– Θέλω να μιλήσω με τη νομική σας υπηρεσία! Να μου φέρετε τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας! Τμήμα παραπόνων δεν έχετεεεεεε; Στα δικαστήρια θα τα πούμεεεεεεεεε!

Κραυγές στο κεφάλι μου καθώς έκανα εικόνα το σκηνικό. Έξω φρενών, να ουρλιάζω για να βρω το δίκιο μου, να ψάχνω δικηγόρους, δικαστές, τελώνες και φαρισαίους. Όχι, δεν θα μας κοροϊδέψουν για να μας φάνε λεφτά. Πολύ συγχύστηκα όμως, το ‘βλεπα και στον ύπνο μου. Χάλια η κατάσταση, δεν με πιάνουν και τα χάπια. Η μαμά με πρόσφατο ψιλοεγκεφαλικό, πώς να της συζητήσω το φλέγον θέμα. Θα μου σωριαστεί. Κι αν σωριαστεί στο σπίτι κάτι πάει κι έρχεται. Στο δρόμο θα είναι σοκ. Ίσως βοηθήσουν οι περαστικοί. Κι αν δεν βοηθήσουν; Κι αν δεν μπορώ να τη μαζέψω από τα πεζοδρόμια; Κι αν δεν μου σωριαστεί στα πεζοδρόμια αλλά καταμεσής του δρόμου; Χριστέ μου όλα αυτά για έναν λογαριασμό; Τι αμαρτίες πληρώνω!

Μάης ήταν, εγώ δεν το θυμάμαι, αλλά η μάνα λέει ότι Μάιο πήγαμε στο κατάστημα γνωστότατης εταιρείας κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, με σκοπό την αλλαγή προγράμματος. Τι να τα κάνει τα ιντερνέτια η μάνα που πλέον ούτε υπολογιστή έχει. Ούτε λόγος βέβαια για internet στο κινητό. Μόλις και μετά βίας υποστηρίζει μηνυματάκια. Να δέχεται. Όχι να στέλνει.
– Δεν θέλω internet. Τι να το κάνω; Να μου ‘ρχεται λογαριασμός στα ύψη; Δε θέλω.
– Να πάμε μάνα να το βγάλουμε το καταραμένο!

Ε, πήγαμε. Μαζί. Λίγα πράγματα θυμάμαι. Ούτε τι είπαμε, τι ζητήσαμε, τι υπογράψαμε, υπογράψαμε άραγε; Δεν θυμάμαι.
Νεράκι κύλησαν οι μέρες, ώσπου αριβάρει η λυπητερή. Το ποσό μεγάλο. Παίρνω στα χέρια μου το λογαριασμό με ύφος εμπειρογνώμονα, με στυλ Σερλοκ Χολμς, «Θα διαλευκάνω το έγκλημα madame, μισό να βγάλω από το πέτο τον king size μεγεθυντικό φακό!».

Φάτσα κάρτα η χρέωση του internet. Γυρίζω το χαρτί από την πίσω πλευρά μήπως ανακαλύψω κάποια κρυφή σημείωση, να ανακαλύψω την απάτη τους! Όχι, δεν υπήρχε κάτι.

Ξεκινάνε τα τηλέφωνα. Ναι μεν είδαν, ότι υπήρχε αλλαγή στο συμβόλαιο, αλλά ας ξανακάνουμε μια αίτηση, έτσι να μας βρίσκεται. Α, ναι να επιστρέψουμε λέει και το rooter! Το rooter με τα μπαλωμένα καλώδια και ό,τι γλύτωσε από τα δόντια του κουνελιού. Εντάξει. Το πακέταρα. Λίγες μέρες αργότερα, αλλά λίγες, φτάνει μήνυμα στο κινητό. Φραγή εισερχομένων κλήσεων αν δεν πληρώσουμε!

Ω ρε μάνα! Να δεις που είμαι η μόνη που όταν συγχύζομαι πέφτει η πίεση αντί να ανέβει. Στα πατώματα κυλιέμαι και πρέπει να συρθώ ίσαμε το κατάστημα για να κάνω φασαρία.
Χαμός θα γίνει! Πανικός! Δεν γίνεται. Θα ζητήσω τον οικονομικό διευθυντή, τους νομικάριους. Στα κανάλια θα πάω. Δεν πληρώνουμε!
– Πάω μάνα – και το φυλλοκάρδι μου να τρέμει ωστόσο, διότι καλά τα λέω όσο είμαι σπίτι και νευριασμένη. Μόλις φτάσω αν τσαντιστούν και οι υπάλληλοι και μου κοπεί η μιλιά; Σκέψου κάτι άλλο. Κάτι άλλο.
– Θα ‘ρθω κι εγώ μαζί σου!
– Έλα,
(ω ρε μάνα, και της μάνας ανεβαίνει η πίεση, το λες και φυσιολογικό. Θα μου την εκνευρίσουν. Η καρδιά της!. Θα μου σωριαστεί! Χριστέ μου, γιατί τόσα χτυπήματα της μοίρας, οϊμέεεεε)

Μια και δυο φτάνουμε στο κατάστημα. Έρχεται η σειρά μας. Στο δρόμο είχα κάνει την πρόβα μου. Ύφος όχι πολύ ευγενικό και μελιστάλαχτο, αλλά ούτε και εντελώς ξινισμένο. Σοβαρό με ένα χαμόγελο εντελώς τυπικό, κάτι λιγότερο από Frau. Εξηγώ στην υπάλληλο τι έχει συμβεί. Είμαι έτοιμη να ξεστομίσω πως δεν σκοπεύουμε να πληρώσουμε, επειδή τάχα μου έκανε λάθος κάποιος συνάδελφός της! Κι αν ήταν λάθος. Που σίγουρα δεν ήταν. Καθόλου δεν ήταν. Τέτοια κάνουν να μας τρώνε λεφτά. Ξέρεις κοπελιά πως βγαίνουν τα λεφτά; Και βέβαια ξέρεις εργαζόμενη κοπέλα είσαι! Ουφ…
Η υπάλληλος με ακούει προσεκτικά.
– Παρακαλώ ελάτε μαζί μου.
Που μας πάει; Στον διευθυντή! Στον προϊστάμενο; Στο μπουντρούμι;
Μας οδηγεί σε έναν περίεργο κυριούλη χυμένο στην καρέκλα του, μας δίνει μια φόρμα παραπόνων στην οποία ζητούσαμε να μην χρεωθούμε το πάγιο του internet. Και η φραγή;
– Θα ενημερώσω να μην προχωρήσουν σε φραγή, κυρία.
– Α…
(εγώ με ποιον θα τσακωθώ τώρα; Τόσες πρόβες, υπόταση, αγωνία. Αμάν.)

Λίγο πριν την έξοδο (τη λες και ιστορική) μας σταματάει μια κοπελίτσα. Από το κατάστημα. Υπάλληλος. Πολύ καλή κοπέλα. Ευγενέστατη. Εξυπηρετικότατη. Ξέρουν να διαλέγουν προσωπικό.
– Κινητό έχετε;
– Έχουμε.
– Θα θέλατε ένα καινούργιο; Δωρεάν;
– Ε.. τι.. δηλαδή… το τοιούτον…. Για πείτε…..

Ναι, οκ, φύγαμε με καινούργιο σούπερ ντούπερ κινητό! Ουδεμία σχέση με αυτό που είχα. Τεχνολογία παιδί μου. Οθόνη που δεν μένουν επάνω δαχτυλιές, τι να λέμε τώρα.

Ναι, επίσης δεν ήταν εντελώς δωρεάν. Το καρτοκινητό της μάνας έγινε ελαφρώς καρτοσυμβόλαιο, προκειμένου η θυγατέρα (εγώ) να αποκτήσω το σούπερ ντούπερ. Ναι. Για δυο χρόνια. Ή για είκοσι; Δεν θυμάμαι. Να δεις που κάτι θα υποθηκεύσαμε.
Το rooter δεν το κράτησαν. Ήταν λέει παλιό. Και φαγωμένο.

 

Η Λίστα