Η ιστορία πάει ως εξής. Γνωρίζεις γκομενάκι. Στην αρχή σου την δίνει και θέλεις να τον χτυπήσεις αλλά αργότερα σκαλώνεις μαζί του ρε παιδί μου. Λίγο πίτσι πίτσι στα μηνύματα, λίγο τα ρομαντικοραντεβού που δεν μπορείς να αντισταθείς υποκύπτεις τι να κάνουμε. Βέβαια, αργότερα, ακολουθούν ένας γάμος και ένα παιδί αλλά αυτά είναι μικροπράγματα. Το πρόβλημα είναι, πως καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά, το πρώτο βράδυ που κοιμάστε μαζί αγκαλίτσα.

Καταρχήν, δεν σχολιάζεις καν το γεγονός, πως μόλις κλείσει τα βλέφαρα του βρίσκεται ήδη στο τρίτο όνειρο, ενώ εσύ για να κοιμηθείς, πρέπει να μετρήσεις όλα τα τροφαντά προβατάκια του κόσμου. Λες οκ, δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό και πας παρακάτω.

Είσαι έτοιμη να τον πάρεις και εσύ χαλαρά (τον ύπνο, όχι τίποτα άλλο), όταν το έτερον ήμισυ αρχίζει και τινάζεται λες και περπατούν αράχνες πάνω του. Απομακρύνεσαι λίγο μην φας και καμιά ξανάστροφη και κοιμάσαι.
Το πρωί που ξυπνάτε, ο κώλος του είναι στην μούρη σου, έχει αγκαλιάσει τα πόδια σου και είναι τυλιγμένος με τις κουβέρτες σαν άλλος Τουταγχαμών στην σαρκοφάγο του ενώ εσύ τουρτουρίζεις στην γωνιά σου. Το προσπερνάς, και αυτό.
Ένα βράδυ εκεί που κοιμάστε ήσυχα και ωραία σηκώνεται. Πετάει το πάπλωμα στο πάτωμα, πηγαίνει στην μπαλκονόπορτα, την ανοίγει, επιστρέφει, κάνει βουτιά στο κρεβάτι και σωριάζεται. Το επόμενο πρωί βέβαια, γκρινιάζει γιατί ξεχάσατε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή και το κωλαράκι του αισθανόταν κρύο. Δεν μιλάς. Τον κοιτάς σαν χάνος ενώ σκέφτεσαι, πως μάλλον σου κάνει πλάκα.

Κάνεις έρευνα, ρωτάς γονείς και αδέρφια. Μαθαίνεις πως τα βράδια στον ύπνο του, όταν ήταν μικρός, είχε κατουρήσει στην κουζίνα και πηδούσε από τα παράθυρα του υπνοδωματίου. Τα αδέρφια του τον έψαχναν στους δρόμους του χωριού, αλλά ευτυχώς σαν καλό σκυλάκι δεν απομακρυνόταν και πολύ.

Ο βραδινός ύπνος μαζί του πλέον, έχει αρχίσει και γίνεται ενδιαφέρον από την μία, εκνευριστικός από την άλλη. Κάνετε άπειρες συζητήσεις όταν κοιμάται. Επικές. Από το αν σε έχει απατήσει ποτέ, τι πρέπει να παραγγείλει αύριο στο μαγαζί, μέχρι και πώς φτιάχνονται οι καφέδες έχεις μάθει, μια που το παίζει και μπαρίστα στην δουλειά του. Μια φορά κιόλας κυνηγούσε στο δωμάτιο, έναν ανύπαρκτο πελάτη για να του δώσει την τυρόπιτα που ξέχασε και την απόδειξη. Είπαμε, μην μας πιάσει και καμιά εφορία.

Σηκώνεται, σκουντουφλάει, γεμίζει μελανιές και το πρωί αναρωτιέται πως τις έπαθε. Ευτυχώς έχεις προνοήσει και κοιμάσαι με το ένα μάτι ανοιχτό. Μια φορά τον πρόλαβες στο τσακ πριν βγει από το παράθυρο. Κρύβεις και τα κλειδιά, μην τυχόν και ανοίξει καμιά πόρτα και το σκάσει και άντε μετά να σε πιστέψουν πως δεν τον ξέκανες.
Το αποκορύφωμα είναι, όταν μέσα στον ύπνο του σηκώνεται για να πάει να ελέγξει τον βλαστάρι σας. Ειδικά όταν μιλάει και ο μικρός μέσα στον ύπνο του. Ένα βράδυ αφού έπαιξαν για κανένα πεντάλεπτο αυτοκινητάκια, άρχισαν να τραγουδούν την βαμπιρίνα.
Ναι το έχω ζήσει και αυτό. Και θα ζήσω ακόμα πολλά.