Ήταν μια συνηθισμένη μέρα στο Ålesund. Μία μέρα σαν όλες τις άλλες. Μια μέρα που μύριζε θάλασσα, καθώς φυσούσε αλαφιασμένα ο αγέρας στο παλιό λιμάνι.

Μύριζε κι άλλα πράγματα, όπως συμβαίνει σ΄ όλα τα λιμάνια. Κατρουλιό, ψαρίλα, σκουπίδια που είχαν αποθέσει τα πλεούμενα στη στεριά και δεν είχαν μαζευτεί ακόμα αλλά έκαναν την ψαρίλα πολύ πιο αποπνικτική όσο ήταν ακόμα εκεί γύρω.

Μύριζε επίσης και πράγματα που δεν βλέπει ανθρώπου μάτι, αυτά που κανείς δεν ξέρει γιατί καρφώνονται σα μυτερές βελόνες στο μυαλό, μα πλημμυρίζουν τις αισθήσεις και τα μυρίζεις, τα γεύεσαι, τα νιώθεις. Θλίψη, απελπισία, ανία.

Ο Olaf άνοιξε τα μάτια του, έτσι όπως κοιμόταν κάτω από μια υπερυψωμένη προβλήτα, πλάι στ’ αντιστηρίγματα που ήταν γεμάτα πλαγκτόν, πελώρια, φαγωμένα από τις δεκαετίες και την αρμύρα.
Ο Olaf πεινούσε, επειδή ξημέρωσε.
Ο Olaf ήταν ένα παιδί με βασιλικό όνομα, που διαφέντευε απ’ όταν ήταν σπόρος ακόμα ένα δικό του βασίλειο, από το πρωί ως το βράδυ, ό,τι καιρό κι αν έκανε, ειδικά όμως όταν είχε ομίχλη. Τον αγαπημένο του καιρό.
Ο Olaf έκλεβε.

Δε θυμάται γιατί, ούτε πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Ήταν μπόμπιρας, σπίτι δεν είχε, ορφανοτροφείο δεν είχε το Ålesund. Φτωχή, ψαράδικη πόλη το Ålesund, δίπλα στον ωκεανό, δεμένη με δίχτυα θαρρείς στην ακτή. Ήταν, μολαταύτα, καλό μέρος για να βρίσκεις φαγητό ή να αλαφρώνεις τις τσέπες περαστικών. Η ομίχλη ήταν σχεδόν πάντα εκεί, ήλιος δεν έβγαινε συχνά για να τη διαλύσει και το βράδυ δεν είχε αυτές τις μαγικές λάμπες που τους είχαν δείξει φωτογραφία από το Oslo, τις «ηλεκτρικές» που δε θέλανε λάδι και δε σβήνανε ποτές.

Ήταν 1903 και μόνο οι πλούσιες συνοικίες στο Oslo είχαν τέτοια θαύματα. Οι θεοί, βλέπετε, δεν νοιάζονταν να στείλουν τα θαύματά τους στο Ålesund. Ο Olaf χαμογέλασε. Αυτόν δεν τον ένοιαζε, τον ένοιαζε μονάχα να γεμίζει την κοιλιά του και να ξεδιψά. Όταν ήταν πιο μικρός, του πέταγαν κάτι ξεροκόμματα οι μαγαζάτορες στο λιμάνι και δεν χόρταινε. Είχε αποφασίσει ότι δεν θα ξανάφηνε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο.

Ο Olaf ήταν ο βασιλιάς της πιτσιρικαρίας που έκλεβε και ζητιάνευε, αλλά όπως σε κάθε βασιλική αυλή, υπήρχαν και οι αξιωματούχοι!
Ο Magni, έπλαθε τις πιο φανταστικές ιστορίες και έκανε εμπόρους και πλοιοκτήτες να τον πιστεύουν. Μια φορά, που είχε μπλέξει σε καβγά, κατάφερε ο μπαγάσας και έπεισε έναν ξένο καπετάνιο πως ήταν ο γιός του τοπικού κυβερνήτη και ο πατέρας του θα τον αντάμειβε πλουσιοπάροχα μόλις γυρνούσε σπίτι του. Αρκεί να νοίκιαζε ένα άλογο, γιατί του πήραν το πουγκί με τα νομίσματα. Ο καπετάνιος εξυπακούεται πως δεν ξαναείδε ποτέ, ούτε το Magni, ούτε τα νομίσματά του.
Ο Jørg, έφτιαχνε παγίδες, όλων των ειδών, λογιών και διαμετρημάτων. Από απλές θηλιές από πατημένο σκοινί, αδύνατο να το ξεχωρίσεις από το λασπώδες έδαφος, μέχρι κατασκευές που έκρυβε έξω από την πόλη κάτω από φύλλα και μάζευαν με δίχτυα τους εμπόρους για να τους καθυστερήσουν και να τους κλέψουν τ’ εμπόρευμα απ’ τις βοϊδάμαξες.
Η Gry, ήταν κορίτσι και δε μιλούσε πολύ. Είχε ένα μόνιμα θλιμμένο βλέμμα και ανάκατα χρυσοκάστανα μαλλιά. Ήταν μεγάλη πλανεύτρα όμως και κατάφερνε να μοιάζει γλυκιά και συγκαταβατική στους ταξιδιώτες, που της έδιναν λεφτά μονάχοι τους (και αν άξιζε τον κόπο, τους αλάφρωνε και το πουγκί λίγο παραπάνω ο Olaf, όσο ήταν απασχολημένοι).

Ο Olaf μασούλησε ένα κομμάτι ψωμί και μπακαλιάρο που είχε στην εσωτερική του τσέπη για μην του το πάρουν και μάζεψε τα άλλα κλεφτρόνια για να δουν τι θα έκαναν σήμερα.
«Παιδιά. Παιδιά! Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Θα την κάνουμε ταράτσα! Χτες, όλη μέρα καθαρίζανε το πανδοχείο, αδειάσανε και τη μεγάλη σοφίτα για να την κάνουνε δωμάτιο. Έρχονται σήμερα από το Όσλο κάτι πάμπλουτοι έμποροι που καταγόντουσαν από εδώ και δεν πατούσαν χρόνια. Σίγουρα θα έχουν όλων των ειδών τα καλούδια μαζί τους, βέβαια! Και νομίσματα, φυσικά!»
«Και αν έχουν μεγάλα νομίσματα, που θα τα πάμε Olaf; Όλοι αναρωτιούνται πού τα βρήκες αν πας να αγοράσεις κάτι με δαύτα!» είπε το ‘ξυπνοπούλι ο Magni.
«Θα τα πάω στην παραδίπλα πόλη που έχει μεγάλο εμπορικό και δεν τους νοιάζει γιατί λεφτά έχουν εκεί πέρα. Θα μου τα κάνουνε μικρά και θα φέρω και προμήθειες για βδομάδες!»

Ο ενθουσιασμός ξεχείλιζε στα λόγια των παιδιών, που μιλούσαν για κλεψιές, μπαγαμποντιές και δολοπλοκίες λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα να συζητάνε στα έντεκα τους χρόνια. Αλλά, αν δεν τα έκαναν αυτά, θα πεινούσαν πάλι, όπως γινόταν πιο παλιά.

Στήσανε καρτέρι στο πανδοχείο, με τσιλιαδόρους κι αφτιά στα τζάμια. Τα τζάμια ήταν καλυμμένα από πάχνη, έπρεπε να τα τρίψεις με ένα κουρέλι για να μπορείς να δεις μέσα ή και ν’ ακούσεις. Στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι καθόντουσαν ένας άντρας και μία γυναίκα, ντυμένοι με βαριά γούνινα παλτά και παπούτσια κανονικά, από δέρμα βαρύ και με τακούνια, όχι σαν τα σανδάλια που φόραγε ο Olaf και έραβε κουρέλια από πάνω τους για να μένουν ζεστά τα πόδια του.

Μετά από λίγο, ο άντρας έδωσε ένα πάπυρο στον πανδοχέα και τον είδε να γνέφει το κεφάλι του καταφατικά. Πήγε εκεί που είχε τα βαρέλια με το πιοτό, ψαχούλεψε λίγο και έβγαλε δύο καρφιά και ένα σφυρί. Το παράθυρο θάμπωσε από την ανάσα του Olaf και δεν έβλεπε καλά πια, απομακρύνθηκε λίγο και φύσηξε τα χέρια του που είχαν κρυώσει γιατί τα ακουμπούσε πάνω στον πέτρινο τοίχο. Ο πανδοχέας, περπατώντας αργά και νωχελικά, κόντευε να φτάσει στην πόρτα. Ο Olaf σφύριξε και τα άλλα παιδιά σκορπίστηκαν σε τέσσερις κατευθύνσεις λες και τους κυνηγούσαν λυσσασμένα σκυλιά. Αυτός, έμεινε σε μια σκοτεινή γωνία απέναντι από το πανδοχείο και κοίταζε με περιέργεια.
Ακούστηκε ένα σφυρί να καρφώνει, μία, δύο, τέσσερις, οκτώ φορές και ο πανδοχέας έκλεισε την πόρτα πηγαίνοντας πάλι μέσα. Μετά από λίγη ώρα, βγήκαν από το πανδοχείο οι επισκέπτες και πήγαν με τα πανωφόρια σφιγμένα προς την άκρη της πόλης, πρώτα ο άντρας και μετά η γυναίκα.

Το χαρτί στην πόρτα, έμοιαζε επίσημο και είχε και μια μωβ σφραγίδα με κερί στο κάτω μέρος του. Ο Olaf πλησίασε και σφύριξε ξανά, μαζεύτηκαν όλοι και πήγαν αργά να δουν τι έγραφε αυτό το έγγραφο που ήταν τόσο σημαντικό.
Ο Olaf είχε μάθει να διαβάζει με κάτι παλιά βιβλία από την εκκλησία, δεν έγραφε πολύ καλά, δεν έκανε κι ωραία γράμματα, αλλά τουλάχιστον καταλάβαινε καλά αυτά που ‘βλεπε.

Το χαρτί είχε το θυρεό του Βασιλιά απάνω στη σφραγίδα με το μωβ κερί, και πιο πάνω της, έγραφε:

 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΤΟΣ
ΚΑΙ
ΤΩΝ ΝΟΡΒΗΓΩΝ

«Αποφασίζουμε την ίδρυση οικοτροφείου στο Ålesund. Το οικοτροφείο θα διοικεί η διευθύντρια κα. Kathrine Νeegamsson και θα λειτουργήσει σε 10 ημέρες από τώρα στο κτίριο του παλιού διοικητηρίου. Θα προσφέρονται μαθήματα, σίτιση και στέγη σε παιδιά από όλη την κομητεία, τα οποία θα διαμένουν στο οικοτροφείο 10 μήνες κάθε χρόνο.
Το οικοτροφείο είναι δωρεά του ευεργέτη Olaf Gustarsson από το κληροδότημά του. Προκηρύσσονται επίσης πέντε (5) υποτροφίες το χρόνο για φτωχά παιδιά που διαμένουν στην κομητεία του Møre og Romsdal, ηλικίας οχτώ έως δεκαέξι χρόνων. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Οι αιτήσεις γίνονται στο κτίριο του οικοτροφείου.»

O Olaf δε μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Οικοτροφείο; Δωρεάν για φτωχά παιδιά; Σίγουρα, αν δεν είχες δικά σου νομίσματα για να πάρεις παπούτσια, πρέπει να σε θεωρούσαν φτωχό. Το πρόσωπο του Olaf, έλαμψε, σαν να του είχαν πάρει το καλύτερο δώρο γενεθλίων.

Έπιασε τη Gry από το χέρι και τη φίλησε πολλές φορές και στα δύο μάγουλα. Μετά φίλησε και τον Jørg και τον Magni, αλλά τα αγόρια αηδιασμένα τον έσπρωξαν μακριά. Τα μάτια του Olaf άστραψαν.
«Δεν είδατε τι γράφει το χαρτί; Μη χασομεράτε! Πάμε τώρα κιόλας στο παλιό διοικητήριο!»
Με γρήγορα παιδικά πόδια, δεν ήταν και πολλή η ώρα για να διασχίσεις το Ålesund. Φτάσανε έξω από την πόρτα και είδαν ότι είχε μπει κιόλας επιγραφή: «ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ ÅLESUND».

O Olaf, έπιασε σφιχτά τη χέρι της Gry και χτύπησε με το άλλο χέρι την πόρτα. Τους άνοιξε η γυναίκα που είχαν δει πριν μερικά λεπτά στο πανδοχείο, μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη της.
Ένα δυνατό αεράκι φύσηξε, και του Olaf του φάνηκε πως άξαφνα, το Ålesund μύριζε κάτι πρωτόγνωρα θαυμάσιο: Το Ålesund – μύριζε ελπίδα.