Κυριακή του Πάσχα σήμερα και το επισκεπτήριο στις αγροτικές φυλακές είχε περισσότερο κόσμο
από ότι συνήθως. Οι φύλακες ανυπομονούσαν να τελειώσει η βάρδια τους να πάνε σπίτια τους. Για τους κρατούμενους όλες οι μέρες είναι ίδιες, αλλά η σημερινή ήταν πιο βαριά απ’ ότι συνήθως.

Εντύπωση έκανε σε όλους ότι κάποιος ζήτησε να δει τον μπάρμπα. Μπάρμπα λέγανε ένα γέρο ισοβίτη που επί δέκα χρόνια, μπορεί και παραπάνω, που ήταν στη φυλακή δεν είχε πάει κανένας να τον δει. Άνθρωπος στρυφνός και αμίλητος δεν είχε νταραβέρια με κανένα. Δεν πείραζε κανένα αλλά κάτι στον τρόπο του έκανε τους άλλους να τον αποφεύγουνε. Πριν από χρόνια είχε σκοτώσει δυο συγχωριανούς του. Άλλοι λέγανε για κτηματικές διαφορές, άλλοι λέγανε ότι είχαν πειράξει την αδερφή του. Ο ίδιος δεν έλεγε τίποτα.

Πέρυσι ήταν να πάρει χάρη και να βγει. Το πράγμα ναυάγησε γιατί ένα βράδυ έγινε ένας άσχημος τσαμπουκάς. Ένα από τα καθάρματα της φυλακής, παλιός νταβατζής την έπεσε σε ένα πιτσιρικά και ο μπάρμπας με ακονισμένο κουτάλι του έκοψε το λαρύγγι. Στο δικαστήριο πήγε χωρίς δικηγόρο. Δεν ταράχτηκε όταν άκουσε την καινούργια ποινή. Είχε φύγει χρόνια από την κοινωνία των ανθρώπων και ένιωθε πια ξένος. Δεν ήξερε να ζει έξω από τη φυλακή.

Τον παπά που πήγε επίσκεψη στη φυλακή λόγω της Μεγάλης εβδομάδας δεν δέχτηκε να τον δει. Στη γιορτή που οργάνωσε ένας φιλανθρωπικός “σύλλογος κυριών” από τη γειτονική πόλη και μοίρασε κόκκινα αυγά και δώρα στους κρατούμενους δεν πήγε. Ξαφνιαστήκανε οι φύλακες όταν το πρωί ένας άντρας γύρω στα τριάντα με τριανταπέντε έφτασε πρώτος στο επισκεπτήριο ζητώντας να τον δει. Δήλωσε πως είναι ο γιος του. Τόσα χρόνια πιστεύανε πως δεν είχε οικογένεια η ότι τον είχανε ξεγράψει.

Περισσότερο από όλους ξαφνιάστηκε ο βαρυποινίτης. Αρχικά αρνήθηκε γιατί σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν κανένας δημοσιογράφος που ήθελε να γράψει καμιά δακρύβρεχτη ιστορία στη φυλλάδα του. Την είχε πατήσει μια φορά και το είχε μετανιώσει. Άλλα είπε, άλλα εννοούσε και άλλα γραφτήκανε. Γιο ήξερε σίγουρα ότι δεν είχε, αλλά κάτι η επιμονή του φύλακα κάτι η περιέργεια του τον κάνανε να πάει στο επισκεπτήριο. Στο γκρίζο χωρίς παράθυρα δωμάτιο τον περίμενε ένας άντρας που δεν τον είχε ξαναδεί. Καθόταν στο τραπέζι με τα χέρια σταυρωμένα. Μόλις μπήκε ο μπάρμπας με το φρουρό σηκώθηκε. Ο φρουρός έκλεισε την πόρτα και στάθηκε λίγα βήματα μακριά από το τραπέζι. Καθίσανε και ο γέρος έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί που τον ήξερε τον τύπο. Νεαρός, λεπτοκαμωμένος, μακρυά μαλλιά, αξύριστος. Ήταν σίγουρος πως τον ήξερε αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από που. Μιλήσανε αρκετή ώρα. Ο ισοβίτης πολλές φορές έσκυβε το κεφάλι κάτι σαν να έλεγε ευχαριστώ η σαν να ζήταγε συγγνώμη από τον άλλο. Κάποια στιγμή ο γέρος πήγε να του πιάσει τα χέρια αλλά ο αστυνομικός που είδε την κίνηση φώναξε και αναγκαστικά εκείνος τραβήχτηκε και έκανε πίσω.

Λένε πως τους ανθρώπους που έχουν κάνει φυλακή τους καταλαβαίνεις γιατί δεν σε κοιτάνε ποτέ κατάματα. Ίσως γιατί έχουν μάθει να φυλάγονται. Ίσως γιατί έχουν μάθει πως είναι επικίνδυνο να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου. Όση ώρα μιλάγανε ο μπάρμπας κοίταγε κάτω. Τα στραβοπατημένα παπούτσια του και το φθαρμένο μωσαϊκό. Το τι ειπώθηκε μεταξύ τους δεν το άκουσε και δεν το έμαθε κανείς.

Λίγο πριν ο φύλακας φωνάξει πως το επισκεπτήριο τέλειωσε, οι δυο άντρες σηκωθήκανε. Ο γέρος πηγαίνοντας προς το κελί του γύρισε, κοίταξε τον νέο άντρα με μάτια γεμάτα δάκρυα, κούνησε το κεφάλι και έφερε το χέρι στη καρδιά του.
Ο άλλος χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού και χωρίς να μιλήσει σε κανένα κατευθύνθηκε στην έξοδο. Περίμενε με τους άλλους επισκέπτες να ανοίξει η μεγάλη σιδερένια πόρτα για να φύγουνε.

Κοντά στην είσοδο της φυλακής, σε ένα διπλανό χωράφι, μια οικογένεια τσιγγάνων είχε στήσει γλέντι. Τα παιδιά κυνηγιόντουσαν στα χορτάρια, μια νταμιτζάνα κρασί πήγαινε από στόμα σε στόμα και μέσα σ’ ένα παλιό θερμοσίφωνα σουβλιζόταν ένα αρνί. Καθισμένος σε ένα καφάσι ένας γέρος έπαιζε κλαρίνο και τρεις νεαρές γυναίκες χορεύανε ανεμίζοντας τις μακριές τους φούστες. Ένας πιτσιρικάς με μια μπάλα στα πόδια του και ένα ντέφι στο χέρι τραγούδαγε γελαστός όσο πιο παράφωνα γινότανε.

Η πόρτα της φυλακής άνοιξε και ο κόσμος άρχισε να βγαίνει. Ο άντρας προχωρώντας κλώτσησε την μπάλα του μικρού που ήρθε στα πόδια του. Μετά σήκωσε το χέρι να χαϊδέψει το σγουρόμαλλο μελαχρινό κεφαλάκι. Το παιδί πιστεύοντας πως θα έτρωγε καρπαζιά, δεν ήταν και συνηθισμένος στα χάδια, του έπιασε το χέρι στον αέρα. Τότε είδε το περίεργο σημάδι στην παλάμη του. Σαν να του είχαν καρφώσει παλιά το χέρι με καρφί.
-Κύριε, κύριε φώναξε γεμάτος περιέργεια ο μικρός.

Ο άντρας δεν απάντησε, συνέχισε να περπατάει και έστριψε εκεί που τελείωνε ο μαντρότοιχος της
φυλακής. Ο μικρός έτρεξε να τον προλάβει αλλά δεν τον είδε πουθενά. Κοίταξε ένα γύρω, δεν ήταν πουθενά.
Τα χορτάρια όλα απάτητα λες και ο άντρας είχε εξαφανιστεί. Πήγε τρέχοντας και στη στάση του λεωφορείου που ήταν παρακάτω. Καμιά δεκαριά συγγενείς κρατουμένων περιμένανε το λεωφορείο να τους κατεβάσει στη πόλη αλλά ο άντρας δεν ήταν ανάμεσα τους. Τα αδέρφια του άρχισαν να του φωνάζουν όλα μαζί να γυρίσει στο παιχνίδι. Παίζοντας ξεχάστηκε. Και ακόμα περισσότερο όταν ο πατέρας του έβγαλε το αρνί από τη σούβλα και άρχισε να μοιράζει σε όλους κομμάτια κρέας. Νηστικός από χθες και όλη μέρα στο παιχνίδι ήταν από τους πρώτους που πήρε το κομμάτι του. Ήταν μεγάλος πια, είχε κλείσει τα δέκα, έτσι ήπιε και μπόλικες γουλιές από την νταμιτζάνα με το κόκκινο κρασί. Η ευτυχία του ολοκληρώθηκε όταν πνιγμένος στο βήχα κάπνισε δυο τζούρες από το πρώτο του τσιγάρο κλεμμένο από το πακέτο του πατέρα του.

Μετά από όλα αυτά τον πήρε ο ύπνος γρήγορα κάτω από τη σκιά ενός πεύκου που είχε στρώσει η μάνα του . Πριν κοιμηθεί σαν μέσα σε όνειρο σκέφτηκε τον περίεργο ξένο με το σημάδι αλλά ήταν τόσο ζαλισμένος που γρήγορα τον ξέχασε. Μετά από μέρες βρέθηκε σε μια εκκλησία για ένα συγγενικό γάμο. Του άρεσε να χαζεύει τους αγίους με τις παράξενες φορεσιές που ήταν ζωγραφισμένοι στους τοίχους. Θυμήθηκε τον άντρα που είχε δει έξω από τη φυλακή το Πάσχα κοιτάζοντας τον τρούλο. Φοβούμενος τις καρπαζιές από τον πατέρα του δεν είπε σε κανένα τίποτα.

 

Olga Sotl