Το κοριτσάκι ήταν έξι χρονών και κοιμόταν στο κρεβάτι του. Οι γονείς του είχαν αφήσει το φως του διαδρόμου αναμμένο, καθότι η μικρή φοβόταν το σκοτάδι. Στο προσκεφάλι της είχε μια από τις κούκλες της, ενώ ο υπόλοιπος χώρος είχε στολιστεί με παιχνίδια και μπαλόνια.
Εδώ στο εξοχικό δεν υπήρχαν ηλεκτρονικές συσκευές, πέραν των κινητών των γονιών. Ήθελαν το παιδί τους να περνάει το χρόνο του όσο το δυνατόν λιγότερο με την εικονική πραγματικότητα. Εδώ στον καθαρό αέρα, στον τεράστιο κήπο, με τα λουλούδια και τις γάτες, και στη λίμνη με τους κύκνους τους, θα εκμεταλλευόταν επάξια το χρόνο της. Γι’ αυτό το νοίκιασαν, άλλωστε. Για την κόρη τους, πάνω απ’ όλα, αλλά και για τους ίδιους. Η ρουτίνα της πόλης και της δουλειάς και των αγχωδών καταστάσεων μπορεί να γίνουν επικίνδυνα για τον άνθρωπο.
Κι όντως, το κοριτσάκι έδειχνε να προσαρμόζεται. Στην αρχή, η «απεξάρτηση» από τον υπολογιστή και το τάμπλετ και το κινητό της ήταν δύσκολη, μα σταδιακά, καθώς γνώριζε το τοπίο και τους πολύχρωμους θησαυρούς του, έπαψε να αποζητά τις συσκευές της καθημερινότητας.
Έπαιζε έξω ξυπόλυτη ή μόνο με τις σαγιονάρες της. Έτρεχε σε όλο τον κήπο, μυρίζοντας τα λουλούδια και ακούγοντας τα ζωντανά να τραγουδούν. Γελούσε. Έπεφτε στο χορτάρι ξεθεωμένη, μα με πολλή διάθεση να συνεχίσει. Οι γονείς έπαιζαν μαζί της ή την παρατηρούσαν καθώς έπιναν τον καφέ τους. Μάζευαν χρήματα εδώ και καιρό, για να καταφέρουν να πάνε λίγες διακοπές. Όπως το περίμεναν, άξιζε ο κόπος.
Τώρα το παιδί κοιμόταν, όπως και οι γονείς του. Έξω το σκοτάδι είχε αποκαλύψει τα νυχτόβια πλάσματα που κρύβονταν στη διάρκεια της μέρας. Βάτραχοι έπιαναν έντομα, κουκουβάγιες παρακολουθούσαν από τα κλαδιά των δέντρων σαν αρχαίοι αστρονόμοι που παρατηρούν τα ουράνια σώματα. Οι κύκνοι έμεναν κοντά στη φωλιά τους, ο ένας δίπλα στον άλλο.
Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα δύο φώτα εμφανίστηκαν από το δρόμο και σταμάτησαν κοντά στην πόρτα της περιφραγμένης αυλής. Τρεις άντρες βγήκαν, ντυμένοι στα μαύρα. Έσβησαν τη μηχανή του αγροτικού και πέρασαν στο χώρο του σπιτιού. Διέσχισαν τον κήπο και έφτασαν στην είσοδο, με τους κύκνους να κρώζουν δυνατά. Ο ένας παραβίασε την κλειδαριά και μπήκαν.
Δεν είχαν τσάντες μαζί τους. Ήξεραν πως δεν υπήρχαν πολύτιμα αντικείμενα για να πάρουν. Όπως επίσης γνώριζαν ότι η οικογένεια εδώ ήταν συγγενείς ενός πολύ πλούσιου κύριου, ο οποίος βέβαια κρατούσε αποστάσεις. Αλλά για την οικογένειά του… ε, θα έδινε μερικά λύτρα. Έτσι πίστευαν, δηλαδή.
Η μητέρα ήταν εκείνη που ξύπνησε πρώτη. Είδε τρεις σκιές να κινούνται, αρκετά αθόρυβα. Ξύπνησε τον άντρα της. Πριν, όμως, σηκωθεί εκείνος, οι τρεις εισβολείς όρμησαν. Ακούστηκαν φωνές και ο σύζυγος προσπάθησε να αμυνθεί. Αλλά ήταν μάταιος κόπος, εκείνοι είχαν μαχαίρια και ήταν πιο δυνατοί.
Το κοριτσάκι άκουσε τη φασαρία και σηκώθηκε διστακτικά, κρατώντας την κούκλα του. Περπάτησε ως το δωμάτιο των γονιών του, όπου το φως ήταν αναμμένο. Δεν είδε πολλά. Η φωνή της μαμάς του βρόντηξε τους τοίχους: «ΦΥΓΕ!»
«Μαμά».
«ΦΥΓΕ!»
Ο ένας διαρρήκτης είδε τη μικρή να τρέχει κλαίγοντας. Την ακολούθησε, ενώ οι άλλοι φίμωναν και έδεναν τους γονείς.
Το κοριτσάκι έχασε την κούκλα του, αλλά δε σταμάτησε. Τα δάκρυά της κάλυπταν τη φωνούλα που επαναλάμβανε «Μαμά, μπαμπά». Ένιωθε το κρύο χορτάρι στις πατούσες της. Ο αέρας είχε δροσίσει, περισσότερο απ’ ό,τι όταν ήταν μέρα.
«Έι!» άκουσε τη φωνή πίσω της. «Έι, σταμάτα! Τώρα».
Ένας από τους κακούς.
Μετά άκουσε άλλες φωνές. Τους κύκνους που έκρωζαν.
Το κοριτσάκι άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς τη λίμνη. Είδε τους κύκνους να είναι ξύπνιοι, δυο άσπρες παιχνιδιάρικες φιγούρες, και να ρίχνουν το κεφάλι μπροστά και να κρώζουν σαν να είχαν δει ένα τέρας.
«Σταμάτα!» φώναξε ο διαρρήκτης, που πλησίαζε.
Η μικρή έκοψε ταχύτητα όταν είδε τους κύκνους να περπατάνε προς το μέρος της. Τους τάιζε, αλλά κατά βάση κρατούσε αποστάσεις. Οι γονείς της της είχαν πει πως δεν ήταν σίγουροι αν οι κύκνοι ήταν φιλικοί –τους το είπε πρωτύτερα ο ιδιοκτήτης της κατοικίας, που τώρα κυνηγούσε το κοριτσάκι. «Είναι ευερέθιστα πτηνά», είχε πει. «Ίσως φταίει και το ότι δεν έχουν γεννήσει ποτέ».
Στιγμές πριν το χέρι του διαρρήκτη αρπάξει τη μπλούζα του παιδιού, εκείνο έχασε το βηματισμό του και έπεσε και κύλησε στο χορτάρι. Ο άντρας χαμογέλασε.
Αλλά του κόπηκε μαχαίρι όταν ο αρσενικός κύκνος έπεσε πάνω του με τα πόδια. Ο άντρας ένιωσε ένα βαρύ λίθο να συγκρούεται με το στήθος του και μικρά στιλέτα να γδέρνουν το σώμα του. Βρέθηκε στο έδαφος, ενώ η λαλιά του κύκνου, σφυριχτή και στεντόρεια, τον ζάλισε.
Σηκώθηκε δευτερόλεπτα αργότερα και έκανε πίσω. Είδε τον κύκνο να έχει ανοίξει και ορθώσει τις φτερούγες του. Ο άντρας, αν και πονούσε ακόμα, αναζήτησε το κορίτσι. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν το είδε στην αγκάλη του θηλυκού κύκνου, που είχε καλύψει το λεπτοκαμωμένο ανθρώπινο κορμί με τα φτερά του.
Ο αρσενικός κύκνος έκρωξε πιο δυνατά.
Ο άντρας άκουσε τους συνεργούς του πίσω του. Τους είδε να έρχονται. Ένας τους ήταν μες στα αίματα. Κατάλαβε πως οι γονείς δεν ήταν ζωντανοί.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε αυτός με τα αίματα. «Πού είναι η μικρή;»
«Εκεί».
Οι δύο άντρες κατάλαβαν. Ο ένας τους έβγαλε το λερωμένο μαχαίρι και ο άλλος ένα μικρό πιστόλι.
Ήθελαν τουλάχιστον το κορίτσι.
Έκαναν να πλησιάσουν, μα τότε ο αρσενικός κύκνος κούνησε με δύναμη τις φτερούγες του. Ένιωσαν ένα ψυχρό κύμα να τους κόβει τη φόρα. Κι άλλο ένα. Κι ένα τρίτο.
Ο άντρας με το πιστόλι όπλισε.
Εκείνη τη στιγμή, ο κύκνος έφερε πίσω το λεπτό κεφάλι του και τα φτερά του και μετά μπροστά, τόσο απότομα που οι άντρες δεν κατάλαβαν ποτέ τι τους χτύπησε, παρά πολύ αργότερα, στο νοσοκομείο.
Δεν ήταν αέρας, αν και έμοιαζε. Ήταν σαν να φύσηξε ένας γίγαντας. Η παγερή ανάσα ώθησε τα σώματα, τα εκτόξευσε και τα απογείωσε στον ουρανό, πέρα μακριά από την κατοικία.
Έπειτα, ο αρσενικός κύκνος γύρισε και πλησίασε τη σύντροφό του. Το κοριτσάκι έκλαιγε, σαν να διαισθανόταν τι είχε συμβεί στο σπίτι. Ο θηλυκός κύκνος έσκυψε και ακούμπησε το κεφάλι του στον ένα ώμο του κοριτσιού κι ο αρσενικός στον άλλο.
Έμειναν έτσι. Σαν οικογένεια.