Ο Μιχάλης είχε έναν κολλητό που τον έλεγε Φιλαράκο.
Ο Φιλαράκος χαιρετούσε τον Μιχάλη κάθε πρωί που ξυπνούσε τρίβοντας τα μάτια του, τον βοηθούσε να δέσει γρήγορα τα κορδόνια του για να μη φωνάζει η μαμά, του υπενθύμιζε να πάρει το παγούρι του μαζί στο σχολείο ώστε να μην πίνει με τα βρώμικα χέρια του από τις βρύσες και του έδειχνε πώς γράφεται σωστά το “κυνήγι” γιατί, εκείνος, πάντα το μπέρδευε.
Ο Φιλαράκος δεν είχε άλλους φίλους, αλλά μόνο τον Μιχάλη. Συζητούσαν στον δρόμο ψιθυριστά για να μην ακούσουν οι γονείς τα μυστικά τους, διάλεγαν μαζί από τις βιτρίνες, τα καλύτερα παιχνίδια που θα έπαιρνε ο Μιχάλης τα Χριστούγεννα και έσπρωχναν παρέα, αηδιασμένοι, το πιάτο με τα φασολάκια που έκανε κάθε τόσο η μαμά.
Του Μιχάλη του άρεσε πολύ ο Φιλαράκος του. Δεν ήθελε να μιλάει με κανένα άλλο παιδί στο σχολείο, γιατί όλα τον κορόιδευαν που δεν ήταν γρήγορος στη γυμναστική ή τον έλεγαν χαζό επειδή μιλούσε στον αέρα, μόνος του.
Ο Μιχάλης δεν άλλαζε με τίποτα τον Φιλαράκο του.

Η Αλεξάνδρα είχε κι αυτή έναν κολλητό φίλο που τον έλεγε Κολλητούλη.
Ο Κολλητούλης της τραβούσε το σεντόνι το πρωί για να την κάνει να ξυπνήσει, της διάλεγε το καλύτερο κοκαλάκι για να βάλει στα μαλλιά της κι έβρισκε τα πιο όμορφα αυτοκόλλητα για να κολλήσει στην τσάντα της Αλεξάνδρας.
Ο Κολλητούλης δεν είχε άλλους φίλους, παρά μόνο την Αλεξάνδρα. Μαζί μιλούσαν στα διαλείμματα, η Αλεξάνδρα του έδειχνε τη συλλογή από τις κούκλες της που είχε ζωγραφίσει στο μπλοκ της και του έλεγε πως όταν μεγαλώσει ήθελε να σχεδιάζει ρούχα και να τα δίνει στους φτωχούς. Ο Κολλητούλης προστάτευε την Αλεξάνδρα όταν τα υπόλοιπα κορίτσια της τραβούσαν τα μαλλιά, την έλουζαν με χυμούς και της έριχναν την τσάντα από το παράθυρο. Την έλεγαν τρελάρα επειδή καθόταν και γελούσε μόνη της στην τάξη.
Της Αλεξάνδρας της άρεσε πολύ ο Κολλητούλης της. Στα διαλείμματα, κάθονταν παρέα κι ατένιζαν το μεγάλο πάρκο που ήταν έξω από το σχολείο και φαντάζονταν ότι ήταν πουλιά, λευκά περιστέρια, που πετούσαν πάνω από τους ανθρώπους, τραβώντας όλο το φως του ήλιου πάνω τους.
Η Αλεξάνδρα δεν άλλαζε με τίποτα τον Κολλητούλη της.

Οι γονείς του Μιχάλη του ανακοίνωσαν ότι ετοιμάζονταν να πάνε μία εκδρομή. Θα πήγαιναν βόλτα στο δάσος, έξω από την πόλη, να κάνουν πικνίκ δίπλα στη λίμνη και να ψαρέψουν. Ο Μιχάλης είχε ενθουσιαστεί, είχε πολύ καιρό να πάει εκδρομή. Το σχολείο του πήγαινε συχνά, αλλά εκείνος δεν ήθελε να πάει με τους συμμαθητές του. Τώρα θα ήταν μόνο αυτός κι ο Φιλαράκος του. Πόσο είχε χαρεί εκείνη τη μέρα!
Έβαλε τα καλά του αθλητικά, πήρε τις ζωγραφιές του, αγκαλιά τον Φιλαράκο του και μπήκαν στο αμάξι. Στη διαδρομή συνέχεια ψιθύριζε ο ένας στον άλλον και χαχάνιζαν, η μητέρα του τον κοιτούσε ανήσυχη από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου αλλά ο Μιχάλης δεν έδινε σημασία.
Όταν έφτασαν, διαπίστωσαν ότι άλλη μία οικογένεια με ένα κοριτσάκι είχε την ίδια ιδέα με εκείνους. Ο Μιχάλης δεν ήθελε άλλους, του έφτανε ο Φιλαράκος του. Οι γονείς του έλεγαν να κάτσουν κοντά για να παίξει κι ο Μιχάλης με το κοριτσάκι αλλά εκείνος αρνήθηκε.
Τελικά, με τα πολλά, έκατσαν στην απέναντι πλευρά της λίμνης κι άπλωσαν το τραπεζομάντηλο για να στρώσουν τα φαγητά τους.

Η Αλεξάνδρα δεν ήθελε να πάει στην εκδρομή που της έλεγαν οι γονείς της. Προτιμούσε να κάτσει σπίτι, να παίξει με τις κούκλες και τον Κολλητούλη της και να φτιάξουν φορέματα. Ο μπαμπάς της την παρακαλούσε να πάνε, της έλεγε για μία ωραία, γαλάζια λίμνη, με πολλά ψαράκια που θα μπορούσαν να μελετήσουν κι ότι θα έφτιαχναν, παρέα με τη μαμά, το πιο λαχταριστό γλυκό και θα το έτρωγαν κοιτώντας τα πανύψηλα δέντρα.
Η Αλεξάνδρα τελικά δέχθηκε, έβαλε στην τσάντα τα πράγματά της, αγκάλιασε τον Κολλητούλη της και ξεκίνησαν. Όταν έφτασαν, η λίμνη όντως, ήταν μαγευτική. Άπλωσαν τα πράγματα τους κι η Αλεξάνδρα ξεκίνησε να ζωγραφίζει το τοπίο. Μία άλλη οικογένεια έκατσε, αργότερα, απέναντί τους με ένα αγοράκι που την κοιτούσε με στραβωμένο το στόμα του. Η Αλεξάνδρα του έβγαλε τη γλώσσα και συνέχιζε να ζωγραφίζει, αγκαλιά με τον Κολλητούλη της.

Ο Μιχάλης, αφού έφαγε μέχρι σκασμού, ξάπλωσε στο γρασίδι και κοιτούσε τον ουρανό. Ξαφνικά ένιωσε ότι ο Φιλαράκος του δεν ήταν δίπλα του. Σηκώθηκε φοβισμένος, κοίταξε τριγύρω, τίποτα. Ρώτησε τους γονείς του κι εκείνοι έσκυψαν το κεφάλι και του είπαν ότι δεν πείραζε, ας κάτσει μαζί τους να παίξουν. Ο Μιχάλης όμως ήθελε τον Φιλαράκο του! Άρχισε να κάνει τον γύρο της λίμνης και τότε είδε κάτι που τον έκανε να ουρλιάξει δυνατά.
Ο Φιλαράκος του είχε καθίσει δίπλα στο κοριτσάκι από την άλλη οικογένεια και ζωγράφιζαν μαζί. Τον είχε προδώσει! Με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του, έτρεξε προς τα εκεί φωνάζοντας τον Φιλαράκο του.

Η Αλεξάνδρα είδε το αγόρι από απέναντι να τρέχει προς το μέρος της και σηκώθηκε ξαφνιασμένη. Οι γονείς της είχαν πιει πολύ κρασί και δεν έδωσαν σημασία. Έκανε να πιάσει το χέρι του Κολλητούλη της αλλά δεν ήταν πουθενά. Ανατρίχιασε, το στομάχι της πονούσε, το αγοράκι φαινόταν νευριασμένο κι από την τρομάρα της, έβαλε τα κλάματα.

Τότε συνέβη κάτι το μαγικό. Ο Μιχάλης είδε τον Φιλαράκο του να σκουπίζει τα δάκρυα της Αλεξάνδρας κι η Αλεξάνδρα είδε τον Κολλητούλη της να αγκαλιάζει και να ηρεμεί τον Μιχάλη. Τα δύο παιδιά πλησίασαν το ένα κοντά στο άλλο, οι φίλοι τους άρχισαν να γίνονται διάφανοι, λεπτοί, σαν λευκή κόλλα χαρτί.
Ο Μιχάλης άπλωσε το χέρι του κι εκείνο ακούμπησε το απλωμένο ήδη χέρι της Αλεξάνδρας.
«Γεια…»
«Γεια σου».
«Πώς σε λένε;»
«Αλεξάνδρα… εσένα;»
«Μιχάλη. Είσαι κι εσύ φίλη του-»

Σάστισαν κι οι δύο. Δεν υπήρχε κανείς δίπλα τους. Οι κολλητοί τους φίλοι είχαν φύγει μαζί με τον αέρα, μαζί με τα πουλιά, είχαν βουτήξει στο νερό, είχαν γίνει ψάρια, κύματα, αφρισμένα κύματα κάτω από τον ήλιο. Ο Μιχάλης χαμογέλασε, η Αλεξάνδρα το ίδιο.
Έσφιξαν τα χέρια, έκατσαν στο γρασίδι και ξεκίνησαν να μιλάνε.

Ο καλύτερός τους φίλος, τους κοιτούσε χαρούμενος από ψηλά.