Εκείνο το πρωί είχε ξεκινήσει από νωρίς την καθημερινή του βόλτα. Φόρεσε το καπελάκι του, τα μικροσκοπικά στρογγυλά γυαλιά ηλίου που δεν αποχωριζόταν, κούμπωσε το σακάκι του και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Είχε φτάσει πια η άνοιξη για τα καλά, κι όμως είχε ακόμα ψύχρα τα πρωινά.

Πρώτη στάση το καφενείο, όπως κάθε πρωί.
«Καλημέρα κυρ Σταύρο! Σε δυο λεφτά στο ‘χω έτοιμο το καφεδάκι σου!» ο Αντώνης ο καφετζής είχε μάθει πια τις συνήθειες του νεοφερμένου. Ελληνικό σκέτο με λίγο κρύο νεράκι στο φλιτζάνι. «Μα έτσι σπάει το καϊμάκι!» διαμαρτυρήθηκε ο Αντώνης την πρώτη φορά που του παρήγγειλε καφέ ο κύριος Σταύρος.
«Δεν με πειράζει αυτό.» του είχε πει χαμογελώντας κι ο Αντώνης τον έλεγε λοξό στην αρχή. Γιατί για ‘κείνον ο πρώτος καφές της ημέρας ήταν ιερός. Και τον έφτιαχνε μερακλίδικο με παχύ καϊμάκι.
Ένα χρόνο κόντευε ο κύριος Σταύρος στην πόλη μα ακόμα ήταν ο «καινούριος». Ιδιαίτερος άνθρωπος, μα τελικά όλοι τον είχαν συμπαθήσει. Ήταν η ευγένειά του που τους κέρδιζε. Από το παρουσιαστικό του τραβούσε την προσοχή. Ψηλός, ευθυτενής, με αργές, ήρεμες κινήσεις και πάντα χαμογελαστός.
Ήπιε στα γρήγορα τον καφέ του κι έπειτα πλησίασε τον πάγκο του Αντώνη για να πληρώσει. «Ευχαριστώ πολύ αγαπητέ! Και τώρα πρέπει να πηγαίνω γιατί κοίτα εδώ μια λίστα που μου έχει δώσει η Ευανθία μου! Όλα αυτά τα ψώνια πρέπει να κάνω!» είπε κι έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί με στρογγυλά, προσεκτικά γράμματα.
«Είναι καλύτερα η κυρά;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Υποφέρει η καλή μου…» είπε μελαγχολικά ο κύριος Σταύρος.
«Περαστικά!»
«Ευχαριστώ! Θα της τα μεταβιβάσω! Καλημέρα!»

Σειρά είχε ο φούρνος. Η Μαίρη μόλις τον είδε να μπαίνει έβαλε το ψωμάκι με την σίκαλη στην χάρτινη σακούλα.
«Καλώς τον κύριο Σταύρο μας!» του χαμογέλασε εγκάρδια.
«Καλή σας ημέρα!»
«Έτοιμο το έχω το ψωμάκι σας!»
είπε και του έδειξε επάνω στον πάγκο την χαρτοσακούλα.»
«Σήμερα θα ήθελα και λίγα βουτήματα, εκείνα με την κανέλα που αρέσουν πολύ στην Ευανθία μου. Πονάει πολύ ακόμα η μέση της και θέλω να της φτιάξω την διάθεση. Βάλτε μου μισό κιλό παρακαλώ.»
«Αχ, τυχερή η γυναίκα σας κύριε Σταύρο! Μακάρι όλοι οι άντρες να νοιάζονταν έτσι τις γυναίκες τους!»
έλεγε δυνατά κοιτώντας με νόημα στα δεξιά της.
«Η Ευανθία μου είναι ο θησαυρός μου!» είπε βγαίνοντας από τον φούρνο.
«Ακούς εσύ βρε; Ακούς; Αυτοί είναι άντρες!» η Μαίρη πέταξε με δύναμη το πανί που κρατούσε προς το μέρος του Βαγγέλη που εκείνη την ώρα ξεφούρνιζε κάτι τυροπιτάκια ενώ μουρμούριζε κάτι ακατάληπτο.

Ο κύριος Σταύρος περπάτησε αρκετή ώρα απολαμβάνοντας την λιακάδα. Περίμενε κάμποσο στην ουρά της τράπεζας για να πληρώσει τους λογαριασμούς του σπιτιού κι έπειτα έκανε ακόμα δυο στάσεις, μία στο μπακάλικο και μία στο κρεοπωλείο. Κόντευε να μεσημεριάσει και ο ήλιος ήταν πια καυτός. Φορτωμένος με σακούλες, πήρε σιγά σιγά τον δρόμο του γυρισμού. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και άνοιξε. Μπήκε μέσα ζαλισμένος από τη ζέστη απολαμβάνοντας την δροσιά του σπιτιού. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και τα τοποθέτησε προσεκτικά στην θήκη τους, στο πρώτο συρτάρι της σερβάντας. Κρέμασε το καπελάκι και το σακάκι του στον καλόγερο που ήταν δίπλα στην πόρτα κι ύστερα προχώρησε στην κουζίνα. Τακτοποίησε το κρέας και τα μαναβικά στο ψυγείο κι έβαλε το ψωμί στην ψωμιέρα. Έπειτα δίπλωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του ως τον αγκώνα κι άνοιξε την βρύση. Έπλυνε σχολαστικά τα χέρια του και αφού τα ξέπλυνε, έβρεξε ελαφρώς το πρόσωπό του για να δροσιστεί. Γέμισε ένα ποτήρι με κρύο νερό και βγήκε στην πίσω αυλή. Ένας μεγάλος κήπος με τριανταφυλλιές τριγύρω και στην μέση του υψωνόταν μια αγριομουριά. Πλησίασε το δέντρο με βήματα αργά, κουρασμένα και στάθηκε στον ίσκιο του.
«Κάνει ζέστη σήμερα Ευανθία μου! Μπήκε κι ο Απρίλης. Κοντεύει να κλείσει ένας χρόνος το ξέρεις; Ένας χρόνος από τότε που…» ξεφύσηξε δυνατά. «Μα δεν έφταιγα εγώ ε; Τα ‘χουμε πει αυτά. Μόνη σου γλίστρησες κι έπεσες από την σκάλα… Πιες τώρα το νεράκι σου, θα διψάς με τόση ζέστη…» είπε κι άδειασε το ποτήρι στο χώμα.