“ … άκου φίλε… Έτσι είμαι εγώ. Και δεν μπορώ ν’ αλλάξω, δεν μπορεί να γίνει κάτι γι’ αυτό! Έτσι ήμουν ανέκαθεν. Παιδιόθεν, μη σου πω και βρεφιόθεν και φανώ υπερβολική.

Από το μαιευτήριο, ξερωγώ. Πιθανολογώ, πως ήμουν το πρώτο νεογέννητο στην ιστορία όλων των νεογέννητων που στραβομουτσούνιασε με το που το τοποθέτησαν στο κρεβατάκι του, δίπλα στα άλλα νεογέννητα του θαλάμου και είπα δυνατά σε μία μαία “ΓΟΤ ΔΕ ΦΑΚ, ΜΑΝ!”

Με κοίταξε με έκπληξη και γύρισε και είπε στη νοσηλεύτρια δίπλα της “Μαρή Ματίνα, τι’ν τούτο! Κάτι λέει”
Σε εντονότατο ύφος τότε, απάντησα: «Aσφαλώς και κάτι λέω κυρία μου, διαμαρτύρομαι εντονότατα και δράττομαι της ευκαιρίας να σας εκφράσω την δυσαρέσκεια μου για τις συνθήκες διαμονής μέσα στο μπουρδελάκι σας, ΤΙ ΦΑΣΑΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ! Πως μπορεί να ηρεμήσει άνθρωπος εδώ μέσα σε τόσο θόρυβο και κλάματα, απαιτώ AΠΑΙΤΩ ΛΕΓΩ να μεταφερθώ ΠΑΡΑΥΤΑ σε ιδιωτικό χώρο, ήσυχο, ευάερο, ευήλιο ώστε εν ηρεμία να σκεφτώ κάποια πράγματα για τη ζωή μου, 13 λεπτά ζωής ως τώρα ΚΑΙ ΕΧΩ ΗΔΗ ΠΟΝΟΚΕΦ…” .
θα έλεγα κι άλλα, αλλά μου έχωσαν ένα μπουκάλι στο στόμα και το βούλωσα, τώρα γάλα ήταν, τζιν με τόνικ, δεν θα μάθουμε ποτέ, η ουσία είναι πως η κοινωνία φιμώνει τις εν τη γέννηση τους ανθρώπινες κραυγές για θεμελιώδη δικαιώματα, το δικαίωμα εν προκειμένω, να κοιμάσαι, χωρίς ο άλλος να νιαουρίζει “ουά ουά” στο φρεσκοανεγερθέν αυτί σου, ρε παιδί μου!

Την συγκεκριμένη μου ιδιαιτερότητα, να επιθυμώ να κοιμάμαι δηλαδή, εν πλήρη ησυχία, σεβάστηκαν οι αγαπητοί γονείς μου, οι οποίοι με ανιδιοτελή, πασιφανέστατη αγάπη, μου άλλαζαν πάνα όταν έκανα κακάκια και καθάριζαν το κωλί μου καθώς εγώ διαλογιζόμουν με μια πιπίλα στο στόμα και τον αρκούδο μου αγκαλιά, χωρίς να κάνουν φασαρία και απομακρυνόντουσαν στις μύτες των ποδιών τους. Ησυχία φίλε! Ηρεμία! Γαλήνη!

Ήρθαν όμως χαλεποί καιροί, χρόνια καταραμένα!
Άλλαξαν τα δεδομένα.

Στα 10 με έστειλαν κατασκήνωση. Καλά ήταν. Ωραία πέρασα, τις 15 ώρες που έμεινα εκεί.

Δε θα σταθώ στο γεγονός πως μόλις είδα τις κοινόχρηστες ντουζιέρες ξέσπασα σε γέλια “έλα μαλάκες, κόφτε την πλάκα, που είναι το ιδιωτικό μου μπάνιο, ενημερώστε κάποιον να μου ζεστάνει το νερό, να γεμίσει την μπανιέρα και να προσθέσει αιθέρια έλαια και το παπάκι μου, ευχαριστώ!” . Μου χάιδεψαν στοργικά το παιδικό μου κεφαλάκι και μου είπαν “ΨΑΡΟΥΚΛΑ, ΕΔΩ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΠΑΝΙΟ, ΕΣΥ ΚΙ ΑΛΛΕΣ 25! ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ!” ε οκ λέω, δε γαμείς… η πρώτη θα είμαι ή η τελευταία που πλένεται με το σάλιο της σα γάτα, γιατί το να πιάσω μάκα είναι πιθανό – να μπω σε κοινόχρηστη ντουζέρια, ΟΧΙ!

Το μεγάλο θέμα όμως, δεν ήταν οι ντουζιέρες… Ήταν Ο ΥΠΝΟΣ! 7 νομά σ’ένα δωμά, φίλε, καν’ το εικόνα! Φαντάσου εμένα που έστελνα τον δόλιο τον πατέρα μου με σφεντόνα στο απέναντι παρκάκι να βρει και να εκτελέσει το ταραχοποιό στοιχείο -πουλάκι- που τιτίβιζε το γαμήδι και δε μπορούσα να κοιμηθώ, φαντάσου εμένα λοιπόν, να πρέπει να κοιμηθώ με άλλες 7 πιτσιρίκες, άλλη παραμιλούσε, άλλη έκλαιγε, άλλη έκλανε – 4 το πρωί ξύπνησα την ομαδάρχη “Yo μπιτς, πάρε τη μάνα μου τηλέφωνο, την κάνω εγώ από δω μέσα, αν μείνω κι άλλο άγρυπνη θα πάρω κάνα αλυσοπρίονο και θα ανεβάσουμε παράσταση στην κατασκήνωση φέτος, το ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13 λάιβ! Θες; Δε θες! Σύρε τσακίσου πάρε τη μάνα μου τηλέφωνο, λοιπόν”

Η αγάπη όμως φίλε, όλα τα αλλάζει, όλα τα μπορεί! Και πέρασαν τα χρόνια, και ερωτεύτηκα και γω κάνα δυο, δέκα, σαράντα τέσσερις φορές, δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι πως μετά τα δέοντα, σπάνια έμενα εκεί το βράδυ, έβρισκα μια δικαιολογία τύπου “πρέπει να ταΐσω το αρμαντίλλο μου” και εξαφανιζόμουν, για να κοιμηθώ στην ησυχία μου, σπίτι μου. Αν αναγκαζόμουν να μείνω εκεί και ο γκόμενος είχε τίποτα ενοχλητικές συνήθεις – ΑΝΕΠΝΕΕ ας πούμε- κάπου εκεί τελείωνε και η σχέση μας. Λυπάμαι.

Μέχρι που βρέθηκε ο ΕΝΑΣ. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ. Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ.
Και μου άλλαξε όλη την κοσμοθεωρία. Αγαπήσαμε, φίλος. Αγαπήσαμε πολύ. Και βρεθήκαμε παντρεμένοι, δεν το κατάλαβα καλά, εκεί μου καθόμουν, ΜΠΑΑΑΑΑΜ «ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ» «ποιοί;» λέω, «ΑΥΤΟΙ 1-0» μου απαντάνε και μου φοράνε το χαλκά στο δαχτυλάκι. Τι ‘α κανς; Α κατς α μαλώεις; Μην τα πολυλογούμε, 2 νομά σ’ένα κρεβά.

Είναι αθόρυβος; Θα με ρωτήσεις.
Όχι, ροχαλίζει σαν να μην υπάρχει αύριο, τον παρατηρείς συχνά με με δέος, λες “δε γίνονται αυτά, δε μπορεί να πιάνει ΤΕΤΟΙΑ ντεσιμπέλ, να ενημερώσω το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο, δεν είναι σεισμική δόνηση, δεν μετακινήθηκαν λιθοσφαρικές πλάκες στα έγκατα της γης, ο άντρας μου είναι και τραβάει την ανηφόρα στον ύπνο του, να ενημερωθεί ο κόσμος που βγήκε από τα σπίτια του και ψάχνει καταφύγια.”

Ροχαλίζει, φίλε. Πολύ. Όμως τον αγαπώ. Και υπομένω. Επειδή η αγάπη όλα τα αντέχει, όλα τα μπορεί.

Και όλα αυτά τα λέω σε σένα φίλε, φίλε ΚΟΥΚΕ, απόψε τη νύχτα 2μιση τη νύχτα, καθισμένη σ’ενα παγκάκι έξω στο δρόμο, μακριά από το σπίτι και το ροχαλητό. Επειδή είσαι και συ ξύπνιος, πιθανό ροχαλίζει και η κυρά σου σπίτι, δεν έχει σημασία. Εσένα βρήκα πρόχειρο, ε σε σένα τα λέω ρε συ ΚΟΥΚΕ. Επειδή είσαι ΚΟΥΚΟΣ. Και ο ΚΟΥΚΟΣ νιώθει. Ο ΚΟΥΚΟΣ δεν κρίνει. Επειδή ο ΚΟΥΚΟΣ ξέρει. Ο ΚΟΥΚΟΣ κατανοεί.

– κου κου
– α να γειά σου, το ίδιο λέμε