Όλα τα κάνεις αγγαρεία, τίποτα με την καρδιά σου, τίποτα με χαρά, ποτέ με το χαμόγελο στα χείλη.

Γυρνάς από τη δουλειά σου, μπαίνεις μες στο σπίτι μ’ένα “αχ…” Λες και σε φέρανε στην οικογένεια σου με το ζόρι. Τρέχουν τα παιδιά να σ’ αγκαλιάσουν, θα έπρεπε να λιώνεις με την προσμονή τους και την αγάπη που σου δείχνουν, εσύ τους λες ένα ξερό “ήσασταν καλά παιδιά;” και ίσα που τα ακουμπάς στα κεφαλάκια, τα προσπερνάς σαν να είναι ελάσσονος σημασίας. Καλά σε μένα ούτε βλέμμα, ένα “τι έγινε” (ούτε καν ερώτηση) και πας να αλλάξεις ρούχα για να φας.

Είτε δυο αβγά βάλω στο πιάτο σου, είτε μουσακά, δεν το σχολιάζεις. Αν δεν σ’ αρέσει, αφήνεις κάτω το πηρούνι με θόρυβο και με στραβοκοιτάς λέγοντας κάτι μέσα από τα δόντια. Αν σ’ αρέσει, τρως σαν να σε κυνηγάνε, σηκώνεσαι και βάζεις μόνος σου δεύτερο κομμάτι και μόλις το τελειώσεις και αυτό, παίρνεις το πιάτο σου, το πας στο νεροχύτη ενώ εμείς οι υπόλοιποι τρώμε ακόμα και φεύγεις από το τραπέζι. Ποτέ καμιά κουβέντα ευχάριστη δε βγαίνει από το στόμα σου, αν μιλήσεις στο τραπέζι, θα είναι για να αποπάρεις τα παιδιά, “καθίστε όμορφα γιατί εγώ δεν είμαι η μάνα σας, δεν με ξέρετε καλά εμένα!” κι εκείνα απλά τραγουδούσαν.

Μια εκδρομή, μια βόλτα, εμείς ποτέ. Ποτέ μαζί σου, τουλάχιστον. Λες και είμαι μονογονέας, εγώ και τα παιδιά μου σε πάρτυ και σε παραλίες, σε θέατρα και σε ζωολογικούς κήπους. Τις ελάχιστες φορές που επέμεινα να έρθεις  μαζί μας , μας το έβγαλες από τη μύτη. Φασαρίες, μούτρα, γκρίνιες, σε τίποτα χαρούμενο μας δεν πήρες ποτέ μέρος. Στα γενέθλια των παιδιών έρχεσαι με το ζόρι, λες και είσαι καλεσμένος και όχι ο πατέρας τους, απομονώνεσαι με τον αδερφό ή το κινητό σου και  ούτε χειραψία δεν κάνεις με τον κόσμο.

Με το ζόρι με αγγίζεις και στο κρεβάτι, μόνο αν κάνω εγώ κίνηση, πόσο ταπεινωτικό Χριστέ μου. Και όσες φορές έκανα να στο συζητήσω με έβγαλες τρελή και κομπλεξική και δεν μου μίλαγες για μέρες.

Δεν ήσουν έτσι από την αρχή, αλλά έδειχνες σημάδια, οφείλω πια να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου. Απλά σε νόμιζα “βαρύ” και κλειστό χαρακτήρα, μου πήρε καιρό να καταλάβω τη μιζέρια σου. Νόμιζα πως ήσουν ένας ήσυχος άνθρωπος και σκέφτηκα πως ήσυχη είμαι και γω και αυτό αποζητάω, μια όμορφη ήσυχη ζωή. Μα εσύ ήσουν απλά μουντρούχος και κρυψίνους, ποιος ξέρει τι σε ώθησε να με παντρευτείς.

Το σκέφτομαι συχνά. Όλα τα ενδεχόμενα. Να έχεις κάποια ερωμένη, να είσαι ερωτευμένος με κάποια άλλη. Μήπως είσαι ομοφυλόφιλος και παντρεύτηκες εμένα για να τα μάτια του κόσμου. Ή, ίσως επειδή σε πίεζαν οι γονείς σου, είχες πατήσει τα 35 πια. Δεν ξέρω. Ίσως απλά να είσαι ένας μισάνθρωπος που καταπιέζεται να ζει με άλλους.

Δεν ξέρω γιατί με παντρεύτηκες και έκανες και παιδιά μαζί μου. Το μόνο σίγουρο είναι πως μετάνιωσες, δεν το λες ποτέ δυνατά αλλά δεν είμαι και καμιά ηλίθια να μην καταλαβαίνω πως η παρουσία σου στο σπίτι είναι για σένα αγγαρεία. Δυστροπείς με μένα, σε απωθώ, οριακά αντέχεις τα παιδιά σου. Είσαι δυστυχισμένος, είναι σαφές και μαζί σου δυστυχώ και γω και είναι γολγοθάς εν τη παρουσία σου να προσπαθώ να γλυτώσω τα παιδιά από την κατάρα της μιζέριας σου και παρά την παρουσία (απουσία) σου από το σπίτι, εκείνα να είναι χαρούμενα και να μην είναι το σπίτι μας για αυτά απεχθές και γκρίζο.

Δεν σου έφταιγα, γιατί με πήρες στο λαιμό σου; Έγινα η βιτρίνα ή το λάθος σου; Ποτέ σου δεν προσπάθησες να δώσεις λίγο φως στην οικογένεια μας. Με εγκλώβισες με δυο μωρά, χωρίς δουλειά, να εξαρτώμαι από τα ψίχουλα σου και να πρέπει να είμαι ευγνώμων και γι’ αυτά. Να κλαίω χωρίς δάκρυα και να κάνω τον καραγκιόζη όλη μέρα, μάνα και πατέρας και να κρατάω ένα σπίτι όλο στους ώμους μου με εσένα τουρίστα εδώ μέσα. Έναν τουρίστα σε λάθος βαγόνι, με λάθος προορισμό. Μίζερο, κακότροπο και ξένο σώμα.

Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Μαζεύω δυνάμεις και προσπαθώ να εξασφαλίσω πόρους. Όσο είμαι ακόμα νέα, όσο δεν με έχει ρουφήξει ακόμα η δίνη της κακομοιριάς σου. Εσύ από τα 40 σου, είσαι 80 χρονών παλιόγερος που όλα σου φταίνε και όλοι θέλουν το κακό σου, να σε κοροϊδέψουν, να σου φάνε λεφτά, να σε ενοχλήσουν, να σου χαλάσουν την ηρεμία σου. Και μεις είμαστε οι αναγκαστικοί συγγενείς σου, ανοίγεις το σακουλάκι με τα συναισθήματα που κρύβεις στον κόρφο σου και μας δίνεις δυο δεκάρες τρύπιες και φεύγεις γρήγορα μη σου ζητήσουμε και τίποτα άλλο.

Ξέρω τι πρέπει να κάνω. Μαζεύω δυνάμεις.

 

I.K.