Σε λένε Ζωή και είσαι 39 ετών. Ζεις στη οδό Μπότσαρη, στον αριθμό 16. Στον τρίτο όροφο. Έχεις ένα μεγάλο μπαλκόνι στην πίσω πλευρά του διαμερίσματός σου, που έχει δύο μεγάλες πλαστικές ντουλάπες. Στη μία ντουλάπα, χώνεις όλα τα άχρηστα και περιττά που μαζεύουν τα δύο σου παιδιά και ο άντρας σου. Παλιά ρούχα, σπασμένα παιχνίδια, σκόρπια καλώδια φορτιστών. Όλο λες ότι θα την καθαρίσεις αυτή τη ντουλάπα, αλλά ποτέ δεν το κάνεις.

Σε λένε Ζωή και το μαλλί σου έχει τρία δάχτυλα ρίζα και σκόρπιες άσπρες τρίχες. Έχεις τσιμπήσει και μερικά κιλά, εφτά για την ακρίβεια, αλλά δεν το παραδέχεσαι σε κανέναν. Ο άντρας σου δεν πρόσεξε ούτε τη ρίζα, ούτε τα κιλά. Το αλάτι στο φαγητό προσέχει και το ασιδέρωτο ροζ πουκάμισο που ήθελε να βάλει. Τα παιδιά δεν προσέχουν τέτοια πράγματα. Καμιά φορά προσέχουν τα μάτια της μαμάς αλλά μπαίνουν εφηβεία πια και λίγο τους απασχολεί.
Σε λένε Ζωή και έχεις να δεις την κολλητή σου φίλη από το Μάιο. Την τελευταία φορά που την είδες σε ρώτησε τι έχεις. Της είπες ότι σε πιέζουν πολύ από τη δουλειά και ότι έχουν αυξηθεί οι υποχρεώσεις των παιδιών. Δεν σε πίστεψε και δεν θέλεις να σε ξαναρωτήσει. Οπότε, έχεις να την δεις από τον Μάιο.
Ζωή σε λένε λοιπόν. Και έχεις ένα μυστικό.

Θέλεις να πεθάνεις.

Για την ακρίβεια θέλεις να αυτοκτονήσεις. Δεν την σκέφτεσαι βέβαια τη λέξη αυτή. Αυτοκτονία…..Βαρύ πράγμα. Προτιμάς να σκέφτεσαι την ανυπαρξία. Την απουσία συναισθήματος. Το κενό. Την έλλειψη πόνου. Την έλλειψη ματαιότητας που έχει η ύπαρξή σου.
Σου προκαλούν ανακούφιση αυτές οι σκέψεις. Όταν η καθημερινότητα σου γίνεται βαριά, γίνεται ασήκωτη, όταν τα προβλήματα φαίνονται βουνά τεράστια μπροστά σου, η σκέψη αυτής της ανυπαρξίας είναι η ανακούφιση σου. Είναι η λύτρωση. Και αυτή η ρημάδα η λύτρωση είναι η Σειρήνα σου, σαν αυτή που φώναζε τον Οδυσσέα από τα βράχια.

Όπως όλοι μας ξέρουμε, κανένας δεν αντιστέκεται στο τραγούδι των Σειρήνων. Έχεις κάνει την έρευνα σου. Έχει εξερευνήσει τις μεθόδους. Έχεις αποφασίσει και ποια θα ακολουθήσεις.

Την Παρασκευή εκείνη, ο σύζυγος θα έβγαινε με παλιούς συμμαθητές. Κανόνισες και εσύ να κοιμηθούν τα παιδιά σε φίλους. Άλλο που δεν ήθελαν. Διαβεβαίωσες τον σύζυγο ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, ότι χρειάζεσαι λίγο χρόνο για τον εαυτό σου. Θα γεμίσεις την μπανιέρα με καυτό νερό και άλατα του είπες και δεν πρόκειται να βγεις από ‘κει μέσα. Αλήθεια του είπες.

Σβήνεις όλα τα φώτα στο σπίτι και γυρνάς ανάποδα τις φωτογραφίες των γελαστών σου παιδιών. Κάπου βαθιά μέσα σου τα σκέφτεσαι αλλά διώχνεις τη σκέψη γρήγορα. Τίποτα δεν αξίζει όσο η ανυπαρξία. ΄Όσο η λύτρωση. Για μερικά δευτερόλεπτα σκέφτεσαι να γράψεις και ένα σημείωμα όπως συνηθίζεται αλλά μετά αποφασίζεις ότι δεν θα πολυενδιαφέρει και κανέναν το γιατί το έκανες.

Το μπάνιο σου ήταν πάντα το καταφύγιο σου. Το μοναδικό σημείο του σπιτιού που ήταν καταδικό σου. Είχε ζωγραφίσει και το ταβάνι. Αποτυχημένη προσπάθεια ομολογουμένως αλλά ήταν και το ταβάνι δικό σου. Κλείνεις με την τάπα το σιφόνι και ανοίγεις το καυτό νερό για να γεμίσει η μπανιέρα. Οι οδηγίες λένε ότι το νερό πρέπει να είναι ζεστό για να μην πήξει το αίμα και αποτύχει η προσπάθεια. Και εσύ Ζωή, πάντα ακολουθούσες τις οδηγίες.
Της έκανε εντύπωση που υπήρχαν ακόμη στην αγορά οι παλιές λεπίδες ξυρίσματος, αυτές που χρησιμοποιούσαν οι μπαρμπέρηδες στους παππούδες μας. Και όμως υπήρχαν και χάρηκε πολύ για αυτό. Οι λεπίδες αυτές και θα έκαναν το έργο της πιο εύκολο και χάριζαν και μία νότα νοσταλγίας στο σκηνικό που έστηνε.
Είχα καβατζώσει και δύο ηρεμιστικά από την μητέρα της και τα κατάπιε ξερά, χωρίς νερό. Είχε επίσης αγοράσει και ένα σωληνάριο Εμλα και έτριψε σχεδόν το μισό σε κάθε της καρπό. Μπήκε στη μπανιέρα με τα πιο παλιά, πιο τεράστια εσώρουχα που διέθετε. Για κάποιο περίεργο λόγο, ντρεπόταν τόσο για το σώμα της που ακόμη και νεκρό δεν ήθελε να το δει κανένας εντελώς γυμνό.

Τον αριστερό καρπό κατάφερε και τον έκοψε χωρίς δυσκολία. Κάθετα στη φλέβα και όχι οριζόντια. Αν κόψεις οριζόντια, δεν κάνεις δουλειά. Κάθετα θέλει. Ο δεξιός την δυσκόλεψε μιας και δεν ήταν αριστερόχειρας. Τα κατάφερε όμως και έγειρε πίσω στη μπανιέρα παρακολουθώντας τους στροβιλισμούς του αίματος μέσα στο νερό. Σχήματα περίεργα έπαιρνε και άλλαζε χρώμα. Στην αρχή έβγαινε σκούρο και θυμωμένο από το σώμα της και μόλις άγγιζε το νερό γλύκαινε. Γινόταν ένα γλυκό κόκκινο και χόρευε έναν υπνωτικό χορό. Και όσο η ζωή έφευγε, η Ζωή έγειρε πίσω και παρακολουθούσε τις αναμνήσεις των ετών της, στην ταινία που έπαιζε μόνο για εκείνη το μυαλό της. Τελευταία της συνειδητή στιγμή, η ανάμνηση της τελευταίας φοράς που γέλασε πηγαία και δυνατά.
Ο σύζυγός της την βρήκε νεκρή, μέσα στο παγωμένο νερό. Το κάθε της χέρι έσφιγγε από έναν καρπό, προσπαθώντας να σταματήσει το αίμα. Είχε μετανιώσει.

Μίλα πριν είναι αργά.
Aνώνυμη 24ωρη γραμμή υποστήριξης 1018.
www.suicide-help.gr