερατά σου να τα πάρει η θάλασσα και να τα πνίξει στην αγκαλιά της.

«Ωραία ήταν παιδιά, να ξαναπάμε», μονολογείς καθώς επιστρέφεις Αθήνα και το μόνο που εύχεσαι είναι να έχει ανάψει η γυναίκα το aircondition και να μην έχει βάλει το κλειδί πίσω από την πόρτα. Το νησί ξεμακραίνει, τα νιάτα σου το ίδιο, η θάλασσα γίνεται επιτέλους ξανά μπλε κι ακόμα αναρωτιέσαι για ποιον λόγο όλοι λατρεύουν τόσο το καλοκαίρι και γιατι-

«Αλαπουτία φαλετία μακαρένα σε κιου ρε ποσατάλα φαλ-»
«ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ!»

Εξοχικό στη Λούτσα και μπάνιο στα ρηχά. Πού θα βρεις καλύτερα;