Λένε πως σε κάθε ιστορία υπάρχουν τρεις πλευρές.

Η πλευρά σου.

Η πλευρά μου.

Και η Αλήθεια.

Υποθετικά, από τη δική σου πλευρά είμαι η κακια της ιστορίας μας, από τη δική μου πλευρά είμαι η καλή της ιστορίας μας και η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.

Υποθετικά αυτά.

Με βάση δεν ξέρω και εγώ ποιανού τα δεδομένα, ή με πια στοιχεία.

Γιατί αντικειμενικά, όπως ήρθαν τα πράγματα, όπως γράφτηκε η ιστορία μας, αυτό δεν ισχύει.

Από τη δική σου πλευρά δεν είμαι η κακια. Έκανα λάθη αλλά με συγχώρεσες γιατί τα παιδιά και τους τσακισμένους ανθρώπους τους συγχωρούνται όλα και εγώ τυγχάνει να ανήκω και στις δύο κατηγορίες. Εκείνους που αγαπάμε, τους συγχωρούμε γιατί ακόμα και αν δεν έχουμε κοινή πορεία μαζί της πια, δεν γίνεται αλλιώς. Η συγχώρεση είναι μέρος της αγάπης αδιαμφισβήτητο και εσύ με αγαπάς από τη πρώτη στιγμή. Το ξέρω.

Από τη δική μου πλευρά, είμαι η κακια. Δεν με συγχωρώ και ελπίζω να μην με συγχωρήσω ποτέ. Η συγχώρεση προς τον εαυτό μου είναι κάτι σα λύτρωση που δεν μου αξίζει. Τουλάχιστον δεν μου άξιζε εχθές, δεν μου αξίζει σήμερα. Το παιδί μέσα μου πάντα κρίνεται ως ενήλικας, τα τσακίσματα μου δεν λειτουργούν ως ελαφρυντικά, γιατροί θα μπορούσαν να βγάλουν χίλιες γνωματεύσεις για τη ψυχή και το κεφάλι μου και πάλι, στο δικαστήριο που κατηγορούμενη, δικαστής και δικηγόρος είμαι εγώ, δεν θα αθωονόμουν.

Έχουν και οι τρίτοι γνώμη. Οι φίλοι, οι περαστικοί, οι γκόμενοι και οι γκόμενες, η οικογένεια, αυτοί που διαβάζουν αυτό το κείμενο. Αλλά οι γνώμες των τρίτων ποτέ δεν είχαν λόγο σε αυτή την ιστορία.

Αυτό μας αφήνει με τη πλευρά της Αλήθειας.

Επειδή εσύ και εγώ δεν είμαστε αντικειμενικοί κριτές, επειδή εμείς όχι απλά δεν στέκουμε έξω από τον κύκλο αλλά είμαστε ο κύκλος, επειδή εμείς μπήκαμε στο χορό και χορέψαμε, και χορεύουμε η Αλήθεια μοιάζει μια πλευρά που δεν θα δούμε ποτέ μας. Εσύ και εγώ, δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

Η Αλήθεια ένα νόμισμα από μόνη της.

Χρυσό.

Αλλού κράτους.

Για χάρη σου όμως θα προσπαθήσω να σου πω ποια κομμάτια Αλήθειας βλέπω.

Το λοιπόν.

Η μαγεία πέθανε όταν σε έδιωξαν οι πράξεις μου. Η εμπιστοσύνη σου κλονίστηκε. Η εμπιστοσύνη μου κλονίστηκε. Πήρα όσα είχαμε, τα άρπαξα από τον λαιμό και τα κοπάνησα στο πάτωμα μέχρι να μείνουν ένας πολτός αδιευκρίνιστης προέλευσης. Πήρες τη μεγαλύτερη υπόσχεση που μου έδωσες ποτέ και την πετάξες από το παράθυρο του έκτου. Και δεν μένουμε καν στον έκτο. Δεν ήταν καν δικό μας το παράθυρο. (Και δεν έχω ιδέα πως να σε συγχωρέσω για αυτό). Θα έχουμε σχέσεις, μπορεί να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά αλλά θα πεθάνουμε μόνοι. Ή, μπορεί να ζήσουμε όλα μας τα χρόνια πλάι πλάι, ένα βανάκι, πέντε ρούχα, σαράντα βιβλία, καλό φαγητό και καλά τσιγάρα. Δεν θα πεθάνουμε μόνοι, αλλά θα ζήσουμε – σχεδόν- δυστυχισμένοι. Μου λείπεις. Κάθε μέρα. Μιλάμε κάθε μέρα. Μου αρέσει να με κρατάς αγκαλιά όσο κοιμάμαι. Σε ξέρω καλύτερα από όσο σε ξέρεις εσύ. Με βοηθάς να μάθω τον εαυτό μου και την αρρώστια μου. Με στηρίζεις ακόμα και στα πιο παλαβά όνειρα. Γίνεσαι ο συνδετικός κρίκος με το τώρα, με τη ζωή, με τη λογική. Αν είναι ποτέ δυνατόν, είμαι το λογικό σου κομμάτι. Είσαι ο κρυφός ενήλικας μέσα μου. Είσαι το πρώτο άτομο που θέλω να πω τα καλά νέα. Και τα κακά. Ο μοναδικός άνθρωπος που θέλω να πάρω τηλέφωνο όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα τρομαγμένη. Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορείς να φτύσεις κάθε αλήθεια σου χωρίς να σε παρεξηγήσω. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη αλλά φαντάζει πολύ φθηνό.

Σ’αγαπάω.

Μ’αγαπάς.

Πολύ.

Και για πάντα.

Να, νομίζω έτσι μοιάζει η αλήθεια. Ίσως το αν ήμουν ή οχι η κακια να μη μετράει πολύ τελικά. Πάντως να μου υποσχεθείς, αν και όταν γίνω η κακια στη δική σου πλευρά της ιστορίας μας, να τους πεις πως ήμουν η αγαπημένη σου, πως υπήρξα η καλύτερη για αυτό το ρόλο.

Θα σε πιστέψουν όλοι. Ακόμη και εγώ.

Ειδικά εγώ.

Βλέπεις ξέρω, πως σε όλες τις ιστορίες ήσουν με το μέρος του κακού.

Γιατί με τη δική μας να αλλάξει κάτι;