Βρέχει σήμερα. Μέρα μεσημέρι και η ματιά προσπαθεί να εντοπίσει έναν ορίζοντα θολωμένο από το γκρίζο του καιρού. Θαμπές γραμμές που αλλάζουν συνεχώς σχήματα γεμίζουν ουρανό και θάλασσα. Πού σταματά η αντάρα της υγρής αυτής πλανεύτρας και πού ξεκινά η ορμή του μουσκεμένου θόλου; Ένα… Σε κάτι τέτοιες μέρες αυτά τα δύο γίνονται ένα σφιχταγκάλιασμα, σαν να θέλουν να ανταλλάξουν μυστικά. Πόσα κύματα ξεσηκώνει η ορμή της θάλασσας, πόσες σταγόνες κλέβει ο άνεμος από τις κορφές τους; Κανείς δεν ξέρει να το πει. Βροχή, σταγόνες, νερό, ουρανός, κύμα και πέλαγος, όλα γίνονται ένα. Μια λάμψη σκίζει τον, δίχως ήλιο, μεσημεριανό ουρανό για μια στιγμή, όσο κρατά ένα βλεφάρισμα και έπειτα αφήνει τον ήχο της να σκεπάσει τη βροχερή σιωπή.

Μέσα στο γεμάτο ετούτο γκρίζο, ανάμεσα από τις αστραπές, μια μικρή, σχεδόν ισχνή λάμψη δίνει το δικό της στίγμα στον χαμένο ορίζοντα. Έρχεται και φεύγει σαν την αναπνοή, ρυθμικά, σιγανά, αθόρυβα. Φαίνεται μετέωρη κι όμως είναι απροσδόκητα σταθερή. Έρχεται, φεύγει και πάλι είναι εκεί για να χαθεί ξανά, ίσα για να δώσει το στίγμα της στεριάς που κρύβεται πίσω απ’ τ’ ατίθασα βράχια. Όταν η ματιά ακολουθήσει το βροχερό τραγούδι, θα ξεχωρίσει κάπου μέσα του το ρυθμό των κυμάτων που θρυμματίζονται με ορμή στα βράχια κάτω από τη γλυκιά αυτή περιοδική λάμψη, τον λευκό φάρο της στεριάς.

“Μπουρίνι πάλι σήμερα και τούτο ‘δω δείχνει να κρατά καλά”, σκέφτεται ο φαροφύλακας και σέρνει δυο βήματα προς το παράθυρο. Μαθημένος απ’ τα χρόνια, δε χρειάζεται ρολόι για να ελέγξει το φάρο του. Έχει γίνει ένα με αυτόν, τον νιώθει. Το φως του είναι μέσα στους χτύπους της ίδιας της καρδιάς του. Μα κάθε φορά που ο καιρός αγριεύει, η ρυτίδα στο μέτωπό του γίνεται έντονη χαρακιά και δε φεύγει από εκεί μέχρι να φανούν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου ή να λάμψει ένα ήρεμο φεγγάρι σε ουρανό χωρίς αστέρια.

Μοναχική φιγούρα, μέρος του πελάγου, στίγμα της στεριάς ο φαροφύλακας που ανεβαίνει τα σκαλοπάτια, να δώσει ελπίδα στα μάτια των θαλασσινών. Ένα μικρό τσίμπημα στην άκρη της καρδιάς τον κάνει να κοντοσταθεί. Παίρνει μια ανάσα, κάνει ένα βήμα και πάλι από την αρχή. Τέτοια μέρα σαν και τη σημερινή, μπουρίνι καλοκαιρινό που εποχή δε λογαριάζει, το γερό σκαρί έκανε να αναμετρηθεί με κύματα, χωρίς στεριά να φαίνεται πουθενά –ω μοίρα κακιά!- κρυμμένοι μέσα στο τραγούδι του παφλασμού, βράχοι σκληροί, σφράγισαν τη μοίρα του θαλασσινού. Σύντροφοι χάθηκαν, φωνές, εκκλήσεις, αγωνία ψυχών που διάσταση αλλάζουν ξεπερνώντας της ζωής το κατώφλι. Μόνο ένας… έμεινε μόνο ένας να συγκρατεί το βάρος της στιγμής στη ρυτίδα του χρόνου που αυλακώνεται έντονα στο σκαμμένο μέτωπο. Τα χρόνια που περάσαν, στέγνωσαν τα δάκρυα, μα άφησαν την αρμύρα πάνω στο κορμί, δεύτερο δέρμα. Τι να την κάνει ο θαλασσινός τη ζωή χωρίς σκαρί; Μοιάζει σαν να ορφάνεψε η ψυχή. Καμιά φορά όμως, οι νύμφες του βυθού ανακατεύουν τις μοίρες των ανθρώπων, ενίοτε αλλάζοντας τη θέλησή τους υποκλινόμενες στον πόνο. Ένα νέο σκαρί για τον θαλασσινό ετούτο, που στην ψυχή του κουβαλά και τόσους άλλους… Σκαρί γερό, ψηλό, με αρμύρα, σε στεριά. Πέτρα ζυμωμένη με ελπίδα να φυλάει τις καρδιές και τις ανάσες, μια πέτρα κρυφή, στου καιρού τα γυρίσματα και για φαροφύλακα έναν παλιό θαλασσινό, ριγμένο ναυαγό που υποτάχθηκε στην μοίρας τον λόγο. Από τότε, έμεινε εκεί ο Φαροφύλακας. Όλος ο κόσμος του αυτή η λάμψη που έρχεται και φεύγει, αθόρυβα, χωρίς σταματημό, σαν της καρδιάς τους χτύπους, μετρώντας το χρόνο με το φως.
Αν περάσετε από ένα ερημικό ακρωτήρι και δείτε μια αρμυρή, ξεροψημένη φιγούρα, φαγωμένη από τον καιρό και τη θάλασσα, ίδιο ναυάγιο, να σέρνει το βήμα του προς το δικό του σκαρί, μην απορήσετε. Μην προσπαθήσετε να τον εμποδίσετε. Αφήνει πίσω του το δικό του τραγούδι κόντρα σε σειρήνες, να διώξει τους ίσκιους και τα γερά σκαριά από ύπουλα βράχια κρυμμένα κάτω από νερά.