Σας στέλνω αυτή την ιστορία. Έγινε πριν 14 χρόνια. Κάντε την ότι θέλετε, δεν ξέρω αν θα την δημοσιεύσετε, αν το κάνετε βάλτε ότι όνομα ή ψευδώνυμο θέλετε. Γράψτε ότι την έβγαλα από το μυαλό μου. Πως είναι ψεύτικη.

Ας πούμε ότι πρόκειται για έναν νέο ποδοσφαιριστή. Στις ακαδημίες από τα 6 του. Ο πατέρας του παλαίμαχος ποδοσφαιριστής. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είχε ήδη σταματήσει να παίζει πολλά χρόνια, όμως ήταν μέσα στα γήπεδα ως παράγοντας και τεχνικός σε μικρές ομάδες κατά καιρούς. Ο μικρός αγαπούσε τη μπάλα, την είχε στο αίμα του ρε παιδί μου. Ήταν καλός. Έτσι έλεγαν όλοι, όχι μόνο ο πατέρας του.

Ο πατέρας του τον παρακινούσε να αγαπάει το άθλημα, να παίζει τεχνική μπάλα, δεν έφτανε μόνο το ταλέντο. Έτσι από μικρό τον έβαζε να μάθει από τους καλύτερους. Σε ακαδημίες στην αρχή, σε συλλόγους έπειτα. Είχε και γνωριμίες και ήξερε που να απευθυνθεί για το παιδί. Πέρασε από πολλούς προπονητές. Άλλοι καλύτεροι, άλλοι χειρότεροι, όπως και στο σχολείο. Από όλους μάθαινε. Ο προπονητής στο ποδόσφαιρο είναι ο Θεός σου. Είναι στρατός η μπάλα. Και ο νέος ήταν καλός στρατιώτης.

Στα 14 του χρόνια επιλέχθηκε από μεγάλο  σύλλογο, να προπονείται για την ομάδα νέων. Μεγάλη τιμή, μεγάλη ομάδα. Σκληρό πρόγραμμα, πολλές προπονήσεις. Συχνά ταξίδια με την ομάδα, δύσκολη καθημερινότητα αλλά ο νέος ήταν φιλόδοξος και ο πατέρας του πολύ περήφανος για την πρόοδο του γιου του. Ο πατέρας είχε αρχίσει πια και απομακρυνόταν από τις προπονήσεις για να μην επηρεάζει το γιο του, ήταν μεγάλος πια. Πίστευε πως τον είχε άφησε σε καλά χέρια. Καταξιωμένοι τεχνικοί και γιατροί παρακολουθούσαν τα παιδιά. Να τρέφονται σωστά, να γυμνάζονται. Αλλά μέσα στο γήπεδο, λόγο είχε μόνο ο προπονητής. Ο “Θεός”.

Όλοι έτσι τον έλεγαν. Ο “Θεός”. Ήταν πολύ καλός προπονητής. Ήξερε μπάλα, ήξερε τα γήπεδα, ήξερε πως να σου γυρίσει την ψυχολογία, πως να σε κάνει να είσαι τρελαμένος πάνω στον αγώνα ή ήρεμος και συγκεντρωμένος. Δεν έκανε τον πατέρα στα παιδιά της ομάδας, δεν ήταν στοργικός και τρυφερός, ήταν ένα @ρχίδι του κερατά. Μαύρο σκυλί. Αλλά στη μπάλα ήταν μάγος. Και τα παιδιά μαθητευόμενοι του. Είπαμε ο ‘Θεός’.

Στο νέο της ιστορίας έλεγε συνέχεια ‘στ’@ρχίδια μου τον γράφω τον πατέρα σου, εδώ θα ματώσεις, αλλιώς γύρνα να του κλαφτείς πως δεν τα κατάφερες. Ένα τίποτα είσαι, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ, εγώ θα σε φτιάξω. Λάσπη είσαι. Θα φας πολύ χώμα για να γίνεις άνθρωπος.’. Ο νέος δεν ήθελε να απογοητεύσει τον πατέρα του. Του είπε αυτά που του έλεγε ο προπονητής, μα ο πατέρας του έλεγε “όλοι έτσι είναι αγόρι μου, έτσι είναι. Η πειθαρχία χτίζει χαρακτήρα. Ότι σου λέει ο προπονητής σου. Αυτός είναι ο Θεός σου!”

Τον πρώτο χρόνο ο νέος δεν είχε τραυματισμούς, ήταν καλή χρονιά αγωνιστικά γι’ αυτόν. Ακολουθούσε την ομάδα σε όλα τα παιχνίδια και τις προπονήσεις αλλά δεν έπαιρνε χρόνο μέσα σε αγώνα, δεν τον έριχνε συχνά ο προπονητής. Τις λίγες φορές που μπήκε, έπαιξε καλά. Του άξιζε συχνότερη παρουσία σε παιχνίδια. Του άξιζε να είναι στη βασική ομάδα. Δεν έπαιρνε το θάρρος όμως να το πει στον προπονητή. Τη δεύτερη χρονιά όμως, βλέποντας πως πάλι μένει έξω σε παιχνίδια, αποφάσισε να μιλήσει στο ‘Θεό’. Να τον ρωτήσει γιατί δεν τον βάζει.

Ήταν Τετάρτη βράδυ και η ομάδα είχε τελειώσει ένα φιλικό παιχνίδι. Ο νέος πάλι δεν είχε μπει ενώ ήταν σε άψογη αγωνιστική φόρμα. Ήταν στα αποδυτήρια στα ντουζ όταν πήγε ο προπονητής να τους μιλήσει. Και τότε, εκεί, ο νεαρός έκανε τα παράπονα του. Ο προπονητής τον ειρωνεύτηκε και ο νεαρός αντιμίλησε. Κανείς δεν του αντιμιλούσε, αλλά ο νέος ένιωθε να τον πνίγει το δίκιο του. Τότε ο προπονητής έκανε νόημα σε όλους να φύγουν. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Ο νέος φοβήθηκε μα δεν το έδειξε.

Οι πόρτες των αποδυτηρίων έκλεισαν. Ο προπονητής δε μιλούσε, δεν έκανε καμία κίνηση. Ο νέος έμεινε και εκείνος ακίνητος και αμίλητος. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Ακούστηκε και η σιδερένια πόρτα του διαδρόμου που οδηγούσε έξω προς το ανοιχτό γήπεδο, να κλείνει από τον τελευταίο παίχτη. Τότε ο προπονητής άρχισε να φωνάζει δυνατά τα ονόματα των βοηθών του. Δεν απάντησε κανείς. Δεν ήταν κανείς. Περίμενε λίγο ακόμα. Κοιτούσε στα μάτια τον νεαρό και φώναζε δυνατά ονόματα μήπως έχει μείνει κανείς κάτω. Δεν απάντησε κανείς. Δεν είχε μείνει κανείς κάτω. Μόνο οι δυο τους. Ο ‘Θεός’ και ο νεαρός ποδοσφαιριστής.

Τι είπες ρε μ@@νόσκυλο, σε μένα σήκωσες φωνή; Έμενα τόλμησες να αμφισβητήσεις; Έμενα πρόσβαλες;

Δε πρόλαβε να αντιδράσει ο νέος. Του έκλεισε το κεφάλι σφιχτά με το ένα χέρι και  με το άλλο του έριξε γροθιά στο στομάχι. Τον έσφιξε πιο σφιχτά ακόμα στο λαιμό.

Εμένα που@@νογέννημα, θα με σέβεσαι.

Δε μπορούσε να πάρει αναπνοή ο νέος. Με το ένα χέρι ο προπονητής έσφιγγε τη λαβή του, με το άλλο κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του.

Ρούφα ρε κωλόπαιδο, ρούφα

Οδήγησε το κεφάλι του νέου στο όργανο του. Ρούφα καλά γιατί θα σου σπάσω τον σβέρκο και θα πω ότι έπεσες, ΡΟΥΦΑ ΡΕ Γ@ΜΙΟΛΗ.

**

Πέρασαν 14 χρόνια. Καμία εξέλιξη δεν είχε αυτή η ιστορία. Το περιστατικό δεν επαναλήφθηκε, ο νεαρός δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν. Λίγες μέρες μετά πήδηξε από μια μάντρα και έσπασε και τα δυο του πόδια. Δεν έπαιξε μπάλα ποτέ ξανά.

Αν δημοσιεύσετε αυτή την ιστορία, πείτε στους γονείς να έχουν το νου τους. Ακόμα και μεγάλα να είναι τα παιδιά τους, να είναι κοντά. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. 

 

X.