Η Μυρτώ περπατούσε πάνω κάτω τον μικρό διάδρομο του νοσοκομείου μουδιασμένη. Φοβόταν. Πρώτη φορά φοβόταν τόσο πολύ. Τα δάκρυα δεν έβγαιναν να ξαλαφρώσει. Οι σταγόνες μέσα της έκρυβαν τόσο πόνο που έγιναν ωκεανοί και δεν χωρούσαν να βγουν από τα μάτια της. Υπέφερε χίλιες φορές περισσότερο από το πλάσμα της στο χειρουργικό κρεβάτι δύο ορόφους κάτω από τα πόδια της. Ήθελε να ανοίξει την Γη στα δύο και να βουτήξει πάνω του. Να του δώσει την ζωή της. Να ξεριζώσει με τα χέρια της την καρδιά της και να του την δώσει. Ένιωθε δεμένη. Θα ορκιζόταν ότι οι καρποί της είχαν μελανιάσει από το αόρατο σφίξιμο. Στα πόδια της κρέμονταν σιδερένιες μπάλες. Πόσο αδύναμη και δυνατή ταυτόχρονα αισθανόταν… Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα αλλά αν της έδιναν εναλλακτική ένιωθε ικανή να σηκώσει το σύμπαν στην πλάτη της. Μόνο προσευχόταν. Συνέχεια, ασταμάτητα. Προσευχόταν και ήλπιζε αν υπάρχει θεός να μην το πάρει για βλασφημία που ήταν Άθεη. Άλλωστε ποτέ δεν κορόιδεψε θρησκευόμενο άνθρωπο, ποτέ δεν έβρισε τα Θεία. Απλά δεν πίστευε πουθενά. Τώρα όμως τον χρειαζόταν. Χρειαζόταν να πιστέψει σε κάτι ανώτερο. «Κι αν είναι η τιμωρία μου που δεν πίστευα;» Σκέφτηκε στιγμιαία και ταυτόχρονα κούνησε γρήγορα το κεφάλι της. «Όχι. Ο Θεός που μου έχουν περιγράψει κατά καιρούς για να αγαπήσω, δεν είναι Θεός τιμωρός. Είναι θεός της αγάπης και της συμπόνιας».

Τα πόδια της δεν την βαστάγαν άλλο. Σωριάστηκε στο νοσοκομειακό παγκάκι και μια αδιόρατη αίσθηση καμφοράς της έσκισε τα ρουθούνια. Αηδίασε. Δεν άντεχε άλλο.
Έπρεπε να ρωτήσει κάποιον.
«Άδικο»
Από τα σπλάχνα της σχεδόν τον τράβηξαν για να τον χειρουργήσουν. «αγοράκι μου» ψέλλιζε επαναλαμβανόμενα σαν να είχαν στερέψει οι λέξεις. Είχε την παρανοϊκή φοβία πως αν σταματούσε να το λέει θα συνέβαινε το μοιραίο. Σαν να εξαρτιόταν από αυτό το «αγοράκι μου» η επιβίωση του.

Το μυαλό της έτρεχε, ούρλιαζε προσευχόταν, ρωτούσε , αλλά τα χείλη της είχε κολλήσει σε αυτό το μοτίβο. «Αγορακιμου». Μονότονα, κοφτά, μια λέξη. Απειλούσε έμμεσα τον χάρο. «Είναι δικό μου, δεν θα τον πάρεις. ΜΟΥ»

Η πόρτα του διαδρόμου άνοιξε με θόρυβο και κάποιοι ωκεανοί έσπασαν μέσα της και της επέτρεψαν να θολώσει για λίγο. Η καρδιά της σταμάτησε.
Στον παγωμένο διάδρομο δεν μπήκε αυτή την φορά κάποιος χειρούργος ή γιατρός. Μπήκε η μαμά της, η Αρετή. Η Μυρτώ πάγωσε με το άδειο της βλέμμα. Τα μάτια της φαινόντουσαν κουρασμένα, απογοητευμένα. Το βήμα της βαρύ. Κατάκοπο.

«Ξέρει κάτι που δεν ξέρω;»

«Μάνα μην κλαις. Μάνα τι γίνεται; Μάνα απάντησέ μου»
Η Αρετή της χάιδεψε το κεφάλι ήρεμα.

«θυμάσαι Μυρτώ μου όταν ήσουν μικρούλα που σε φώναζα λουλουδένια μου; Μου έβαζες τις φωνές Μυρτώ να μην σε λέω έτσι και σε κοροϊδεύουν στο σχολείο. Εμένα μου ξέφευγε όμως κι έκανες όλη μέρα να μου μιλήσεις. Μα το βράδυ πάντα κούρνιαζες στην αγκαλιά μου και χανόσουν μέχρι να ακούσεις το πρωινό μου: «ξύπνα αγγελούδι μου… Ξύπνα»

Η Μυρτώ δεν μπορούσε να κλάψει. Ο λαιμός της έκαιγε. Προσπαθούσε να της απαντήσει αλλά κάτι της έφραζε το στόμα. Την τρόμαζε η μαμά της τώρα.
Ένιωσε να χάνεται σε ένα γκρι σκοτάδι γεμάτο μικρά φωτεινά γεωμετρικά σχήματα.

Όταν συνήλθε δίπλα της στεκόταν ο Κώστας, ο άντρας της. Αρπάχτηκε από πάνω του. «Το αγοράκι μας; Το αγοράκι μας;» Ρωτούσε και ξαναρωτούσε με την απελπισία ζωγραφισμένη στην ξέψυχη φωνή της. Εκείνος την κοιτούσε κενός. Η Μυρτώ φοβόταν πιο πολύ από ποτέ. Κανείς δεν της έλεγε για τον γιο της.
Θυμάται με κάθε λεπτομέρεια εκείνου του απογεύματος που το χαμόγελο έσβησε ξαφνικά από τα χείλη της. Μετά τον καθιερωμένο μηνιαίο υπέρηχο ο γιατρός την κάλεσε στο γραφείο.

«Μυρτώ πρέπει να φανείς δυνατή. Το έμβρυο (έμβρυο; Την τελευταία φορά το αποκάλεσε αγοράκι. Πότε έγινε ξανά απρόσωπο έμβρυο;) φαίνεται να πάσχει από μια σπάνια γενετική νόσο που χτυπάει στην καρδιά. Η εγκυμοσύνη είναι αρκετά προχωρημένη και η διακοπή της θα πρέπει να είναι άμεση. Θα κάνεις εισαγωγή και μια σειρά εξετάσεων ώστε αν επιβεβαιωθούν οι φόβοι μου και να προχωρήσουμε. Η εξέλιξη της εγκυμοσύνης μπορεί να αποβεί μοιραία για εσένα , το έμβρυο ή χειρότερα και για τους δύο. Μα ακόμα κι αν το ρισκάραμε -που σε διαβεβαιώ εγώ είμαι κάθετα αντίθετος -θα πρέπει να χειρουργηθεί πριν καν δει το φως της μέρας»

Η Μυρτώ δεν δέχτηκε την λήξη της εγκυμοσύνης. Έκλαψε, φώναξε, χτυπήθηκε, έψαξε, ρώτησε και αποφάσισε να πάρει το ρίσκο. Ήταν η μαμά του και θα έδινε εύκολα την ζωή της για εκείνον.

Ο Κώστας την κοιτούσε διάφανα. Άυλα Της έπιασε το χέρι και άρχισε να της το τρίβει.
«Μυρτώ μου. Πονεμένη μου Μυρτώ. Πόσα έχεις περάσει κι εσύ βρε αγάπη μου; Δεν σου άξιζε στα αλήθεια τόσο άγχος, τόσο βάρος. Θυμάσαι όταν τα πρωτοφτιάξαμε; Μετά απο το ρεμπετάδικο δώσαμε το πρώτο μας φιλί και μετά καταλήξαμε στο πατρικό μου στην Γούναρη. Τίποτα δεν κάναμε εκείνο το βράδυ. Μόνο το χέρι σου έτριβα σαν τώρα και γουργούριζες ευτυχισμένη. Δεν στο είπα ποτέ Μυρτώ μου αλλά μάτι δεν έκλεισα όλη την νύχτα. Σε κοιτούσα, σε θαύμαζα. Μας σκεφτόμουν μαζί και δεν έβρισκα ησυχία από την λαχτάρα της επόμενης μέρας. Μέχρι που είδα να ξημερώνει επιτέλους και σε χάιδεψα στο πρόσωπο. Ξύπνα αγάπη μου σου έλεγα, φιλώντας σου το αφτί κι εσύ γελούσες μέσα στον ύπνο σου. Ξύπνα αγάπη μου»

Στο κεφάλι της τυπούσαν χιλιάδες συναγερμοί. Έπρεπε να μάθει για το παιδί της. Έχουν περάσει πολλές ώρες που της τον πήραν. Δεν άκουσε το κλάμα του. Θέλει να μάθει για το παιδί της και κανείς δεν της λέει για αυτό. Αισθάνεται μέσα της πως όλα θα πάνε καλά αλλά κανείς δεν της το καταρρίπτει και κανείς δεν της το επιβεβαιώνει. Και οι γιατροί; Που είναι οι γιατροί; Ήθελε να ουρλιάξει και δεν μπορούσε. Καιγόταν, πονούσε, έτρεμε. «Αγοράκιμου». Μια λέξη. Κοφτή. «Θεε μου σχώρα με. Σώσε το αγοράκι μου» χάθηκε πάλι σε γκρι σκοτάδι με χορευτικά φωτεινά γεωμετρικά σχήματα.

Ονειρεύεται; Ακούει καρδιογράφο. Τακ-τακ-τακ… Ρυθμικό, ακούραστο.
Γκρι, ιδρώτας, φόβος, τακ-τακ, σχήματα, αγοράκιμου. Τι γίνεται;
Μια φωνή από μακριά, όχι δύο…. πολλές φωνές. Και κλάματα.
«Ξύπνα αγγελούδι μου» «ξύπνα αγάπη μου» «Μυρτώ σε χρειάζομαι»

Φως. Έντονο φως. «Αντιδρά. Ενημέρωσε τους δικούς της»
Ποδοβολητά, φωνές, άρωμα λουλουδιών και πάλι γκρι

Ήρεμη ανάσα μέσα στο οξυγόνο. Δύο μεγάλα μελί μάτια την κοιτούν εξονυχιστικά.

«Κυρία Στεφανή; Μυρτώ; Με ακούς;»
Η Μυρτώ δεν καταλάβαινε. Πονούσε. Το μυαλό της είχε κολλήσει στο παιδί της. Αναρωτιόταν αν λιποθύμησε. Έγνεψε ναι στον γιατρό κι εκείνος χαμογέλασε.
«Μυρτώ όλα είναι καλά τώρα. Ξέρεις τι μέρα έχουμε;»
Έγνεψε όχι και καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια άκουσε την φωνή της στεγνή να λέει «το αγοράκι μου;».
«Μυρτώ έχουμε 15 Δεκεμβρίου 1999. Γέννησες 15 Οκτωβρίου 1999. Εσύ και ο γιος σου είσαστε σε κώμα δύο μήνες. Εσύ και ο γιος σου σήμερα ξυπνήσατε.»

5 χρόνια αργότερα η Μυρτώ βρίσκεται πάνω από το κρεβατάκι του Λευτέρη και τον χαζεύει λίγα λεπτά πριν αποφασίσει να τον ξυπνήσει.

«Ξύπνα λουλουδάκι μου. Θα πάμε να ανάψουμε ένα κεράκι και μετά σχολείο για την γιορτή των Χριστουγέννων…»