Η πόλη τον αρρώσταινε. Όλη αυτή η φασαρία, τα φώτα, η κίνηση στους δρόμους, ο κόσμος. Ο κόσμος! Καθόλου δεν τους άντεχε τους ανθρώπους. Ήταν το αναγκαίο κακό της ζωής του, και η δουλειά του απαιτούσε καθημερινή επαφή μαζί τους. Έπρεπε να ανέχεται την γκρίνια και την κλάψα τους. Έπρεπε να προσπαθεί να τους ηρεμήσει για να συνεννοηθεί μαζί τους ή για να τους πει τα δυσάρεστα νέα. «Ο πατέρας σας πέθανε ή ο αδερφός σας είναι σε κώμα» ή ότι άλλο δύσκολο τους έκανε να πέφτουν κλαίγοντας στην αγκαλιά του. «Γιατρέ, σας παρακαλώ! Γιατρέ κάντε κάτι!», λες και δεν είχε κάνει τα πάντα. Αυτός άλλωστε, ήταν ο μόνος λόγος που έγινε γιατρός. Η πρόκληση της λύσης του μυστηρίου. Είχε στα χέρια του όλη τη γνώση που χρειαζόταν για να τους σώσει. Εκείνοι όμως, ήταν αδύναμοι, δειλοί, λιποτάκτες. Δεν άντεχαν τον πόνο, η σάρκα τους διαλυόταν μπροστά στη μάχη. Πόσο τον απογοήτευαν κάθε φορά. Ήταν και κάποιοι μαχητές. Αυτοί για τους οποίους άξιζε να ξενυχτά και να δοκιμάζει τα πάντα για να τους σώσει. Οι ασθενείς πρόκληση. Ξενυχτούσε παρέα με δεκάδες εξετάσεις, απέναντι σε ένα σύνθετο σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Συμπλήρωνε γράμματα και λέξεις. Συνδύαζε αποτελέσματα, έδινε φάρμακα που έκαναν το σώμα να λυγίζει, οδυνηρές εξετάσεις και αρκετές φορές τα κατάφερνε. Τους γιάτρευε! Δεν το έκανε γι αυτούς, αλίμονο. Το έκανε για την ικανοποίηση που έπαιρνε κάθε φορά που έλυνε το μυστήριο. Για την ηδονή της κορυφής. Για να μπορέσει να απολαύσει το δώρο στον εαυτό του. Ένα νυχτερινό ταξίδι με τρένο.

Έκλεινε κουκέτα για να είναι μόνος και προορισμό που θα του έδινε τη δυνατότητα να ταξιδεύει όλη νύχτα. Του άρεσε να βλέπει τα τοπία να διαγράφονται άγρια μέσα στο σκοτάδι, κάτω από το λιγοστό φως του φεγγαριού. Απολάμβανε το ταξίδι με παλιό κονιάκ και πικρή σοκολάτα. Ο ήχος του τρένου πάνω στις ράγες καθάριζε το μυαλό του, επούλωνε τις πληγές που άνοιγαν καθημερινά πάνω του οι άνθρωποι. Το αναγκαίο κακό της ζωής του. Δεν τους είχε ανάγκη, δεν τους ήθελε, εξυπηρετούσαν σκοπούς. Οι ασθενείς τόνωναν την ισχυρή του αυτοπεποίθηση, οι συνάδελφοί τάιζαν τον υπέρμετρο εγωισμό του και οι γυναίκες ήταν για πολύ συγκεκριμένη χρήση. Δεν ερωτευόταν, δεν πίστευε στον έρωτα. Έσβηνε την έξαψη που του δημιουργούσε η επιτυχία, πάνω σε ένα καλοφτιαγμένο κορμί. Συνήθως ήταν κάποια νοσοκόμα ή κάποια ειδικευόμενη. Δεν είχε φίλους. Δεν πίστευε στην φιλία. Είχε γύρω του μόνο χρήσιμους ανθρώπους, κοινό που με το χειροκρότημα τον βοηθούσε να φτάσει πιο πάνω. Το μόνο που τον γέμιζε, που τον έκανε να νιώθει ατόφια χαρά, ήταν το τρένο.

Το προηγούμενο βράδυ είχαν φέρει στην κλινική του μια νεαρή κοπέλα. Δεν κινδύνευε η ζωή της, θεωρητικά. Απλά, κοιμόταν για μέρες. Τίποτα δεν ήταν ικανό να την ξυπνήσει. Όλη τη νύχτα τής έκαναν κάθε πιθανή και απίθανη εξέταση. Η κατάσταση της υγείας της ήταν άψογη. Μόνο που δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Η αδρεναλίνη του ξεχείλιζε. Ήταν αντιμέτωπος με το μεγαλύτερο ιατρικό μυστήριο της καριέρας του. Μια κοπέλα που αρνούνταν να ξυπνήσει. Κάθε βράδυ, στις 00:30 ακριβώς, άνοιγε τα μάτια της για ένα λεπτό. Στη διάρκεια αυτού του λεπτού, τα φώτα του ορόφου τρεμόπαιζαν. Αυτό ήταν όλο. Ο εγκέφαλός της λειτουργούσε κανονικά, όπως και ο υπόλοιπος οργανισμός της.

Οι μέρες περνούσαν, η κοπέλα κοιμόταν και ο μεγάλος γιατρός έχανε την ψυχραιμία του. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Πως ήταν δυνατόν να μην καταλαβαίνει; Περνούσε όλο και περισσότερες ώρες δίπλα της. Ήθελε να ελέγχει κάθε της αντίδραση. Να είναι εκεί όταν ανοίξει τα μάτια της και κάνει τα φώτα να τρελαθούν. Σίγουρα όλο αυτό ήταν κάποια ανεξήγητη σύμπτωση. Τα μάτια της δεν είχαν υπερφυσικές δυνάμεις. Αυτά τα πελώρια, ζεστά μάτια στο χρώμα του παλιού κονιάκ. Και τα κατάμαυρα σγουρά μαλλιά της που έκαναν την λευκή της επιδερμίδα να μοιάζει τόσο εύθραυστη. Χρειαζόταν επειγόντως έναν καφέ και μια ειδικευόμενη.

Κάθε βράδυ, καθόταν δίπλα της και της μιλούσε. Συχνά τής άφηνε ένα λουλούδι, ή ένα μικρό λούτρινο να της κάνει παρέα. Της έλεγε πως όταν ξυπνήσει θα την πάρει να πάνε ένα ταξίδι με το τρένο, όπου εκείνη ήθελε. Ακουμπούσε απαλά το πρόσωπό της και χαμογελούσε. Δύσκολα στην αρχή, δεν ήξερε πως. Ύστερα αυθόρμητα, πηγαία. Περίμενε να πάει 00:30 για να δει τα μάτια της πριν φύγει, και είχε αρχίσει να αναστατώνεται με τα φώτα και το παιχνίδι τους. Ένιωθε για πρώτη του φορά, φόβο. Ένιωθε, για πρώτη του φορά.

Ένας μήνας είχε περάσει όταν έφτασε ένα πρωί και βρήκε το κρεβάτι της άδειο. Ρώτησε, μα κανείς δεν ήξερε τι είχε γίνει. Πήγε στο γραφείο του εκνευρισμένος. Δεν ήξερε τίποτα για εκείνη, ούτε το όνομά της. Ένα πακέτο τον περίμενε. Παλιό κονιάκ, πικρή σοκολάτα και ένα σημείωμα. «Απόψε, στις 00:30 ακριβώς, στο νεκροταφείο των τρένων». Τον άκουγε λοιπόν όλο αυτό το διάστημα. Είχε ακούσει όσα της είχε πει. Κατέβηκε στα επείγοντα να βρει το πιο δύσκολο περιστατικό. Κάτι, οτιδήποτε για να του αποσπάσει την προσοχή, να τσουλήσει τον χρόνο μέχρι το βράδυ. Ένας νεαρός μόλις είχε έρθει. Έβριζε τους πάντες χυδαία κι ύστερα ξεσπούσε σε γέλια. Αυτό ήταν δικό του! Μέχρι τις 10 το βράδυ είχε βρει τον όγκο στον μετωπιαίο λοβό και τον είχε προγραμματίσει πρώτο πρωινό χειρουργείο. Έκανε ένα ντους, πήρε το κονιάκ, δυο κρυστάλλινα ποτήρια, την μαύρη σοκολάτα και ξεκίνησε. Έφτασε στο νεκροταφείο των τρένων μισή ώρα νωρίτερα. Έβαλε Mozart, έριξε πίσω το κάθισμα, άναψε το πούρο του και άρχισε να ονειρεύεται. Θα της έλεγες πως είναι ο έρωτας της ζωής του. Πως το μόνο που θέλει είναι να την πάρει και να φύγουν μαζί για το άγνωστο. Σε ένα τρένο, οι δυο τους. Η καρδιά του χτυπούσε ασυνήθιστα γρήγορα. Χαμογελούσε για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Αυτή η κοπέλα του είχε διαλύσει την πανοπλία, χωρίς να έχει ακούσει την φωνή της.

00:27 βγαίνει από το αυτοκίνητο. Προχωρά λίγα βήματα και ξαφνικά τα φώτα μιας παλιάς μηχανής τρένου τον τυφλώνουν. Σταματά σαν να βρήκε σε τοίχο. Μια γυναικεία σιλουέτα διαγράφεται κατάμαυρη μπροστά στα φώτα, με μια φωτεινή αύρα γύρω της. Αισθάνεται το βλέμμα της να του τρυπά τα μάτια, την καρδιά, την ίδια του την ύπαρξη. Πέφτει στα γόνατα σαν να τον χτύπησε σφαίρα. Ζητά συγγνώμη με έναν λυγμό και ξεσπά σε κλάματα.
«Πολύ αργά. Τα δάκρυά σου δεν με συγκινούν, όπως δεν σε έχει συγκινήσει ο ανθρώπινος πόνος όλα αυτά τα χρόνια. Τελείωσα μαζί σου. Με σκότωνες κάθε μέρα. Μου πήρες και την τελευταία ανάσα. Τώρα θα πάρω την δίκη σου. Δεν σου αξίζει να λέγεσαι άνθρωπος, δεν σου αξίζει να ακουμπάς καμία ζωντανή ύπαρξη, δεν σου αξίζει να ζεις.»
«Πες μου τουλάχιστον το όνομά σου. Πες μου ποια είσαι…»
«Είμαι εσύ. Είμαι η Ανθρώπινη Υπόσταση. Αυτή που θυσιάζεις μια ζωή για να ταΐζεις τον εγωισμό σου. Όμως, θύμωσα, ξύπνησα, φεύγω. Μόλις μπω στο τρένο και ξεκινήσω, τελείωσες.
Έχεις δυο λεπτά καιρό να απολαύσεις μια τελευταία γουλιά κονιάκ, ένα τελευταίο κομμάτι σοκολάτα και να ανάψεις το πούρο σου.»

Η μαύρη σιλουέτα μπήκε στην θέση του οδηγού. Εκείνος, ακίνητος στα γόνατα, με το βλέμμα καρφωμένο στα φώτα. Ο χώρος του νεκροταφείου γέμισε από τους ήχους του Don Giovanni, την ώρα που η μηχανή ξεκινούσε αργά. Οι ρόδες κύλησαν στις μεταλλικές ράγες, ενώνοντας την φωνή τους με αυτήν του βαθύφωνου σκεπάζοντας την κραυγή που ούρλιαζε για συγχώρεση.

*Καμία φορά είναι κάτι συμπτώσεις πολύ περίεργες. Την ώρα που έγραφα «νεκροταφείο τρένων», περνούσαμε έξω από ένα, λίγο πριν την Θεσσαλονίκη! Σπουκι!