Κάθισα κι άναψα τσιγάρο – όπως τότε που ήμουν πιτσιρικάς κι έψαχνα διεξόδους από άδεια βράδια και κούφιες υποσχέσεις, μέσα σε δανεικά τσιγάρα και σάπιο κρασί. Κοίταξα ολόγυρα. Δεν είχε αλλάξει το κωλομέρος, ούτε μια σπιθαμή δεν είχε αλλάξει. Τα ίδια σπασμένα πεζοδρόμια, οι ίδιες λακκούβες στο δρόμο, οι ίδιες στάσεις αστικού – που ‘χαν πια σκουριάσει. Είχαν φύγει οι σοβάδες απ’ τις προσόψεις των πολυκατοικιών κι οι, ούτε καν, μικροαστοί, είχαν γεράσει, είχαν καμπουριάσει, είχαν ξεπέσει.

Βαθιά τζούρα, καυτή, όπως τότε, στα πρώτα χρόνια, στις πρώτες τζούρες, στις παγωμένες βροχές, στ’ αγιάζι και στα μουλωχτά. Δε με ζέσταιναν, τότε, τα τρύπια μου παπούτσια κι απ’ το αντιανεμικό περνούσε όλη η υγρασία και μου έσκιζε το κορμί. Πάγος ήταν το μάρμαρο, πάγος κοφτερός, σαν τα σταγονίδια που σκόρπιζε τριγύρω μας ο αέρας. Πάγος, σαν την ψυχή ενός μικρού και πληγωμένου παιδιού, που πάσχιζε, όσο άντεχε, να φαντάζει δυνατό. Να γελάσω, δεν μπορούσα, μόνο να καλαμπουρίσω. Να χαμογελάω ψεύτικα και να λέω ότι είμαι καλά, αυτό το ήξερα καλά. Να μην θέλω να κοιτάξω στα μάτια, εκείνον το σκεφτικό και σκυφτό, τον σκυθρωπό έφηβο, που μόνο κάπνιζε κι άκουγε ιστορίες ανθρώπων που είκαζε πως πόνεσαν περισσότερο από εκείνον.

Τινάζω τη στάχτη κάτω και νιώθω πως χάνω ένα κομμάτι της ψυχής μου – τις φάτσες δεν τις ξέχασα, μα τα ονόματα και πολλές από τις θύμησες, τις πήρε ο αδηφάγος χρόνος και τις σκόρπισε όπου καταφέρνει να φυσήξει ο λεβάντες. Φάτσες από παιδιά, απορημένα πρόσωπα που στεγάζανε αμέτρητα «γιατί». Κουβέντες στο σοβαρό και στην παλαβή – κάποιες έπρεπε να γίνουν, κάποιες τις κάναμε γιατί πνιγήκαμε. Και την βγάλαμε, λίγο ως πολύ, καθαρή. Μας ξαπόστειλαν, τα χρόνια, στις άκρες του χάρτη – ο ένας στον πάνω μαχαλά κι ο άλλος στον δώθε. Παλιά, συχνά – πυκνά, γελούσαμε κι αστειευόμασταν πως θα γινόμασταν κι εμείς σαν τους τρελόγερους, που μας κυνηγούσανε. Πως θα φεύγαμε για να σπουδάσουμε, πώς θα βγάζαμε τον στρατό, πως θα βρίσκαμε και την τρύπα και την προίκα, πώς θα παντρευόμασταν κάποια απ’ τη γειτονιά και πως το γλέντι θα κρατούσε μια βδομάδα. Πως θα ζούσαμε εκεί, πώς θα μεγαλώναμε τα παιδιά μας, εκεί που μεγαλώσαμε, πως θα γερνούσαμε και θα βρίζαμε τα μηχανάκια και πώς θα κυνηγούσαμε με τις μαγκούρες μας, τα διαβολόπαιδα που θα χτυπάνε τα κουδούνια, πριν το βάλουν στα πόδια και σκάσουν στα γέλια.

Σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω τον ορίζοντα. Με θλίβουν οι καμένοι κι οι σπασμένοι φανοστάτες που κάποτε ήταν τα μέρη που μαζευόμασταν με την παρέα. Τα ακραία συνθήματα που ασχημαίνουν τους τοίχους και σκεπάζουν τις ταγκιές που βαρέσαμε κάποτε, κάνουν την καρδιά μου να βουλιάζει. «Πότε ήμασταν έτσι εμείς; Εμείς δεν ξέραμε από ξένο, από πουτάνα, από πολιτικά κι από μίσος». Η ματιά κολλάει σε μια σχισμένη τέντα που ανεμίζει σαν πληγωμένο λάβαρο. Ο Εύρης μου ‘πε πως τους χάλασε το ασανσέρ και δε το έφτιαξαν ποτέ – την καημένη την κυρά του μπάρμπα-Λιάκου λυπάμαι, που ανεβαίνει στον πέμπτο· ο Λιάκος τα τίναξε με το μπαμ του χρηματιστηρίου. Είκοσι έξι διαμερίσματα, τα μισά χωρίς θέρμανση, κι οι άλλοι βάζουν ρεφενέ πετρέλαιο, μπας και ζεσταθεί λίγο το κοκαλάκι τους. «Τα χάλια μας» μουρμουράω, κοιτάζοντας την άδεια πλατεία, εκείνη που κάποτε έσφυζε από ζωή.

Της ζωής μου το film noir μπορούσε κάλλιστα ν’ αποτυπωθεί στην ξεφτισμένη και χιλιομπαλωμένη εικόνα του παλιού συνοικισμού, κάποιου απόμερου και ξεχασμένου προαστείου, μιας πόλης που είχε ξεχάσει να ζει. Μιας πόλης που οι κάτοικοι παράτησαν το έξω, για το διαδικτυακό πόκερ και το φλέρτ για πληρωμένα μοντέλα που βρισκόντουσαν πίσω από επίπεδες ή κυρτές οθόνες. Μέχρι και τα μπουρδέλα είχαν κλείσει, ένα προς ένα· δήθεν και καλά έφευγαν από την πόλη για ν’ ανέβει το επίπεδό της. Κι οι ΤΕΦΑΑτζήδες, που κάποτε ηταν γυμναστές και personal trainers είχαν καταντήσει μπράβοι και παραλαδωμένες χορεύτριες μέσα σε ατσάλινα κλουβιά, σε νεοσκυλάδικα, μαγαζιά στα οποία συνεχίζουν και πέφτουν σαν χαλάζι οι χαρτοπετσέτες. Και το μυαλό της πιτσιρικαρίας, κολλημένο στο σεξ – πριν κάτι μέρες έπεσα πάνω σε δυο μικρά που παιρνόντουσαν πίσω απ’ το σχολείο – αγοράκια, κοριτσάκια, τι σκατά ήταν, δεν κοίταξα. Κι ο κόσμος μοιάζει πια, ασπρόμαυρος, σαν τον δικό μου, κάποτε, σαν εκείνο το film noir που δεν παραδέχομαι πως έζησα, γιατί η σκέψη του με τσακίζει.

Άλλαξε ο κόσμος ή άλλαξαν οι εποχές; Τίποτα δεν άλλαξε γύρω μου, μόνο εγώ άλλαξα, εγώ και οι προοπτικές μου. Εγώ η κι αθωότητά μου, ή, έστω, η βλαχιά που κουβαλούσα πάνω μου. Μήτε ο κόσμος άλλαξε, μήτε ο τρελός του χωριού, μήτ’ ο πρεζάκιας – αν μη τι άλλο, εκείνος προσπάθησε να το κόψει. Εμείς, τι στα κομμάτια κάναμε με τις ζωές μας;
Το τσιγάρο μου τελειώνει και παραμένω ν’ αναρωτιέμαι γιατί επέλεξα να μορφωθώ, μα να μην εκπαιδευτώ; Γιατί επέλεξα να κυνηγήσω ένα όνειρο και μια ψευδαίσθηση – αυταπάτη, αν θες – αντί να διαβώ έναν δρόμο σίγουρο και με λιγότερες αντιξοότητες; Γιατί ποτέ δεν έμαθα πως οι άνθρωποι είναι ικανοί να σε πουλήσουν – ακόμη κι η μάνα σου η ίδια – όταν μ’ έχουν πουλήσει και μ’ έχουν αγοράσει, μυριάδες φορές; Γιατί δεν κράτησα, σφιχτά πάνω μου και βαθιά μέσα μου, τα όσα χαστούκια με κέρασε η ζωή, μόνο επέλεξα να αγκαλιάσω τον πόνο;

Θα χαράξει κι όπου να ‘ναι θα πρέπει να ξυπνήσω για να πάω στο μερομάματο – σε μια σκατένια δουλειά, μ’ ακόμη πιο σκατένια λεφτά, σε μια κακολαδωμένη μηχανή της οποίας αποτελώ ένα σαραβαλιασμένο γρανάζι. Θα χαράξει και θα πάω ξάγρυπνος για δουλειά. Τον ύπνο μου τον έχασα μέσα στο μπουρδέλο της ζωής μου – στην πλατεία που ερωτεύτηκα, στους λόφους που τσάκισα τα πόδια μου, στο πρώτο μου δυνατό φιλί, σε μια άγρια καλοκαιρινή μπόρα, στο πρώτο τσιγάρο και τους πρώτους εφιάλτες, στην πρώτη φορά που ένωσα το κορμί μου με κάποιο άλλο κορμί. Στις σκηνές που κοπήκανε από της μνήμης μου το φιλμ και στους ήχους και τις μυρωδιές που με γεμίζουν νοσταλγία. Στα όνειρα που σαραβάλιασαν και σκόρπισαν, σαν τα θραύσματα μιας ψυχής που ακόμη δεν λέει να βγει.

Θα χαράξει μια πιο χαρούμενη, πιο φωτεινή, πιο χρωματιστή μέρα. Κι όχι γιατί άλλαξαν ο καιρός κι οι εποχές. Μα γιατί άλλαξα τις δικές μου προοπτικές.