Όπου να’ ναι θα ‘ρθεις. Θα περιμένω να ακούσω το αυτοκίνητο να σταματάει, τη πόρτα να ανοίγει και να κλείνει και έπειτα θα τρέξω να σου ανοίξω. Θα πέσω πάνω σου ψάχνοντας για αγκαλιά και εσύ θα γκρινιάζεις γιατί τα χέρια σου θα ‘ναι γεμάτα σακούλες από το σούπερ μάρκετ.

Κάτσε ρε μπέμπα, κάτσε” θα μου πεις με γέλιο και εγώ θα σου πάρω τα ψώνια από τα χέρια να ελευθερώσω την αγκαλιά σου που περίμενα όλη μέρα μια ώρα νωρίτερα.

Για τις επόμενες ώρες θα ρουφάω κάθε λέξη για το πώς ήταν η μέρα σου, πως ήταν η δουλειά , πως νιώθεις, όσο θα μαγειρεύω. Θα σε λέω χαζά να γελάς και ανάμεσα στο μαγείρεμα θα σε δίνω πεταχτά φιλιά στο μέτωπο, στα γυμνά σου μπράτσα και στα χείλη. Το βράδυ θα πέσω πλάι σου γυμνή, πρώτα πάνω από τα σκεπάσματα και έπειτα κάτω από αυτά, θα ψάξω πάλι την αγκαλιά σου, τη γνώριμη ζέστη σου.

Όπου να’ ναι θα ‘ρθεις.

Όταν το ρολόι δείξει ακριβώς θα’ρθεις.

—-

Κοιτάζει το σπίτι από μακριά, μέσα από το αυτοκίνητο. Σκοτεινά παράθυρα τον περιμένουν. Κοιτάζει στον καθρέφτη το πίσω κάθισμα. Πάλι δεν πήγε σούπερ μάρκετ. Και να πήγαινε όμως δεν έχει κουράγιο να μαγειρέψει απόψε. Πιο το νόημα να μαγειρεύεις για τον εαυτό σου μόνο; Του το έλεγε και Εκείνη αυτό όταν την μάλωνε που δεν έτρωγε τις μέρες που ο ίδιος έλειπε.

“Τι να μαγειρέψω μωρέ; Για εμένα; Έχει πιο βαρετό πράγμα;”

Τελικά αποφασίζει να διανύσει τα λίγα μέτρα που τον χωρίζουν από το αυτοκίνητο ως τη πόρτα αλλά κανείς δεν του την ανοίγει για να μπει. Τώρα πρέπει να ξεκλειδώσει, να ανάψει τα φώτα στο έρημο σπίτι. Κανείς δεν ορμάει επάνω του τώρα.

“Έλα κόφ’το!” Της έλεγε αγριεμένος, “Μη κάνεις σαν ερωτευμένο δεκαπεντάχρονο.” Και βιάζονταν να αφήσει τις σακούλες στο πάγκο της κουζίνας. Βιάζονταν να κάνει μπάνιο και να βάλει πιτζάμες. Εκείνη ήθελε κουβέντες, για τη μέρα του, τη δουλειά, τη ψυχή του. Εκείνος ήθελε ησυχία.

“Όχι τώρα. Μετά.”

Την άφηνε να μαγειρεύει μόνη συνήθως, έτρωγε στο πόδι και ξάπλωνε μπροστά στη τηλεόραση.

Το βλέμμα του, όπως κάθε μέρα, πετάει αμέσως στη λευκή πόρτα στα δεξιά. Στο μπάνιο του κάτω ορόφου στο οποίο δεν μπαίνει πια. Τώρα κάνει μπάνιο στο επάνω, βάζει πιτζάμες και κάθεται στο καναπέ με ένα από τα βιβλία της.

Κλείνει τα μάτια και τη θυμάται στην ίδια γωνία να διαβάζει. Προσηλωμένη, σκεπασμένη με μια κουβέρτα ήσυχη.

Τη θυμάται επίσης με αφηρημένο βλέμμα να μη γύρνα σελίδα επί ώρες. Να κάθεται βουβή σα πεθαμένη στην ίδια θέση και εκείνος να μη λέει τίποτα.

Όπως δεν έλεγε τίποτα για τις φορές που γυρνούσε σπίτι και την έβρισκε με πρησμένα, κόκκινα μάτια.

Όχι.

Μόνο όταν του έλεγε ότι δεν νιώθει καλά είχε πολλά να πει. Μόνο όταν του έλεγε πως δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, πως δεν είχε κουράγιο να βγει, να φάει, να κάνει μπάνιο μιλούσε.

Και είχε πάντα πολλά να πει σε εκείνες τις στιγμές.

“Τι έπαθες πάλι;”
Τη ρωτούσε και δεν άκουγε τα ίδια του τα λόγια να τη κόβουν κομμάτια.

“Άσε μας μωρέ που δεν νιώθεις καλά.”
Η αγαπημένη του ατάκα. Και γελούσε.

Γελούσε όσο Εκείνη έλιωνε, όσο έκλαιγε μόνη της μακριά του. Πάντα μακριά του, εκεί που την είχε σπρώξει αυτός. Να μη τη παίρνει ποτέ στα σοβαρά, ποτέ να μην ακούει τα λίγα που τολμούσε να του πει. Υπερέβαλε, έτσι πίστευε, όταν του έλεγε πως ερχόντουσαν μέρες που προτιμούσε να μην είχε ξυπνήσει, όταν του έλεγε πως πονάει το στήθος και το στομάχι της και όταν τη ρωτούσε,

“Γιατί;”

και Εκείνη του απαντούσε “Νομίζω από το σφίξιμο”.

“Γιατί έχεις σφίξιμο;”

Και Εκείνη δεν απαντούσε πια. Άλλαζε θέμα, άλλαζε πρόσωπο, μερικές φορές άλλαζε δωμάτιο και εκείνος θύμωνε.

Θύμωνε γιατί στα μάτια του ήταν δειλή, υπερβολική, γκρινιάρα. Θύμωνε γιατί ήθελε αγκαλιές και θύμωνε όταν γινόταν μπάλα δίπλα του για να κοιμηθεί, λες και είχε γάτα στο σπίτι και όχι γυναίκα.

Τώρα το βλέμμα του πετάει ξανά στην άσπρη πόρτα του κάτω μπάνιου.

Εκεί τη βρήκε το πρώτο βράδυ που κανείς δεν του άνοιξε τη πόρτα. Εκεί τη βρήκε τη μέρα που κουράστηκε να την αγνοεί, που κουράστηκε να γελάει με τον πόνο της και να τη λέει υπερβολική. Υπερβολική που δεν είχε λέει, κουράγιο να ζήσει.

Και έτσι τη βρήκε χλωμή, παγωμένη και μες τα αίματα.

Ελεύθερη από το πόνο, και τους δαίμονες στο κεφάλι της. Ελεύθερη από τον ίδιο και την παγερή αγάπη του. Ελεύθερη από όλα όσα έκρυψε βαθιά μέσα της.

Ή έτσι τουλάχιστον ήλπιζε εκείνος.

Υπήρχαν μέρες, ειδικά κάποιες νύχτες που το σπίτι γέμιζε με το άρωμα της. Η φωνή της σκέπαζε την ησυχία ξανά και η μορφή της εμφανίζονταν σαν αχνός μπροστά στο παράθυρο, πλάι στην εξώπορτα. Αφού τη κοιτούσε ώρα πολύ, αφού έπειθε τον εαυτό του πως αλήθεια τη βλέπει, έλεγε το όνομα της. Δεν του απαντούσε ποτέ, μονάχα χάνονταν ξανά.

Όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, την έβλεπε μέσα στο σπίτι τους, να τον περιμένει. Και εκείνος έρχονταν πάντα, και την έκανε να γελάει και της μιλούσε και έτρωγαν παρέα και τα βράδια τη κρατούσε γυμνή, ήσυχη και ασφαλή στα χέρια του.

Τώρα πια και ο ίδιος του ήθελε μόνο να κοιμάται και θύμωνε τα πρωινά που ξυπνούσε ξανά. Στα όνειρα του την είχε εκεί, στα όνειρα του Εκείνη ζούσε και γελούσε και εκείνος δεν την είχε σπρώξει σε τόσο μεγάλη απελπισία και μοναξιά ώστε να χρειάζεται να του αποδείξει τα λόγια της.

Ένα από αυτά τα πρωινά, δεν θα ξυπνούσε άλλο, το είχε αποφασίσει.

Όπου να’ ναι θα ‘ρθεις.

Το ρολόι επιτέλους δείχνει ακριβώς και τρέχω να σου ανοίξω τη πόρτα.

“Κάτσε ρε μπέμπα, κάτσε.”
Μου λες και γελάς. Με τα χέρια ακόμη φορτωμένα γυρνάς και με φιλάς.

“Τώρα που ήρθα, δεν πάω πουθενά. Περίμενε μόνο να αφήσω τα ψώνια.”

Θα περιμένω και έπειτα θα πέσω στην αγκαλιά σου. Η αγκαλιά σου είναι το μόνο μέρος που ήθελα ποτέ να υπάρχω.