Σε ένα όμορφο μικρό χωριό στα βάθη της μακρινής Δρακοχώρας ζούνε δυο μικροί γλυκύτατοι δρακούληδες, ο Σάμυ και ο Τάμυ. Είναι καλά και αγαπημένα φιλαράκια και μοναδική τους ασχολία είναι όλη την ώρα να εξερευνούν, να μαθαίνουν καινούρια πράγματα και τελικά να μπλέκουν σε φοβερές, τρομερές αλλά πολύ ξεκαρδιστικές περιπέτειες.
Η όμορφη αλλά πολύ μακρινή Δρακοχώρα, είναι ένα μικρός παράδεισος, κατάλληλος για τους φίλους μας τους δρακούληδες. Όλα της τα μέρη, τα σπίτια της, οι παιδικές δρακοχαρές ακόμη και το μέγκα δρακομάρκετ, έχουν τεράστιες διαστάσεις. Βλέπετε παρεξηγημένοι όπως ήταν κάποτε από όλους τους ανθρώπους, ότι τάχα όλοι οι δράκοι είναι κακοί και μοχθηροί, μαζεύτηκαν μια μέρα και αποφάσισαν να ζήσουν απομακρυσμένοι αλλά πολύ αγαπημένοι, σε ένα πανέμορφο ξεχωριστό μέρος. Το μέρος αυτό ,που αργότερα το ονομάσανε Δρακοχώρα, ήταν κατάλληλο γιατί όλα τα δέντρα, οι λίμνες και τα βουνά ήταν περιέργως πολύ πιο μεγάλα από το κανονικό. Έτσι οι καλοί μας δρακούληδες μπορούσαν πια να ζουν φυσιολογικά και χαρούμενα χωρίς να τους κοιτάνε με μισό μάτι.
Εκεί λοιπόν οι δυο μικροί μας φίλοι ζούνε ήσυχα μαζί με τις οικογένειές τους, σε ένα μικρό δρακοχωριό που όλο κι όλο αποτελείται από δυο τεράστια δρακόσπιτα. Το ένα κοιτάζει την Ανατολή και το λένε το Ανατολόσπιτο και το άλλο τη Δύση και το λένε το Δυτικόσπιτο. Τα δρακόσπιτά τους είναι δεκαοχτώ μέτρα ψηλά και εκατό μέτρα πλατιά. Έχουν πρασινωπό χρώμα και πάνω στην σκεπή τους μία τεράστια μαύρη καμινάδα. Τα παραθυράκια τους είναι φυσικά και αυτά πολύ μεγάλα όμως πάντοτε διακοσμημένα με όμορφες κουρτίνες, ενώ οι αυλές τους δεν είναι ποτέ φραγμένες, όμως σε αυτές φυτρώνουν τα πιο όμορφα δρακολούλουδα. Πολύ σπάνια λουλούδια, δε τα συναντάς αλλού, εκτός από τη Δρακοχώρα.
Μια όμορφη και ηλιόλουστη μέρα, ο Σάμυ και ο Τάμυ καθόντουσαν ξαπλωμένοι πάνω στις δρακοουρές τους και βαριόντουσαν πολύ. Είχαν ήδη κυλιστεί στη λάσπη, καθαρίσει από φύλλα όλη την παιδική δρακοχαρά και κουνηθεί στη γιγάντια δρακοκούνια. Ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον ουρανό και οι πράσινες δρακοκοιλιές τους είχαν αρχίσει να ζεσταίνονται πολύ. Κάποια στιγμή πετάγεται ο Τάμυ όρθιος και λέει στο Σάμυ:
«Πωπω, φίλε μου, βαρέθηκα πια, άσε που έχει αρχίσει να γουργουρίζει η κοιλιά μου», είπε και έτριψε με νόημα με την πράσινη φολιδωτή δρακοπαλάμη του την κοιλιά του, που εκείνη τη στιγμή έκανε ένα τόσο βροντερό γουργουρητό που ξύπνησε το φίλο του τον Σάμυ. Ο Σάμυ αφού σηκώθηκε βαριεστημένα είπε γεμάτος αποφασιστικότητα: «Τάμυ, τέρμα πια οι βαρεμάρες και οι χαζομάρες, βρήκα τι να κάνουμε ώστε και να μάθουμε κάτι χρήσιμο και να γεμίσουμε και τις άδειες μας κοιλιές!»
«Δηλαδή, σαν τι σκέφτηκες πάλι; Δε πιστεύω να μας βάλεις σε τίποτα μπελάδες πάλι Σάμυ! Ακόμη μας κυνηγάει η γιαγιά σου από την τελευταία φορά που θέλαμε να τη βοηθήσουμε στη μπουγάδα!» Ο Σάμυ έκανε πως του ξέφυγε ένα γελάκι και προχώρησε προς το δρακόσπιτό του κουνώντας επιδεικτικά την πράσινη ουρά του.
«Λοιπόν , είπαμε πως πεινάμε, άρα δεν έχουμε απλά να μαγειρέψουμε καλέ μου Τάμυ!»
«Μα πως ; Αφού δεν ξέρουμε να μαγειρεύουμε!»
«Οοοοο, μην κάνεις έτσι τώρα! Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Λοιπόν κοίτα, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά! Τι θέλουμε να φάμε ξέρουμε;»
«Θα έτρωγα ευχαρίστως λίγα μακαρόνια με τυρί», είπε ο Τάμυ και ξερόγλειψε με τη γλωσσίτσα του το στόμα του.
«Τέλεια! Λοιπόν μακαρόνια και τυρί θα έχει το μενού σήμερα αγαπημένε μου φιλαράκο, βάστα τη χοντρή κοιλιά σου και σε πέντε λεπτά θα τρώμε σα βασιλιάδες. Πρώτη μας δουλειά είναι να βρούμε τα μακαρόνια, να τα βάλουμε σε μία κατσαρόλα με νερό και μετά να περιμένουμε μέχρι να μαλακώσουν. Το ’χω δει σου λέω που το κάνει και η γιαγιά αυτό το κόλπο. Έλα μη κάνεις έτσι θα ‘ναι παιχνιδάκι! Αλλά που να είναι άραγε τα μακαρόνια;» αναρωτήθηκε ο Σάμυ και έξυσε με το μακρύ δρακόνυχό του το κεφάλι του με απορία.
«Το βρήκα!» λεει ο Τάμυ ενθουσιασμένος! «Εμένα η μαμά μου, όταν γυρνάμε από το δρακομάρκετ, μου δίνει το πακέτο με τα μακαρόνια και μου λέει να τα βάζω στο ντουλάπι που βάζουμε τα είδη για παπούτσια, και εσείς εκεί θα τα έχετε!» είπε και έφυγε βολίδα για το ντουλάπι. Μετά από λίγο γύρισε κρατώντας και κουνώντας πανηγυρικά ένα πακέτο στα χέρια του. «Να ‘το Να ’το! Μακαρόνια» ,φώναξε ο Τάμυ.
«Τάμυ, πάνω στο κουτί γράφει κορδόνια!!» είπε προβληματισμένος ο Σάμυ.
«Έλα τώρα, τι μακαρόνια τι κορδόνια ,άλλωστε τα μακαρόνια μοιάζουν κορδόνια!!»
«Αναμφισβήτητα» είπε ο πολύ σοβαρός Σάμυ που πήρε το πακέτο και το έριξε όλο μέσα στην κατσαρόλα με το βραστό νερό.
Ο Σάμυ και ο Τάμυ καθισαν υπομονετικά επάνω στις ουρίτσες τους και κοιτούσαν το νερό που κόχλαζε βραστά κορδονομακάρονα. Τόση ήταν η ανυπομονησία τους όμως που μετά από πέντε λεπτά αποφάσισαν ότι τα μακαρόνια ήταν έτοιμα, οπότε μπορούσαν άνετα να σερβιριστούν. Είχαν φτιάξει τόσα πολλά που θα αφήναν και μία μερίδα «έκπληξη» για τη γιαγιά.
«Άντε Σάμυ, βιάσου, δεν αντέχω άλλο πεινάω!» είπε ο Τάμυ γκρινιάρικά.
«Το καλό πράγμα αργεί να γίνει φίλε μου», είπε με πολύ σπουδαίο ύφος ο Σάμυ, ενώ ταυτόχρονα σέρβιρε τα κορδονομακάρονα στα πιάτα. Οι δυο καλοί φίλοι που άλλο δεν κρατιόντουσαν, καθίσαν στο τραπέζι και αφού έλουσαν τα κορδονομακάρονά τους με μπόλικο τυρί, άρχισαν να μασουλάνε με όρεξη.
Μασούσαν, μασούσαν, μασούσαν, ξαναμασούσαν μέχρι που τα μούτρα τους είχαν αρχίσει να μοιάζουν σα δυο μακρόστενες παντόφλες. Η γεύση δε θύμιζε σε τίποτα μακαρόνια, απεναντίας θα έλεγε κανείς ότι το φαγητό είχε γεύση λερωμένης κάλτσας. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και σαν αντίκρισαν τις ξινισμένες φάτσες ο ένας του άλλου ξεκαρδίστηκαν από τα γέλια. Γελούσαν τόσο δυνατά βγάζοντας μικρές φλογίτσες από τα σαγόνια τους που τελικά ξύπνησαν τη γιαγιά τους.

«Βρε ζαβολιάρικα δρακόπαιδα τι φτιάξατε εδώ πέρα;» τους είπε μαλωσιάρικα αλλά γελώντας η γιαγιά τους.
«Καθίστε τώρα να σας φτιάξω δυο αυγά με ψωμί και ντομάτες μπας και γεμίζουν οι κοιλάρες σας και άλλη φορά θα σας δείξω πως φτιάχνουμε τα μακαρόνια!»

Έφαγαν με την ψυχή τους, γεμίσαν τις κοιλιές τους και αφού δώσαν δυο γλυκά φιλάκια στην καλή τους τη γιαγιά, κίνησαν για το Δρακοδάσος αναζητώντας την επόμενη δρακοπεριπέτειά τους.

 

 Κείμενο και εικονογράφηση Χριστίνα Νικολοπλάκη