Κάθε ξημέρωμα την έβρισκε όλο και πιο αδύναμη, πιο χλωμή. Κοίταζε στον καθρέφτη το πρόσωπό της να γίνεται όλο και πιο διάφανο. Λες και έχανε το αίμα της τα βράδια, λες και κάτι τής το ρουφούσε.

«Άσε μας κοριτσάκι μου με τα γλυκανάλατα κάθε τρεις και λίγο! Ώρα είναι να μας πεις πως μου την πέφτει στον ύπνο μου ο Κόμης Δράκουλας, κι εγώ του δίνομαι όλο πάθος! Πρέπει να κάνω καμία εξέταση γαμώτο. Δεν πάει άλλο αυτή η αδυναμία.»

Το κίτρινο φόρεμα γλίστρησε πάνω στο κορμί της. Έδεσε πίσω τη ζώνη σε έναν μεγάλο φιόγκο. Κοίταξε το είδωλό της. Το κίτρινο σχεδόν την εξαφάνιζε, αλλά ήταν πολύ κουρασμένη για να αλλάξει. Κατέβηκε στο δρόμο και με κόπο οδήγησε τα βήματα της προς το γραφείο.

«Μωρή θα μας τρελάνεις; Ποιο φόρεμα; Ποιος φιόγκος; Που νομίζεις ότι βρισκόμαστε; Που είναι η ζώνη και μου πέφτει το τζιν; Και τα μποτάκια μου! Πάλι θα βρω κίνηση με την ηλίθια μέσα στο κεφάλι μου κάθε μέρα!» Μπιιιιιιιιιπ! «Κουνηθείτε ρεεεεε! Δεν βγήκαμε για τσάρκα πρωί πρωί! Άσε κούκλα μου το κραγιόν και το καθρεφτάκι. Πράσινο!»

Καθόταν στο γραφείο της και μια θλίψη είχε σκεπάσει τα μάτια της. Οι ήχοι ακούγονταν ξένοι, μακρινοί. Στο μυαλό της υπήρχε μόνο η μουσική από το προηγούμενο βράδυ. Πόσο αγαπούσε τη μουσική… Πόσα ταξίδια είχε κάνει μαζί της… Πόσα ηλιοβασιλέματα δίπλα στην αγριεμένη θάλασσα… Δάκρυα κύλησαν και λέκιασαν το μελάνι πάνω στα χαρτιά της.
«Να σου πω κοπελιά, θα πάει μακριά η βαλίτσα; Ταγάρι μου έχεις γίνει. Τράβα παραπέρα και άσε με να τελειώνω. Τι ηλιοβασιλέματα και δάκρυα μου τσαμπουνάς; Είμαι ξυνή εγώ και σκληρή! Άντε ξεκουβάλα να τελειώνουμε!»

Στο σαλόνι αναμονής του ιατρείου, το έντονο φως, της έκαιγε τα μάτια. Ένιωθε τα βλέμματα να την κοιτάζουν σαν να είδαν φάντασμα. Τόσο τρομακτική ήταν πλέον η όψη της; Ήθελε να φύγει. Τι έκανε εδώ μέσα; Τι περίμενε; Αυτό που την έτρωγε δεν είχε καμία σχέση με την λογική και την επιστήμη.
«Ναι ρε! Έρχονται στον ύπνο μου οι εξωγήινοι και μου παίρνουν το αίμα για πειράματα. Να δω τι θα πεις όταν βγουν οι εξετάσεις και δείξουν καμία βαρβάτη αναιμία. Τι κοιτάτε κι εσείς; Πρώτη φορά βλέπετε άνθρωπο να παραμιλάει; Στα κινητά σας γρήγορα μην πέσουν φάπες!»

Οι μέρες περνούσαν κι εκείνη γινόταν όλο και πιο χλωμή, όλο και πιο αδύναμη. Δεν είχε πλέον κουράγιο ούτε να με βρίσει. Μου μιλούσε ήρεμα, σχεδόν τρυφερά. Καθόταν πάλι στην αναμονή του ιατρείου. Οι εξετάσεις είχαν βγει. Σε λίγο θα ξέραμε ποια από τις δυο είχε δίκιο…
– Κυρία Paulson περάστε παρακαλώ. Καθήστε.
– Καλησπέρα γιατρέ. Έδειξαν κάτι οι εξετάσεις; Η αλήθεια είναι πως δεν αισθάνομαι καθόλου καλά.
– Αυτό είναι απόλυτα λογικό. Ξέρετε, βρισκόμαστε μπροστά σε ιατρικό αδιέξοδο. Το αίμα μοιάζει να εξαφανίζεται από το σώμα σας, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε τι το προκαλεί.
– Τι εννοείτε; Σαν να λέμε χάνω λάδια αλλά δεν ξέρουμε από που;
– Κάπως έτσι. Θα σας δώσω μια αγωγή και ειδική διατροφή. Θα σας δω πάλι σε ένα μήνα. Δεν θέλω να σας τρομάξω, θέλω όμως να είσαστε προετοιμασμένη. Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μην αλλάξει κάτι. Θα κάνουμε κάποιες εξετάσεις ακόμα, αλλά δεν είμαι αισιόδοξη.
– Τι μου λέτε γιατρέ; Θα ζήσω σε αυτό το χάλι; Θα σέρνομαι όλη μέρα;
– Φοβάμαι πως τα πράγματα είναι χειρότερα από αυτό. Αν δεν βρούμε τι φταίει, ο οργανισμός σας δεν θα αντέξει για πολύ.
– Δηλαδή… θα πεθάνω…;
– Κυρία μου, ας μην προτρέχουμε. Θα εξαντλήσουμε τα πάντα. Μέχρι να σας ξαναδώ, θέλω να παίρνετε την αγωγή που σας έγραψα, καλό φαγητό και ξεκούραση.

Έφυγε από το ιατρείο μουδιασμένη. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα είχε μόλις ακούσει. Ήθελα τόσο πολύ να κάνω λάθος…
«Κι εγώ ήθελα να κάνεις λάθος. Και τώρα τι; Αυτό ήταν; Κι εσύ τι θα απογίνεις; Ποιον θα ζαλίζεις κάθε μέρα;» «Μη νοιάζεσαι για μένα. Εγώ θα είμαι πάντα μαζί σου. Εμείς είμαστε ένα.» «Ούτε στον θάνατο δεν θα ησυχάσω από σένα βρε αλαφροΐσκιωτο;» «Η πορεία μας είναι κοινή. Χωρίς εσένα, απλά θα σταματήσω να υπάρχω.» «Ωραία! Ένας καλός τρόπος να το βουλώσεις επιτέλους!»
Φτάσαμε στο σπίτι και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Σε λίγο θα άρχιζε η αγαπημένη μας εκπομπή. Ταξίδι μέσα από τα τραγούδια. Η ζέστη φωνή του σήμανε την έναρξη του αποψινού ταξιδιού. Τα μάτια βούρκωσαν. Το πρώτο τραγούδι σκέπασαν τα αναφιλητά και ένας βαθύς αναστεναγμός. Οι νότες καρφώθηκαν στις φλέβες. Κυλούσαν κι έπαιρναν το αίμα μαζί τους. Κι ύστερα πάλι η φωνή του σαν κοφτερό μαχαίρι, έκοβε με τόση γλύκα… Η ομορφιά ξεχύθηκε στο δωμάτιο σαν ανθισμένη τριανταφυλλιά. Κατακόκκινα τριαντάφυλλα με τα αγκάθια τους, συνέχιζαν από εκεί που σταματούσαν οι νότες.

«Τι έπαθες; Δεν θα με βρίσεις; Τόσα γλυκανάλατα έχω πει.» «Όχι απόψε. Απόψε θέλω να ακούω τις βλακείες σου. Κατά βάθος μπορεί και να σε αγαπάω.» «Δεν αμφέβαλα στιγμή!» «Έλα! Αμέσως να πάρουν τα μυαλά σου αέρα!»

Δυο τραγούδια έμεναν για να τελειώσει και η αποψινή εκπομπή. I put a spell on you, και η βελούδινη Nina Simone έφερε ανατριχίλα στο κορμί.
«Άκου, έβαλε το τραγούδι μας! Μίλα μου!» «Δεν μπορώ. Αισθάνομαι τόσο κουρασμένη…»
Άκουσε τη φωνή του σαν σε όνειρο…

«Να αγαπάτε! Να αγαπάτε και να το φωνάζετε! Να ξεχειλίζετε από αγάπη!
Να δημιουργείτε στιγμές για εσάς και για τους άλλους..
Χρωματιστές…
Καλό ξημέρωμα..
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!

Breathless Sounds»

Η αγάπη που είχε μέσα της, η αγάπη που δεν μπορούσε να βρει ανταπόκριση, ρούφηξε κάθε στάλα από το αίμα της. Δεν άκουσε ποτέ το κλείσιμο της εκπομπής. Είχε αφήσει την τελευταία της ανάσα.

«Μαμά! Μαμά σου μιλάω! Ξύπνα! Έλα να πάρουμε πρωινό και να πάμε βόλτα. Το υποσχέθηκες!»
Ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις το χαμογελαστό της βλέμμα να σου λέει καλημέρα. Σαστίζεις για λίγα δευτερόλεπτα. Την κλείνεις στην αγκαλιά σου, την φιλάς κι αφήνεις πίσω σου τον εφιάλτη. Για σήμερα…