Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα λυκάκι που το έλεγαν Ασπροδόντη. Ο Ασπροδόντης μας λοιπόν ήταν ένα ζωηρό παιδάκι που στα ανθρώπινα χρόνια ήταν μόλις τεσσάρων χρονών. Του άρεσε να τρέχει στην δροσιά του δάσους κάθε απόγευμα και να πηδάει το ποταμάκι που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από την λυκοφωλιά του. Να μπαίνει σε διάφορες τρύπες και να κρύβεται, να κυνηγάει τον δύστυχο τον πόντικα όπου τον πετύχαινε και να γρυλίζει δήθεν άγρια σε όποιον τύχαινε να βρεθεί μπροστά του.
Η μαμά λύκαινα τον παρακολουθούσε από μακριά και μόνο κάπου κάπου του φώναζε να την πλησιάσει.
«Ασπροδόντη καλέ μου, μην κυνηγάς τον καημένο τον πόντικα. Θα σου άρεσε εσένα να σε κυνηγάει ένα πλάσμα τόσο μεγαλύτερό σου;»
«Ασπροδόντη μου, πρέπει να πλένεις τα δοντάκια σου αν θες να παραμείνουν έτσι άσπρα και αστραφτερά»

Ο μπαμπάς λύκος ήταν λίγο πιο ανήσυχος και απόλυτος.
«Ασπροδόντη! Δεν θέλω να πηδάς στο ποταμάκι. Μπορεί να πέσεις μέσα.»
«Ασπροδόντη δεν θέλω να κρύβεσαι. Θέλω να μπορώ να σε βλέπω ανα πάσα στιγμή.»

Το λυκάκι μας θύμωνε. Πίστευε πως ήταν γενναίο και πολύ μεγάλο για να κάνει πράγματα που του απαγόρευαν εως τότε. Κυρίως ο μπαμπάς!
Έτσι λοιπόν το αποφάσισε. Κάποια στιγμή που ο μπαμπάς θα έφευγε για να φέρει φαγητό, εκείνος θα ξεγλιστρούσε από την μαμά και θα πήγαινε στο ανθρωποχώρι.
Αααα…. Το ανθρωποχώρι. Ήταν νόμος απαράβατος να μην πηγαίνουν εκεί οι λύκοι. Ο μπαμπάς έλεγε ότι ήταν πολύ επικίνδυνο γιατί τα ζώα εκεί, οι άνθρωποι, είχαν όπλα που μπορούσαν να τους σκοτώσουν. Αλλά ο μπαμπάς όλα επικίνδυνα τα έβρισκε. Γιατί να τον πίστευε σε αυτό;
Θα πήγαινε εκεί και θα έφερνε έτοιμο φαγητό για όλους, όπως είχε ακούσει πως έχουν οι άνθρωποι μέσα σε κάτι κουτιά παγωμένα μέσα στις φωλιές τους. Κι έτσι δεν θα έπρεπε να φεύγουν οι γονείς του από την φωλιά για να κυνηγήσουν.
Τότε όλοι θα τον ευχαριστούσαν και θα βλέπανε πόσο θαρραλέος είναι.

Έτσι και έκανε. Την επόμενη μέρα μόλις έφυγε ο μπαμπάς λύκος, περπατώντας στα νυχάκια έφυγε από την φωλιά του γεμάτος αυτοπεποίθηση και λίγο φόβο.

Περπάτησε με έντονο βήμα μέχρι εκεί που του επιτρεπόταν και με ένα μεγάλο σάλτο πέρασε τα σύνορα. «Θα τα καταφέρω. Είμαι ο Ασπροδόντης.» Σκέφτηκε.

Πίσω στο σπίτι η μαμά άρχισε να ανησυχεί όσο περνούσε η ώρα. Βγήκε έξω κι αφού τον κάλεσε δύο τρείς φορές, ούρλιαξε προς την σελήνη που μόλις είχε αρχίσει να βγαίνει, για να την ακούσει ο μπαμπάς λύκος και να επιστρέψει γρήγορα σπίτι.

Έτσι κι έγινε. Ανήσυχοι πια και οι δύο, ανέβηκαν στο πιο ψηλό σημείο και άρχισαν να ουρλιάζουν. Μαζεύτηκαν κι άλλοι λύκοι και άρχισαν να ψάχνουν το λυκάκι τον ασπροδόντι. Που πια δεν φαινόταν τόσο γενναίος όσο σκοτείνιαζε, κι αποφάσισε να κρυφτεί μέσα σε μια πέτρα μέχρι να ξημερώσει. «Ανόητος που είμαι! Δεν έπρεπε να απομακρυνθώ τόσο» κλαψούρισε…

Όλη την νύχτα έψαχναν το λυκάκι μέχρι που ένας ένας εγκατέλειπε την προσπάθεια. Όλα εκτός απο την μαμά και τον μπαμπά που είχαν χωριστεί και έψαχναν δεξιά και αριστερά.

Ο Ασπροδόντης με το πρώτο φως του ήλιου εντόπισε το ανθρωποχωριό. Τελικά ήταν κοντά. Μόλις έκανε ένα βήμα να πάει προς το μέρος τους άκουσε ένα δυνατό γρύλισμα και ποδοβολητά.
«Ασπροδόντη πίσω»
Ήταν ο μπαμπάς του! Τον είχε βρει! Ο Ασπροδόντης ανατρίχιασε απο την χαρά του και έκανε να τρέξει κοντά του και τότε…. Ένα σκοινί τύλιξε τα πόδια του μπαμπά του και τον κρέμασε σε ένα δέντρο. «Τρέξε να σωθείς παιδί μου» ούρλιαξε ο μπαμπάς λύκος αλλά το λυκάκι είχε μαρμαρώσει. Κοιτούσε μια τον μπαμπά του που πάλευε με τα σχοινιά ουρλιάζοντας, και μια τα ζώα, τους ανθρώπους να έρχονται τρέχοντας προς την παγίδα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί έτρεξε κοντά του και άρχισε με τα νύχια και τα δόντια να προσπαθεί να κόψει τα σχοινιά μάταια. Οι άνθρωποι είχαν κόψει ταχύτητα κι ερχόντουσαν γελώντας προς το μέρος τους. Τότε ο ασπροδόντης έβαλε όλη του την δύναμη και ούρλιαξε το ουρλιαχτό καλέσματος. Το ίδιο έκανε και ο μπαμπάς λύκος με όση δύναμη του είχε απομείνει. Τους άκουσαν τότε οι άλλοι λύκοι και έτρεξαν προς το μέρος τους. Λύκοι και άνθρωποι βρισκόντουσαν απέναντι απέναντι. Οι άνθρωποι με όπλα και οι λύκοι με τα δόντια. Όση ώρα έμεναν ακίνητοι το λυκάκι κατάφερε και έκοψε τα σχοινιά και ελευθέρωσε τον μπαμπά λύκο. Τότε όλη η αγέλη άρχισε να τρέχει πίσω στο δάσος. Όταν έφτασαν σε ασφαλές σημείο ο ασπροδόντης μας άρχισε να κλαίει στην αγκαλιά του μπαμπά του. «Συγγνώμη μπαμπάκα. Συγγνώμη που δεν σε άκουσα. Δεν θα το ξανακάνω ποτέ ποτέ. Νόμιζα είμαι γενναίος.»
Ο λύκος έτριψε την μουσούδα πάνω του γρυλίζοντας ευχαριστημένα. «Μα είσαι ο πιο γενναίος λύκος που έχω γνωρίσει. Κατάφερες και μας έσωσες όλους. Σε ευχαριστώ. Απο αύριο θα σε παίρνω μαζί μου στο κυνήγι. Ήρθε η ώρα να μάθεις κι εσύ ώστε να πάρεις κάποια μέρα την θέση μου.»

Από εκείνη την ημέρα ο μπαμπάς λύκος δεν ξαναμάλωσε τον Ασπροδόντη μας όταν δοκίμαζε νέα πράγματα και ο Ασπροδόντης μας δεν παράκουσε ποτέ ποτέ ξανά κι αν κάτι δεν ήξερε ζητούσε βοήθεια που του δινόταν με ευχαρίστηση!

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 

*Αφιερωμένο σε ένα κοριτσάκι με πολλές πιπίλες και καταγάλανα μάτια που της έλεγα ιστορίες με τον ασπροδόντη όταν ήταν τριών κι εκείνη άνοιγε διάπλατα τα μάτια της και με άκουγε. Να θυμηθώ να της ξαναπώ για τον φίλο μας τον ασπροδόντη… Του έλειψε!