Λυπάμαι πατέρα.
Λυπάμαι που συνεχώς με αγνοείς, που συνεχώς έρχομαι δεύτερη, που θεωρείς πως το άλφα και το ωμέγα είναι απλώς να αγαπάς, αγνοώντας πως αυτό το κάνεις αποστασιοποιημένα, νοερά, θεωρητικά, άπρακτα.

Λυπάμαι που δυσκολεύεσαι να τα βγάλεις πέρα. Μα δεν σε βοηθώ γιατί είσαι απών. Δεν ήσουν πάντα απών. Όταν σε έπαιρναν από το χεράκι για να συναντάς το παιδί σου, ήσουν παρών. Όταν σε έβαζαν να με πάρεις τηλέφωνο και να ρωτάς τι κάνω, ήσουν παρών. Όταν σου έλεγαν να περάσεις χρόνο μαζί μου, ήσουν παρών. Αλλά έπρεπε πάντα κάποιος να σε παρακινήσει. Ποτέ μόνος σου. Δεν φαινόταν στην αρχή, γιατί δεν έβγαινε ο υποκινητής να το πει. Δεν βγήκε ποτέ. Αλλά φάνηκες πατέρα.

Φάνηκες στα χρόνια ποιος ήσουν. Ένας απόντας πατέρας, που πρέπει κανείς να τον βάλει με το «ζόρι» να μπει στη ζωή του. Αλλά δεν μπορεί να τον βάλει η κόρη του η ίδια στη ζωή της. Γιατί; Γιατί λογικά δεν κάθεται να σε πάρει από το χέρι, πατέρα.

Σου μίλησα πατέρα. Σου μίλησα ουκ ολίγες φορές. Με παράπονο, με γκρίνια, με κλάματα, με λύπη, με θυμό. Σου μίλησα ζεστά, σου μίλησα γλυκά, σου μίλησα πιο σκληρά, πιο απότομα. Αλλά τίποτα. Μία προσωρινή βελτίωση, δύο-τριών μηνών και ξανά.

Εξαφανισμένος. Μόνιμα εξαφανισμένος. Στην ερώτηση που είχε σχεδόν ματώσει στα χείλη μου, «γιατί δεν με παίρνεις ένα τηλέφωνο;», η κλασσική γελοία δικαιολογία: «δεν θέλω να σε ενοχλήσω. Μπορεί να κοιμάσαι, να δουλεύεις, να ξεκουράζεσαι». Κι ας έχεις πάρει την απάντηση πως δεν ενοχλείς. Κι ας έχεις πάρει την απάντηση, πως ακόμη κι αν δεν μπορώ να απαντήσω θα στο πω ή απλώς δεν θα σηκώσω το τηλέφωνο. Κι ας έχεις πάρει τις απαντήσεις…
Λυπάμαι πατέρα…

Βλέπω πίσω στο χρόνο, πως ήμασταν και κοιτάζω τώρα αυτήν την κατάντια. Να σε κυνηγώ επί μέρες να βρεθούμε, να αγνοείς τις κλήσεις μου, να λες πως το ξέχασες ή πως ήταν αργά. Δεν είναι ποτέ αργά για σένα πατέρα.
Συναντιόμαστε περίπου τρεις φορές το χρόνο και μένουμε 15 λεπτά μακριά. Δεν θες να φύγω από τη χώρα, γιατί δεν θέλεις το παιδί σου να είναι μακριά. Τα χιλιόμετρα αυτά είναι τίποτα μπροστά στα συναισθηματικά χιλιόμετρα που μας χωρίζουν. Και το ξέρω πως δεν ευθύνομαι εγώ γι’αυτή την απόσταση.

Προσπάθησα πατέρα. Προσπάθησα αρκετές φορές, σου έδωσα πολλές ευκαιρίες, μα εσύ εκεί. Στον κόσμο σου. Κρύβεσαι πίσω από το ηλίθιο γεγονός πως δεν έχεις χρήματα. Σου το είχα πει και τότε, δεν με νοιάζει αν έχεις χρήματα, δεν θέλω επαφή μαζί σου για το χρήμα. Επαφή με σένα σαν άνθρωπο θέλω. Ήθελα βασικά.

Προσπάθησα πατέρα, μα παύω να προσπαθώ πια. Δεν αξίζει. Θα υπάρχω κι εγώ νοητά στη ζωή σου, θα είμαι εκεί σε κάτι σοβαρό αν συμβεί, αλλά θα είμαι εκεί σαν παρουσία, θεατής. Όπως είσαι εσύ στη ζωή μου, όλα αυτά τα χρόνια δηλαδή. Ένας θεατής και μάλιστα όχι από αυτούς που κάθονται στην πρώτη σειρά, αλλά πίσω στις τελευταίες, ένα με το πλήθος των ανθρώπων που πέρασαν απ’τη ζωή μου.

Αλήθεια προσπάθησα για εμάς πατέρα, αλλά δεν μπορώ και δεν θέλω άλλο να προσπαθώ. Κουράστηκα να πληγώνομαι από έναν άνθρωπο, που υποτίθεται πως είμαι η πρώτη και η τελευταία σκέψη του.
Λυπάμαι… Λυπάμαι που φτάσαμε ως εδώ.

Σε λυπάμαι πατέρα…

 

Νίκη Τσακίρη