Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, ανεβαίνει στην μνήμη μου μια ιστορία που συνέβη τόσο καιρό πριν, που δεν θυμάμαι πια να υπολογίσω τα χρόνια. Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, τα γεγονότα εκείνης της νύχτας με κρατούν ανατριχιασμένο κάμποσες μέρες, μέχρι να καταλαγιάσουν πάλι οι θύμησες και να επιστρέψει η καρδιά στους χτύπους τους κανονικούς.
Την ιστορία αυτή θα σας την διηγηθώ απόψε, σήμερα που τα καρδιοχτύπια κάνουν το στήθος μου να πάλλεται και ο νους μου τα ξαναβλέπει μπρος του ολοζώντανα.
Γράφω βιαστικά, να προλάβω, να γεμίσω τις σελίδες να τα δείτε με τα μάτια σας, πριν ξεθωριάσουν οι εικόνες και γίνουν πάλι οι λέξεις αδύναμες.

Μ’ έσυραν κάποτε η μοίρα μου και τα βαριά, κουρασμένα βήματά μου, και μ’ έβγαλαν σε μια μικρή παραλιακή πολιτεία της Κρήτης. Μέρος νοτικό, έβλεπε κατά τις χώρες της Αφρικής. Άνθρωποι φιλόξενοι μα και φασαριόζοι, γεμάτοι αντιθέσεις, όπως ο τόπος τους. Βουνό και θάλασσα δίπλα-δίπλα.
Εποχή ταραγμένη, από εκείνες που οι άνθρωποι αφήνουν τα σπίτια τους και ψάχνουν την τύχη τους σε χώρες άλλες, φτώχια και κατάθλιψη απλωμένες παντού, γκρίζο σεντόνι πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Η διαλυμένη μου ζωή δεν αποτελούσε εξαίρεση καθόλου, θα προτιμούσα την ανυπαρξία, παρά αυτό το μουχλιασμένο κατακάθι.
Δουλειές του ποδαριού εδώ κι εκεί, χωρίς διέξοδο φυγής προς τα όνειρα, κι ήμουνα νέος. Καμιά δουλειά δεν μπορούσε να σταθεί, σπιτικό δεν μπορούσα να στεριώσω. Και το Ρηνιώ, που πηγαίναμε για γάμο, το Ρηνιώ μου, η ζωή μου, δεν βάσταξε και γύρισε στους γονιούς της, μετά Γερμανία, Αμερική, έχασα τα βήματά της, μαζί και κάθε όρεξη για ζωή.. Εγώ έμεινα. Δεν ξέρω γιατί, μα έμεινα. Κι έγινε το πιοτό σύντροφός μου, λίγο να καταλαγιάζει την πραγματικότητα, να κάνει χώρο στα όνειρα, κι ας ζούσαν κοιμισμένα.

Το μεσημέρι με βρήκε σε έναν καφενέ, ανόρεχτο, να κατεβάζω ρακές καραφάκι το καραφάκι. Παρά την εποχή, είχε ακόμα ζέστη και η ρακή ήταν δροσερή από το κελάρι, διπλή παρηγοριά. Ο καφετζής, δυο μέτρα θεριό μέχρι ‘κει πάνω, με είδε έτσι όπως ήμουνα και ήρθε στο τραπέζι μου. Γύρισε την καρέκλα κι έκατσε ανάποδα, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην πλάτη της.
-Ήντα ‘χεις γιόκα μου; Ήντα ‘ναι που σου βασανίζει την ψυχή κι είσαι σαν γερασμένος, νιός άνθρωπος;

Λίγο οι ρακές, λίγο το παρουσιαστικό του καλού γίγαντα, έπιασα και του μίλησα, του άνοιξα την καρδιά μου. Όσο μ’ άκουγε, δεν είπε τίποτα. Μόλις σώπασα, έφτιαξε το παχύ του μουστάκι με το ένα χέρι και μου είπε προβληματισμένος:
-Θαρρώ πως κατέχω τι σου χρειάζεται. Πρέπει να πα να βρεις τον γερο- κουρσάρο, τον έχουνε για σοφό. Κουβέντα δεν του παίρνεις εύκολα, μα αν τον κεράσεις ένα τσιγάρο και του πεις τον πόνο σου, έχει αυτός να σε βοηθήσει. Έχει τον τρόπο του ο μπαγάσας να αλαφρώνει καρδιές.
Ήπια μια ρακή ακόμα και κίνησα να τον βρω.

Ο γερο-κουρσάρος, ήταν αγνώστου προελεύσεως. Χωρίς συγγενείς, παιδόγγονα, γυναίκα. Ούτε πόσω χρονώ ήτανε ήξερε κανένας, ούτε από πού είχε έρθει και πότε. Λέγανε πως κάποτε, σε κάποιο του ταξίδι μακρινό, έμαθε από κάποιους ιθαγενείς μια τέχνη πρακτική, και μαζί με το σώμα, θεράπευε και τις καρδιές. Για την ζωή του δεν μιλούσε, το πραγματικό του όνομα δεν το γνώριζε κανένας, κουρσάρο τον ‘λέγαν όλοι.
Τον βρήκα απομεσήμερο πια, καθισμένο σε ένα πεζούλι, κάτω από το μεγάλο ρολόι στο λιμανάκι με τα ψαροκάικα. Ακουμπισμένος με το πιγούνι στην μαγκούρα του, χάζευε τα ψαράδικα, μα φαινόταν ότι ο νους του ήταν μακριά. «Ποιος ξέρει σε ποια μέρη της ζωής του ταξιδεύει», αναρωτήθηκα. Φορούσε το κεφάλι μαύρο κρητικό κεφαλομάντηλο, γερμένο λίγο στα δεξιά. Ένα άσπρο φαρδομάνικο πουκάμισο ζωσμένο στο μαύρο παντελόνι και γιλεκάκι τσόχινο, ξεκούμπωτο από την ζέστη. Οι καλογυαλισμένες κρητικές μπότες μέχρι κοντά στο γόνατο, και το όλο παρουσιαστικό παρά τα άσπρα γένια και την γερμένη από τα χρόνια πλάτη, του έδιναν μια περιποιημένη λεβεντιά.
Κάθισα δίπλα του. Έστριψα ένα χοντρό τσιγάρο και του το ‘δωκα. Το πήρε χωρίς να πει τίποτα και χωρίς να με κοιτάξει.
-«Εσύ είσαι αυτός που φωνάζουνε γερο-κουρσάρο;», τον ρώτησα. Κούνησε το κεφάλι.
-«’μα θες, έτσι με φωνάζουν. Του λόγου σου; Πονεμένος κι εσύ»;
-«Πονεμένος παππού.. και μου ‘πανε πως ξέρεις τις καρδιές και ξέρεις και να τις γιαίνεις».
-«Και
ήντα σου ‘λαχε εσένανε και σ’ έχει πλακώσει και μοιάζεις ποθαμένος»;

Ξεκίνησα διστακτικά, μα έφτασα και του τα είπα όλα. Του ‘πα για την ζωή μου, για την πεθαμένη ελπίδα και για το Ρηνιώ, μέχρι που αρχίσανε δάκρυα να τρέχουνε στα μάγουλά μου, σιωπηλά.
-«Εσύ παππού; Δεν έχεις γυναίκα; Δεν είχες αγαπητικιές;», τον ρώτησα σαν ηρέμησα.
-«Χμ!», γέλασε από την μύτη, «Αν είχα παιδί μου.. Είχα, μα ο άνθρωπος στην ζωή του μια αγάπη θα κάνει και καλή. Κι είτε θα τηνε ζήσει, είτε θα ποθάνει με τον καημό τζη».
-«Και με την δικιά σου; Τι απόγινε»;
Αναστέναξε.

-«Άκου να δεις. Εγώ ταξίδια πολλά δεν έχω κάμει, κι ας με λένε κουρσάρο. Μα είναι το ριζικό του καθενός γραμμένο. Και πως το ‘φερε μιαν εποχή, να βρεθώ μακριά από την Κρήτη, αναζητώντας κι εγώ την τύχη μου. Μοιάζανε εκείνοι οι καιροί με τους τωρινούς, τα λεφτά λιγοστά, πέφτανε οι άνθρωποι να φαν ο ένας τον άλλο. Στην πολιτεία που βρέθηκα, γνώρισα μια κοπέλα, την ερωτεύτηκα αμέσως. Μακριά κατάσγουρα μαλλιά, καστανά, και μάτια πρασινογάλαζα, σαν θάλασσα που ‘χει στον πάτο χρυσή αμμουδιά. Νησιοτοπούλα κι αυτή, από τόπο αρχοντικό, ναυτικοί και καραβοκύρηδες. Μα οι δικοί της δεν ήτανε καλοστεκούμενοι, την έστειλαν στην πόλη να μορφωθεί, δούλευε και βοηθός σε σπίτια ανθρώπων. Η Μικέλα μου.. Ερωτευτήκαμε πολύ κι είπαμε να ενώσουμε τις τύχες μας. Μα και στην πόλη δεν έβγαιναν τα μεροκάματα, ο κόσμος υπέφερε, έπρεπε να επιστρέψω στην Κρήτη. Γύρισα κι έβαλα μπροστά δυο-τρεις δουλειές, όλα τα πάλευα, νέος κι εγώ, είχα όρεξη. Να κάνω κουμάντο, να στρώσουν τα πράγματα, να έρθει έπειτα κι εκείνη να ζήσουμε μαζί. Μα αργούσα, δεν πήγαιναν τα σχέδια κατ’ ευχήν. Όλο τον καιρό ανταλλάζαμε γράμματα, αντέχαμε και λέγαμε θα τα καταφέρουμε. Μέχρι που ξαφνικά και χωρίς καμιάν εξήγηση, έπαψαν τα γράμματα. Απόκριση δεν έπαιρνα καμιά, σαν να άνοιξε η γης και την κατάπιε. Λεφτά να πάω να την βρω, δεν είχα. Δεν ήξερα τι να βάλω με το νου μου, μαύρισε η καρδιά μου. Έπαψα να τρώω, σε δυο βδομάδες έχασα τέσσερα κιλά. Μόνο κάπνιζα, κάπνιζα και δούλευα, να μην χάσω το μυαλό μου. Εισέπνεα καπνό κι εξέπνεα καπνό και μαυρίλα από την ψυχή μου, όποιος με έβλεπε θα ‘λεγε πως είμαι νεκρός που πορπατεί. Σαν και την αφεντιά σου καλή ώρα. Έμαθα μετά από καιρό, πως τελικά οι γονέοι της την ήθελαν κοντά τους, δεν την άφηναν να ‘ρθει σε μένα. Λίγο μετά έμαθα και πως παντρεύτηκε με κάποιον άλλο, έκαμε την τύχη της».

Τον άκουγα και είχε δεθεί η καρδιά μου κόμπος.
-«Και πως το άντεξες παππού; Συνέρχεται ποτέ η καρδιά τ’ ανθρώπου από κάτι τέτοιο»;
-«Συνέρχεται παιδί μου. Συνέρχεται και καμιά θλίψη δεν μπορεί να τον αγγίξει πια. Μα είναι βαρύ το τίμημα, και δεν την βαστούνε όλοι την πλερωμή ετούτη».
-«Μίλα μου μπάρμπα, μίλα μου γιατί θα σκάσω»!
-«Στάσου μια στιγμής».

Σηκώθηκε αργά στηριζόμενος στην μαγκούρα του, πέρασε τον δρόμο και μπήκε σ’ ένα χαμόσπιτο. Εκεί θα έμενε, φαντάστηκα. Όταν πρόβαλε πάλι από την πόρτα, κρατούσε στα χέρια του ένα λαούτο, πιθανότατα ίδιας ηλικίας με εκείνον. Ήρθε και ξανακάθισε δίπλα μου κι έπιασε να το κουρδίζει. Στις πρώτες δοκιμαστικές νότες, για τόσο γέρικο και ταλαιπωρημένο όργανο, ο ήχος που βγήκε ήταν εξωπραγματικός. Κούρδισε, κι άρχισε να παίζει έναν σκοπό αργό, πολεμικό. Κι όταν άρχισε να τραγουδά, η φωνή που βγήκε από το λαρύγγι του ήτανε ανθρώπου είκοσι χρονών:

Σούρουπο Αυγούστου θύμιζε, παρά Οκτώβρη μήνα,
κι είχεν ο νους μου μυρωδιές, ‘πο γασεμιά και κρίνα
Ξάνοιγα* κατά το νοτιά, αγνάντι πέρα ως πέρας,
κι ήβρεχε μες στο πέλαγος στο κοίμισμα τση μέρας
Δεν σάλευγε η θάλασσα, μον’ άχνιζε σα θειάφι,
κι αχτίνες απ’ τα σύννεφα την κάνανε χρυσάφι
Βαθύ ονειροπόλημα, μ’ είχενε συνεπάρει,
μα ξάφνου, μες στην καταχνιά, θωρώ σημαία μαύρη
Μέσα απ’ τη μαύρη συννεφιά, του Λυβικού τη χάρη,
φανέρωσαν από μακριά, Σαρακηνοί κουρσάροι
Τρικάταρτα είχανε σκαριά, πορφυροστολισμένα
και ήτονε στην πλώρη ντως ακριβοσκαλισμένα
Κανόνια τέσσερις σειρές, από χρυσό κι ασήμι
‘πο μάχες κι από φονικά, τα τύλιγε η φήμη
Δεν ρυτιδούσε το νερό, μήτε σηκώναν κύμα
γοργά ζυγώναν κατά ‘δω, κι ας μην εφύσα πρίμα
Κι ώρα που βγαίνει τση βραδιάς, το πρώτο-πρώτο άστρο,

αψήφιστα περάσανε απ’ του Καλέ το κάστρο.
Για το λιμάνι κίνησα, να στήσω τους καρτέρι
και στο ζωνάρι εκρέμασα τουφέκι και μαχαίρι
Είχε πλακώσει η νυχτιά, και την καρδιά μου βάρος
γύρω σκοτίδι απόκοσμο κι ήταν σβηστός ο φάρος
Μα σα ζυγώνω, θέαμα, πρωτόγνωρο αντικρίζω
και σταματώ το βήμα μου και στέκω και σαστίζω
Κι άλλοι ανθρώποι γύρω μου, ήτονε μαζωμένοι,
και οι κουρσάροι μια στραθιά, ομπρός τους στοιχισμένοι
Μα δεν εκλέβανε φλουριά, μούδε σκορπούσαν τρόμο
και είχενε η όψη ντως κάτι από άλλο κόσμο

Απ’ το σκαρί το πιο τρανό, θωρώ να κατεβαίνει
με βήμα αργό και σταθερό και στην στεριά να βγαίνει
Σαρακηνός οπλαρχηγός και καπετάνιος θρύλος
που ιστορίες μου ‘χε πει ένας παλιός μου φίλος
Δυο μέτρα ήταν το μπόι του, κι είχε μαλλιά πλεγμένα
κατράμι η γενειάδα του και δυο σπαθιά ζωσμένα
Και σαν τα ξίφη, ακούστηκε, κλαγγή απ’ τα βλέμματά μας,
σαν ανταμώσαν οι ματιές κι ανάψαν τα αίματά μας
Κι άξαφνα, μπρος μου βρίσκεται, λέξη δεν ξεστομίζει,
σαν αστραπή τη χέρα ντου στον μπέτη* μου βυθίζει
Πιάνει τη μαύρη μου καρδιά και τηνε ξεριζώνει
κι ένα πρωτοπαλίκαρο φωνάζει και ζυγώνει
Από σεντούκι ξομπλιαστό, φίλντισι και ρουμπίνι,
βγάνει αλλοτινή καρδιά, μ’ ευλάβεια κι ευθύνη
Καρδιά που εφεγγοβόλα φως κι άστραφτε και βροντούσε
κι ο χτύπος τζη σαν κεραυνός, μέσα στ’ αυτιά μου ηχούσε
Νιώθω το θάνατο κοντά, και το κορμί μαργώνει*
μα πριν το τέλος μου να ΄ρθει, στα στήθια μου τη χώνει

Κυλά στσι φλέβες μου ζωή, το είναι μου όλο καίει
κι εκείνος μου χαμογελά και μου μιλεί και λέει:
«Από εδά και στο εξής.. είσαι κι εσύ κουρσάρος,
και θα σαλπάρεις με το νου, πάντα γεμάτος θάρρος..
Απ’ άλλο κόσμο ειν’ η καρδιά.. που θα χτυπά εντός σου
μέσα σου, τώρα κατοικεί.. ο ανώτερος εαυτός σου..»
Κι όπως ήσυχα ήρθανε.. ήσυχα φύγαν πάλι..
κατά τα μέρη του Νοτιά.. και κάποια χώρα άλλη…

Όταν έπαψε το τραγούδι, είχε πια σουρουπώσει. Πέρασε την πένα στις χορδές κι απόθεσε το λαούτο δίπλα του, ξανάπιασε την μαγκούρα κι έσκυψε απάνω της, στην γνωστή του στάση.
-«Τι ωραία τραγουδάς παππού.. Που το άκουσες το τραγούδι αυτό»;
Δεν αποκρίθηκε.
-«Μια φορά, κάθε τετρακόσα..», τον άκουσα να ψιθυρίζει βυθισμένος στις σκέψεις του.
Μου έκανε νόημα με το κεφάλι κι έδειξε ευθεία μπροστά, στην θάλασσα.
-«Πάνω στην ώρα», είπε με ένα πονηρό χαμόγελο.

Κοίταξα κατά τον ορίζοντα, είχε σηκωθεί αντάρα και τα σύννεφα ήταν χαμηλά, δεν τα ξεχώριζες από το γκρίζο νερό. Δεν έβλεπα κάτι. Μα όταν συνήθισε το βλέμμα μου το μπαμπακιασμένο μοτίβο, κάτι μου φάνηκε να ξεπροβάλει ανάμεσά τους. Μισόκλεισα τα μάτια μου να δω καλύτερα. «Ιστιοφόρα.. Ιστιοφόρα τέτοια εποχή;», αναρωτήθηκα.
Το μυαλό μου άρχισε να παίρνει περίεργες στροφές. Κοίταζα μια τον γέρο -μια τα ιστιοφόρα, που πλησίαζαν με πρωτοφανή ταχύτητα, θαρρείς για να ξεφύγουν από τα αστραπόβροντα και την καταιγίδα πίσω τους. Μα δεν ήθελαν να της ξεφύγουν. Την έφερναν μαζί τους. Με διαπέρασε μια φρίκη και μια αλλόκοτη υποψία σβούριζε στο κεφάλι μου.
-«Παππού».. ρώτησα απαλά. «Παππού.. πόσων χρονών είσαι»;
Γύρισε και με κοίταξε, άνοιξε το στόμα του να πει κάτι, δίστασε. Κοίταξε χάμω.
Τον Γενάρη που μας έρχεται..», μουρμούρισε, «κλείνω τα.. τετρακόσα.. είκοσι δύο. Τετρακόσια, είκοσι, δυο..», επανέλαβε κόβοντας τις λέξεις. Μέσα από το άσπρο πουκάμισο, κάτι φάνηκε να λαμπυρίζει αχνά στο στήθος του.

Το στόμα μου στέγνωσε. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, βούιζε το κεφάλι μου. Τα καράβια και οι βροντές πλησίαζαν, εγώ προσπαθούσα να καταλάβω, ο γέρος πετάχτηκε απάνω, με άρπαξε από τον γιακά:
-«ΤΗΝ ΕΒΑΣΤΑΣ ΜΩΡΕ ΤΗΝ ΠΛΕΡΩΜΗ;;;», μου φώναξε ταρακουνώντας με, «ΛΕΓΕ! ΤΗΝ ΕΒΑΣΤΑΣ;;»

Στο βλέμμα του έκαιγε μια αλλοπρόσαλλη φλόγα. Είχα παγώσει ακίνητος. Κοίταξα τα καράβια, στο ένα μίλι πια, ξεχώριζαν πεντακάθαρα. Μου κόπηκε η ανάσα. Στο κεντρικό κατάρτι, πάνω από τα πορφυρά πανιά, κυμάτιζαν περήφανες κι ατρόμητες, μαύρες σημαίες με άσπρες νεκροκεφαλές.

 

*Ξάνοιγα = κοιτούσα
*Μπέτης = στέρνο
*Μαργώνει = παγώνει