Τον έβλεπα μέσα από τη διόπτρα του sniper να σηκώνεται το πρωί, σαν να ήταν όλα φυσιολογικά. Μια κινούμενη φιγούρα μπλε χρώματος, χωρίς ευδιάκριτα χαρακτηριστικά, σηκωνόταν από το κρεβάτι του και ακολουθούσε τη ρουτίνα του: γυμναστική και καθάρισμα και περιποίηση της μηχανής. Έπειτα ντυνόταν με τη στολή που χρησιμοποιούσε κάποτε για τους αγώνες στους οποίους συμμετείχε. Έπαιρνε τα όπλα του και έβγαινε από την καλύβα. Ανέβαινε στη μηχανή, μάρσαρε -μέχρι εδώ ακουγόταν, πάνω από ένα χιλιόμετρο μακριά- και ξεκινούσε.

Έκανε το γύρο του περιφραγμένου χώρου. Μακριά από τους νεκροζώντανους που περιφέρονταν αργά-αργά. Ο μηχανόβιος κινούνταν κοντά στον ψηλό, ηλεκτροφόρο φράκτη, σηκώνοντας σκόνη στον αέρα. Το υποπολυβόλο ήταν έτοιμο, περασμένο γύρω από τους ώμους του. Τα δυο πιστόλια στις θήκες της μέσης του, όπως το μαχαίρι και οι χειροβομβίδες. Δύο γύρους έκανε το πρωί και τους επαναλάμβανε το μεσημέρι, το απόγευμα και το βράδυ. Κάτι σαν υπενθύμιση προς τα ζόμπι: μην πλησιάζετε το φράκτη.

Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Το έκανε και επειδή το είχε ανάγκη ο ίδιος. Του άρεσε η μηχανή του και ήθελε να μπορεί να κινείται με αυτή ακόμα και υπ’ αυτές τις συνθήκες. Έπρεπε να αποφύγει την τρέλα και λίγη φυσιολογική πραγματικότητα ήταν αυτό που χρειαζόταν.

Μετά τους πρώτους δύο γύρους, επέστρεφε στην καλύβα. Ξυπνούσε την κόρη του, μια πιο μικρή μπλε φιγούρα. Τη βοηθούσε να ντυθεί και έπαιρνε μαζί της πρωινό.
Όταν έβγαιναν έξω, ο μηχανόβιος άφηνε τα όπλα του σε ένα ξύλινο τραπέζι. Η αυλή της καλύβας περιστοιχιζόταν κι αυτή από φράκτη, αλλά όχι ηλεκτροφόρο. Ήταν ψηλός κι αυτός, από ξύλο πεύκου. Τον είχε φτιάξει μόνος του, για να προστατεύσει την κόρη του. Δεν την άφηνε να βγει έξω από εκεί. Μια μικρή φυλακή μέσα σε μια μεγαλύτερη.

Τους έβλεπα καθαρά τώρα. Ήταν μέρα, ασυννέφιαστη και σχεδόν καλοκαιρινή. Μπορούσα να τους σκοτώσω με μια βολή στον καθένα. Εκείνος το ήξερε, αλλά δε σταματούσε να ακολουθεί τη ρουτίνα. Ήταν στρατιωτικός όπως κι εγώ. Εκείνος ήταν άτυχος. Όπως και η μικρή. Είχαν ξεμείνει όταν ξεκίνησε αυτή η αρρώστια που μετέτρεπε τους κατοίκους αυτού του χωριού σε ζόμπι. Βρίσκονταν εκεί σε διακοπές όταν άρχισαν όλοι οι άλλοι γύρω τους να μεταμορφώνονται.

Την προστάτευσε. Προσπάθησε να διαφύγει, αλλά η κυβέρνηση πήρε χαμπάρι αμέσως τι είχε παιχτεί και έστειλε μονάδες. Τους αποκλείσαμε. Σκοτώσαμε μπόλικα τέρατα. Φτιάξαμε το φράκτη σε χρόνο ρεκόρ. Γύρω από το μέρος κατασκήνωσαν ένα σύνταγμα ειδικών δυνάμεων και τρία του πεζικού. Στους λόφους βάλαμε σκοπευτές, σαν εμένα. Κάθε μέρα επιβλέπαμε, ξαγρυπνούσαμε. Πολλά ζόμπι έπεφταν στην αρχή πάνω στο φράχτη και καίγονταν. Δεν πέθαιναν, φυσικά, εκτός αν δεν έκαναν πίσω και ψήνονταν για τα καλά.

Τα τέρατα, γενικά, μπορούσαν να ζήσουν πολύ καιρό χωρίς τροφή. Απλά περιφέρονταν στον περιφραγμένο χώρο. Είχαν χάσει κάθε τρίχα από τα μαλλιά τους, το στόμα τους έχασκε και τα μάτια τους ήταν θολά. Το δέρμα τους λευκό, χλωμό. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ζήσω με αυτά, ακόμα κι αν δεν με πλησίαζαν.

Ο μηχανόβιος φώναξε. Απείλησε. Παρακάλεσε. Πάρτε την κόρη μου, τουλάχιστον. Έτσι είπε. Οι ανώτεροι αρνήθηκαν. Μπορεί να είχε μολυνθεί, είπαν. Δεν θα το ρίσκαραν. Τίποτα δεν του έδωσαν, παρά μόνο την «άδεια» να ζει ο ίδιος και η κόρη του πίσω από το φράκτη.

Έμαθα αργότερα, λίγο πριν μου ανατεθεί το τωρινό πόστο, πως αυτό που ήθελαν οι ανώτεροι ήταν να καταλάβουν τι παιζόταν. Γιατί τα ζόμπι δεν επιτίθεντο στον μηχανόβιο. Εξ αρχής δεν του ορμούσαν, όπως έκαναν με τις πρώτες μονάδες που είχαν σπεύσει εκεί. Αυτός δεν είχε γίνει σαν τα τέρατα, ούτε το παιδί. Κι όμως, δεν τους επιτίθονταν. Οι επιστήμονες είχαν ζητήσει να μην τους σκοτώσουμε. Είχαν πει σε αυτόν πως, αν καθόταν για λίγο καιρό εκεί, αυτοί θα έβγαζαν τα πορίσματά τους και θα ξανασκέφτονταν το ενδεχόμενο να τους πάρουν από τη «φυλακή». Ως τότε θα τους προμηθεύαμε φαγητό και νερό και ό,τι άλλο χρειάζονταν –εκτός από οτιδήποτε ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό.

Μέχρι τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, ούτε που είχε τεθεί το ζήτημα της απομάκρυνσής τους.

Της μικρής τής άρεσε το ποδόσφαιρο. Είχαν μια μπάλα, φθαρμένη και σχεδόν κατεστραμμένη. Ο μηχανόβιος, προτού αρχίσει το κακό, είχε προμηθευτεί δύο τέρματα για 5 επί 5. Τα είχε στήσει και, όποτε έπαιρνε την μικρή για διακοπές, την πήγαινε στο χωριό αυτό, στο χωριό του, και περνούσαν εκεί το χρόνο τους, στη φύση, παίζοντας μπάλα, κάνοντας βόλτες και άλλα πολλά.

Σε κανέναν δεν άξιζε να ζει έτσι. Πόσο μάλλον σε ένα δεκάχρονο.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
Λίγη φυσιολογική πραγματικότητα. Τη χρειάζονταν αμφότεροι.
Ήταν άτυχοι και οι δύο.

Η μικρή σούταρε και έβαλε ένα γκολ και πανηγύρισε. Φορούσε τζιν παντελόνι, λευκά αθλητικά και κοντομάνικη μπλούζα. Όλα καθαρά. Στην αρχή, της τα έπλενε ο πατέρας της στη σκάφη. Μετά της έδειξε πώς γίνεται και το έκανε μόνη της.
Η σκόπευση δεν ήταν πλέον δυνατή.
«Κόλλησαν» τα χέρια τους και εκείνος κάτι της είπε που δεν άκουσα. Εκείνη γέλασε δυνατά.
Κι εγώ έκλαψα.
Είπα ότι ήταν άτυχοι.

Λοιπόν, δεν ήταν μόνο εκείνοι άτυχοι. Ήμουν και εγώ. Έβγαλα τη φωτογραφία από την τσέπη του γιλέκου μου. Ήμουν και εγώ άτυχη. Γιατί εκείνος είχε την κόρη μας κάθε μέρα, ενώ εγώ όχι. Εγώ έπρεπε να τη βλέπω από μακριά. Την είχα γεννήσει, την κράτησα πρώτη και τη θήλασα. Ξαγρύπνησα πολλές νύχτες, ειδικά απ’ όταν χωρίσαμε φιλικά με τον πατέρα της. Του την εμπιστευόμουν, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μπορεί να μην ταιριάζαμε οι δυο μας, αλλά σαν πατέρας ήταν πολύ καλός. Ποτέ δεν τη χτύπησε, ποτέ δεν τη μάλωσε υπέρ του δέοντος. Σαν στρατιωτικός που είχε μάθει καλά πως η ξεκούραση δεν ήταν γι’ αυτόν, δεν είχε κανένα πρόβλημα να πετάγεται στις δύο τα χαράματα για να την κοιμίσει και να την καθησυχάσει. Όπως κι εγώ, κάποτε.

Άφησα το όπλο και κάλυψα το πρόσωπό μου. Έπρεπε να είμαι δυναμική, όπως όλοι οι ειδικοδυναμίτες. Αλλά όποιος είχε παιδί που το αγαπούσε και το έχασε (είτε από θάνατο, είτε επειδή δεν τον άφηναν να το πλησιάσει) θα ήξερε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο.

Ο άλλος σκοπευτής δίπλα μου με κοίταξε. Καταλάβαινε, είχε κι αυτός παιδί. Αλλά δεν χρειαζόταν να το βλέπει μονάχα μέσα από τη διόπτρα του όπλου του. Μπορούσε να το αγκαλιάσει και να το φιλήσει και να παίξει μαζί του.

Εγώ όχι πια. Δεν με άφηναν. Αν πλησίαζα το φράκτη, θα μου έριχναν. Οι επικοινωνίες μαζί του ή με τη μικρή απαγορεύονταν –μόνο οι ανώτεροι ή οι επιστήμονες μπορούσαν να του μιλήσουν, και αυτοί δεν τους έδιναν τα μηνύματά μου, ούτε εγώ λάβαινα κάποιο από αυτούς. Ήμουν άτυχη, είπαν. Κρίμα, αλλά δε γινόταν κάτι. Ανήκα στο στρατό. Η ύπαρξή μου ανήκε στο κράτος και στην υπηρεσία των πολιτών.

Άραγε, αν μάθαιναν οι πολίτες τι τραβούσα, θα με υποστήριζαν ή όχι;

Δεν ήξερα.
Αλλά θα μάθαινα σύντομα. Έστειλα σ’ όλα τα μίντια ένα email –όχι από το δικό μου, φυσικά, δεν ήμουν πρωτάρα.

Ευχόμουν να μου έδιναν την ψήφο υποστήριξής τους. Οι πολιτικοί δεν το έκαναν. Η διοίκηση των Ειδικών Δυνάμεων δεν το έκανε.
Ίσως οι πολίτες να έδειχναν λίγη περισσότερη ενσυναίσθηση. Ήθελα πολύ να αγκαλιάσω την κόρη μου. Κι ας ζούσα μαζί με χίλια ζόμπι. Πίσω από το φράκτη και μακριά από τον κόσμο των ανθρώπων.

K. W.