Η Όλγα έφτασε στο ορεινό χωριό αρχές Σεπτεμβρίου. Τα όνειρα της για άλλη μια φορά την οδηγούσαν. Το είχε ονειρευτεί αρκετά βραδιά αυτό το χωριό και όταν έμαθε ότι υπάρχει κενή θέση δασκάλας, το θεώρησε σημάδι. Τα τελευταία χρόνια έμαθε να ζει και να ακολουθεί τα όνειρα της, κάτι που στην αρχή την είχε τρομάξει. Ένα όνειρο επαναλαμβανόμενο την είχε στείλει σε εκείνο το ξενοδοχείο, που είδε τον σύντροφο της να βγαίνει αγκαλιά με άλλη. Ο χωρισμός δύσκολος και επώδυνος αλλά ήταν έτοιμη για μια νέα αρχή.

Ο δρόμος ήταν δύσβατος μέχρι το χωριό και το πιο κοντινό κεφαλοχώρι ήταν 25 χιλιόμετρα μακριά. Είχε προμηθευτεί τα απαραίτητα και με την πρώτη ευκαιρία θα αγόραζε ότι άλλο θα χρειαζόταν. Τα παιδιά του μικρού χωριού ήταν 8 όλα κι όλα στο παλιό μονοθέσιο πέτρινο σχολείο. Θα έμενε σε ένα μικρό σπίτι δίπλα στο σχολείο που είχε κατασκευαστεί για την φιλοξενία των δασκάλων που διορίζονταν στο χωριό.

Μετά από μια δύσκολη και πολύωρη διαδρομή είχε επιτέλους φτάσει. Ήταν καταμεσήμερο και δεν υπήρχε ψυχή πουθενά. Αναζήτησε την πλατεία του χωριού που ήλπιζε να υπάρχει κάποιο καφενείο ανοιχτό. Πράγματι στο μοναδικό καφενείο του χωριού υπήρχε ένας παππούς που την καλοδέχτηκε. Έκανε ένα τηλεφώνημα και φώναξε τον εγγονό του να της δείξει το σχολείο και να της παραδώσει τα κλειδιά του σπιτιού που θα έμενε. Ο Μανώλης ήταν ένας όμορφος μελαχρινός άντρας με σκοτεινό και άγριο βλέμμα. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της όταν την κοίταξε που δεν μπόρεσε να καταλάβει ακριβώς αν ήταν φόβος ή θαυμασμός. Αμίλητος σχεδόν σε όλη την διαδρομή της παρέδωσε τα κλειδιά και εξαφανίστηκε χωρίς κουβέντα.

«Δεν αρχίσαμε καλά» σκέφτηκε και έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Παραδόξως το σπίτι ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και πλήρως επιπλωμένο. Τελικά δεν θα χρειαζόταν και πολλά πράγματα. Όλη την υπόλοιπη ημέρα την πέρασε με την τακτοποίηση του σπιτιού. Το επόμενο πρωινό την βρήκε στην βεράντα του νέου της σπιτιού, απολαμβάνοντας μια κούπα ζεστό καφέ. Η θέα ήταν ονειρική, ένα καταπράσινο δάσος απλώνονταν μπροστά της με όμορφες βουνοκορφές και πανύψηλα δέντρα. Ετοιμάστηκε και έκανε μια βόλτα στο χωριό, η πλατεία σήμερα ήταν γεμάτη με κόσμο. Μίλησε με αρκετούς χωριανούς και γνώρισε και σχεδόν όλους τους μαθητές της. Κάποια στιγμή είδε και τον Μανώλη αλλά πρόσεξε πως οι περισσότεροι χωριανοί ενοχλήθηκαν στην παρουσία του. Οι μέρες πέρασαν και το σχολείο άνοιξε. Τα παιδιά ήταν όλα ευγενικά και με πολύ όρεξη για μάθηση και το μάθημα κυλούσε ευχάριστα.

Μια καμένη ασφάλεια στον ηλεκτρολογικό πίνακα ήταν η αφορμή να έρθει ο Μανώλης στο σχολείο εν ώρα μαθήματος. Τα παιδιά χαμήλωσαν το βλέμμα τους και η Ελένη, μια μαθήτρια της έκτης έσφιξε τα δόντια της στην παρουσία του. Στο τέλος του μαθήματος κράτησε την Ελένη να της μιλήσει. Έμαθε πως η αδερφή της και ο Μανώλης ήταν ζευγάρι και πριν ένα χρόνο περίπου σε ένα τσακωμό τους η Θάλεια εξαφανίστηκε. Ο Μανώλης κρίθηκε ύποπτος αλλά κανένα στοιχείο δεν βρέθηκε εις βάρος του. Οι έρευνες δεν είχαν αποτέλεσμα και τα ίχνη της χάθηκαν στο δάσος. Μπορεί οι περισσότεροι να πιστεύουν ότι δεν της έκανε κακό αλλά τον κατηγορούν που την άφησε να φύγει μέσα στο δάσος μια μέρα με έντονη ομίχλη.

Αυτή η ομίχλη που άρχισε να κάνει την εμφάνιση της με τα πρώτα φθινοπωρινά κρύα, σε συνδυασμό με την ιστορία που έμαθε πρόσφατα, φόβισε λίγο την Όλγα. Ένα κυριακάτικο πρωινό που ξεκίνησε περίπατο στο δάσος, η ομίχλη την έκανε να χάσει τον προσανατολισμό της. Περιπλανήθηκε αρκετά μέσα στην ομίχλη και ένιωσε πως άκουγε και κάποια φωνή να καλεί σε βοήθεια. Πανικόβλητη και φοβισμένη ούτε που πρόσεξε τον Μανώλη και σχεδόν έπεσε πάνω του. “Καλύτερα να αποφεύγεις τις βόλτες μέσα στην ομίχλη”. Της έκανε νόημα να την ακολουθήσει και επέστρεψαν στο χωριό.

Δεν μπορούσε να ηρεμήσει από εκείνη την μέρα. Είχε συνεχώς στο μυαλό της την φωνή που άκουσε στο δάσος. Τα βράδια άρχισε να βλέπει και όνειρα. Μέσα σε ένα ομιχλώδες δάσος μια κοπέλα να καλεί σε βοήθεια. Ένα βράδυ το όνειρο της ήταν λίγο διαφορετικό από αλλά βράδια. Η κοπέλα στο δάσος ήταν δίπλα σε κάτι κεριά που έκαιγαν. Ξύπνησε και το δωμάτιο μύριζε σβησμένο κερί, άνοιξε το πορτατίφ και έντρομη είδε τα χέρια της καλυμμένα με λιωμένο κερί. Αυτό πήγαινε πολύ, ή είχε αρχίσει να τα χάνει ή Θάλεια κάτι προσπαθούσε να της πει. Το επόμενο βράδυ ξάπλωσε αρκετά πιο ήρεμη. “Έλα κορίτσι μου, έλα και πες μου ότι θες είμαι έτοιμη να σε ακούσω”. Όταν αποκοιμήθηκε είδε την Θάλεια μέσα στην ομίχλη και έναν άντρα δίπλα της αλλά δεν έμοιαζε με τον Μανώλη. Ήταν ψηλός καστανός γυρισμένος πλάτη και δεν έβλεπε το πρόσωπο του. Την τραβούσε με το ζόρι και η Θάλεια έκλαιγε. Πετάχτηκε από το κρεβάτι γεμάτη δάκρυα και πόνο στους καρπούς των χεριών της, στα σημεία που τράβαγε ο άντρας την Θάλεια. Αυτό ήταν, θα μίλαγε στον Μανώλη και ας την πέρναγε και τρελή.

Παραδόξως ο Μανώλης την άκουσε πολύ προσεκτικά και έδειξε να πιστεύει κάθε της λέξη. “Τα κεριά κάτι σημαίνουν αλλά τι;” . Έλεγε και ξανά έλεγε ο Μανώλης. Η Όλγα σκέφτηκε λίγο και ρώτησε αν στο δάσος μέσα υπάρχει κάποια εκκλησία. Τα μάτια του Μανώλη άστραψαν. Μα φυσικά υπήρχε ένα μισό γκρεμισμένο ξωκλήσι βαθιά στο δάσος, το είχε επισκεφθεί κάποτε.

Έφτασαν εκεί μετά από αρκετά χιλιόμετρα με τα πόδια, στο πίσω μέρος υπήρχε ένα κομμάτι με φυτά πιο κοντά από τα υπόλοιπα. Αν το παρατηρούσες προσεκτικά είχε ένα ορθογώνιο σχήμα περίπου ένα μέτρο επί δύο. Κάλεσε την αστυνομία και σε μια ώρα ειδικό συνεργείο έσκαβε προσεκτικά στο σημείο. Το μακάβριο εύρημα βγήκε στο φως. Ένας σχεδόν ανθρώπινος σκελετός ξεπρόβαλε μέσα από το χώμα. Μέσα στο χώμα κάτι γυάλισε και η Όλγα το είπε στον Μανώλη. Ένας ασημένιος αναπτήρας με σκαλισμένο πάνω του το μονόγραμμα ΓΜ. “Το κάθαρμα ο Γιάννης” φώναξε ο Μανώλης.

Ο Γιάννης γλυκοκοίταζε την Θάλεια από το σχολείο σχεδόν, αλλά ποτέ δεν του είχε δώσει σημασία. Όταν έγινε ζευγάρι με τον Μανώλη σταμάτησε να κατεβαίνει και στο χωριό, ήταν βοσκός με γίδια στο βουνό και παρέμενε εκεί όλο τον χρόνο. Θες από την μοναξιά, θες από ζήλια του σάλεψε όταν μια μέρα είδε την Θάλεια μόνη της στο δάσος. Την πλησίασε της μίλησε, αυτή τον αποπήρε και πάνω στα νεύρα του της όρμησε. Χτύπησε σε μια πέτρα και έμεινε αναίσθητη, την βίασε και όταν συνήλθε την έπνιξε και την έθαψε πίσω από το παλιό εκκλησάκι. Δυστυχώς όμως ο αναπτήρας του τον πρόδωσε, ούτε που πέρασε από το μυαλό του ότι του είχε πέσει εκεί. Τα είπε όλα στην κατάθεση του χωρίς να κρύψει τίποτα.

Τα οστά της Θάλειας μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο του χωριού και έγινε τρισάγιο στην μνήμη της. Η Όλγα το ίδιο βράδυ είδε την Θάλεια να βγαίνει από την ομίχλη και να κατευθύνεται σε ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν χαρούμενη και χαμογελαστή. Από τότε δεν την ξανά είδε ποτέ στον ύπνο της.