Πάνε 10 χρόνια από εκείνο το ξημέρωμα της 2ης μέρας του Οκτώβρη του 2008 που άκουσα μέσα στη νύχτα το όνομα μου με ουρλιαχτά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι κι άρχισα να τρέχω προς τις φωνές. Η μαμά μου φώναζε πάνω από τον πατέρα μου. «Πέθανε». «Κατερίνα, πέθανε». Με όση ψυχραιμία έμαθα να έχω τον τελευταίο ένα χρόνο που είχε χρειαστεί να του κάνω ακόμη και ράμματα, έπιασα το χέρι του να δω αν έχει σφυγμό και τον χτύπησα δυνατά στην καρδιά. Αλλά χωρίς νόημα… Είχε φύγει.

Έκατσα στην κουζίνα, είχα μπροστά μου ένα χαρτί και ζωγράφιζα τετραγωνάκια. Η μαμά μου κάπνιζε και κάποια στιγμή μονολογεί πάω να του κλείσω τα μάτια.
Ήταν η μόνη στιγμή που αντέδρασα. Η μόνη στιγμή που φώναξα. Η μόνη στιγμή που έκλαψα. Αρνήθηκα να το αποδεχτώ. Φώναζα όχι, ξανά και ξανά. Σαν αυτό να ‘ταν το τέλος και να ήθελα να το παρατείνω. Ακόμη κι όταν είδα να τον παίρνουν μέσα σε ένα σεντόνι, ακόμη κι όταν τον είδα σ’ εκείνο το ξύλινο κουτί στην είσοδο του σπιτιού, ακόμη και στην κηδεία όπως και για μέρες μετά ήμουν εντελώς ανέκφραστη. Δεν έκλαψα ποτέ. Δεν είχα συναίσθηση για μέρες. Ήταν σα να ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν που τίποτα δεν είχε συμβεί. Μέχρι που άρχισα να ξεσπάω. Και πάλι, όχι με κλάματα, γιατί άφηνα τον πόνο να ζει μέσα μου.

Για πολλά βράδια πήγαινα στα επείγοντα νοσοκομείων. Πίεση 18-19, σφυγμοί 130 και βάλε. Μέχρι που ένα βράδυ ένα κορίτσι ειδικευόμενη γιατρός που καλή της η ώρα όπου κι αν βρίσκεται, αντί να μου κάνει καρδιογράφημα και να μου πάρει αίμα για ακόμη ένα βράδυ, έκατσε όλη νύχτα και μου μιλούσε. «Έχεις κατάθλιψη. Αυτό που σου συμβαίνει είναι κρίσεις πανικού. Σταμάτα να κυκλοφορείς με ένα χόλτερ αγκαλιά για να βρεις κάτι που δεν έχεις και πήγαινε δες έναν ψυχίατρο πριν βυθιστείς μέσα στα ηρεμιστικά σε αυτή την ηλικία…»

Μου πήρε ένα χρόνο για να ξαναπατήσω στα πόδια μου. Ένα χρόνο που απλώς επιβίωνα και έσπρωχνα τις μέρες εντελώς διαδικαστικά. Δε μπορούσα να βγω, δε μπορούσα να είμαι με κόσμο. Δε μπορούσα να έχω την αίσθηση ότι ήμουν μακριά από το σπίτι μου. Δεν ήταν η απώλεια που κλήθηκα να διαχειριστώ. Ήταν η αίσθηση ότι κάποιος άνθρωπος που δεν παθαίνει τίποτα, έπαθε. Πέθανε. Νομίζω πως μου πήρε πολλά χρόνια να αφεθώ ξανα σε άνθρωπο. Να εμπιστευτώ. Είχα στο μυαλό μου πως όλοι θα φύγουν. Έφυγε εκείνος, άρα όλοι φεύγουν, άρα γιατί εγώ να ξανά διαχειριστώ την οποιαδήποτε απώλεια. Καλύτερα από μακριά για να είμαι προστατευμένη. Στην πραγματικότητα ακόμη και 10 χρόνια μετά, ακόμη νιώθω εκτεθειμένη όταν εμπιστεύομαι. Ειδικά όταν συναντώ ανθρώπους που κακώς εμπιστεύτηκα… Μα πια επιμένω, με έναν τρόπο αλλιώτικο, σα να μη φοβάμαι να ξεπεράσω το οτιδήποτε. Κι ακόμη τον ψάχνω πίσω από δυνατούς ανθρώπους. Ακόμη το κριτήριο μου για να δένομαι με ανθρώπους είναι το ποσό δυνατοί είναι. Το πόσο αλώβητοι φαίνονται στα μάτια μου…

Δεν ξέρω γιατί φέτος πονάει τόσο πολύ, λες κι έφυγε χθες. Ίσως γιατί με έχει κυριαρχήσει μια συνειδητότητα ότι μεγάλωσα πια κι εγώ. Ίσως αυτό το «δέκα», αυτό το τόσο μεγάλο διάστημα με κάνει να μετράω τη δική μου ζωή. Να συνειδητοποιώ πως δεν είμαι πια παιδί. Πως είμαι κυρίαρχη των επιλογών μου. Υπεύθυνη για κάθε σωστό και κάθε λάθος. Για κάθε καλό και κάθε κακό. Αυτό που μου λείπει πάντα από εκείνον είναι ο μαγικός του τρόπος να μου λύνει τα προβλήματα. Και μάλλον σε μια φάση γεμάτη προβλήματα γίνεται ακόμη πιο έντονη η απουσία του. Ποτέ δεν θα μάθω αν θα ήταν δίπλα μου σε ότι αποφασίζω. Μα κάθε δύσκολο βράδυ θα σκέφτομαι τι θα έλεγε εκείνος. Εξάλλου ποτέ δε με καθοδηγούσε. Μου άναβε το φως κι έβλεπα μόνη μου το δρόμο.

Μου λείπεις πολύ. Σε πολλά βήματα μου. Κι εύχομαι όταν θα σε ξανασυναντήσω να είσαι το ίδιο περήφανος για εκείνο το κοριτσάκι που πάντα καμάρωνες. Εκείνο το κοριτσάκι που δεν θα είχε καταφέρει τίποτα χωρίς εσένα, να είσαι πάντα ένα βήμα πίσω του και να του λες μπορείς.

– Μπορείς τα πάντα
– Μπορώ μπαμπά μου… Τα πάντα!

 

Κατερίνα