Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό-μακρινό κόσμο, σε μια άλλη γη, υπήρχε το βασίλειο της Γενναιολάνδης. Άρχοντας αυτού του βασιλείου ήταν ο βασιλιάς Κθουλ. Ο Κθουλ ήταν πάνσοφος και δίκαιος άρχοντας. Όμως ήταν πια πολύ γέρος και δεν είχε κανένα παιδί να τον διαδεχτεί στον θρόνο.

Ο γέρος βασιλιάς αποφάσισε λοιπόν να βρει τον κατάλληλο άνθρωπο που θα κατάφερνε να συνεχίσει να διαφεντεύει τη Γενναιολάνδη. Έπρεπε να είναι τίμιος και καλός, αγαπητός από τους υπηκόους και γενναίος ώστε να μπορεί το βασίλειο να διατηρήσει την αίγλη του. Έβγαλε λοιπόν μια ανακοίνωση με την οποία καλούσε όποιον ήθελε, να παρουσιαστεί μπροστά του προκειμένου να διεκδικήσει τον θρόνο.

Την επόμενη κιόλας μερα, στέκονταν μπροστά του τρεις από τους πιο γενναίους ιππότες της χώρας. Ο βασιλιάς Κθουλ, ζήτησε από τους ιππότες μέσα σε τρεις μόλις μέρες να του παρουσιάσουν κάτι που κρίναν ότι είναι απαραίτητο ως προσόν για έναν βασιλιά. Όποιος εμφανιζόταν μπροστά του, στην αίθουσα του θρόνου την τρίτη μερα, έχοντας ένα χαρακτηριστικό που ο άρχοντας Κθουλ, θα θεωρούσε ότι πράγματι είναι απαραίτητο για έναν άρχοντα, ευθύς αμέσως θα στέφονταν βασιλιάς στη θέση του.

Οι τρεις ιππότες δεν έχασαν χρόνο και ξεκίνησαν αμέσως για την περιπέτεια τους και την αναζήτηση. Ο τρίτος ιππότης όμως δεν ήταν μόνος του. Εδώ και πολλά χρόνια είχε ακούραστο βοηθό δίπλα του ένα αγόρι. Τον μικρό Γκλαν. Τον είχε βρει ορφανό σε ένα χωριό μετά από μια επιδρομή και τον είχε πάρει υπό την προστασία του. Ο Γκλαν ήταν αδύναμος και λιγνός σαν ποντικάκι. Ο ιππότης τον αισθανόταν σαν γιο του και τον αγαπούσε πολύ. Όταν επομένως, ο Γκλαν ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει στη νέα περιπέτεια, ο ιππότης τον σταμάτησε. Δεν ήξερε καν που θα βρεθεί σε αυτή την αναζήτηση και δεν ήθελε να κινδυνέψει ο μικρός βοηθός του. Ο Γκλαν έκλαψε πολύ. Φώναξε κιόλας. Όμως ο ιππότης ήταν ανένδοτος. Παρακάλεσε τον Γκλαν να τον υπακούσει και να παραμείνει στην αυλή του βασιλείου. Του ζήτησε μάλιστα, προκειμένου να νιώσει ότι κάτι σημαντικό του ανατέθηκε, να παραμείνει πίσω προκειμένου να προσέχει τον γέρο βασιλιά, μιας και οι πιο γενναίοι ιππότες θα λείπαν για μέρες και αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να γίνει πόλος έλξης για οποιονδήποτε θα ήθελε να βλάψει τη Γενναιολάνδη.

Ο μικρός Γκλαν εκείνο το βράδυ, αποκοιμήθηκε με κλάματα. Το επόμενο πρωί ξύπνησε με έντονους πόνους και άρρωστος πολύ. Σύντομα κατάλαβε όμως ότι δεν ήταν ο μόνος που αισθανόταν έτσι. Μέσα στη νύχτα, μια βαριά επιδημία είχε χτυπήσει την Γενναιολάνδη. Όλοι οι κάτοικοι της χωρας, από τον βασιλιά έως τον τελευταίο χωρικο, ήταν άρρωστοι βαριά. Κανείς δεν μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα και η μύτη τους έτρεχε. Τα κόκαλα τους πονούσαν και το κεφάλι τους βούιζε ασταμάτητα. Ο θρόνος του γερο-Κθουλ έμεινε άδειος εκείνη τη μέρα. Τα χωράφια δεν τα έσπειρε κανείς και τα ζώα του βασιλείου έκλαιγαν ατάιστα.

Ο Γκλαν παρότι υπέφερε, θυμήθηκε τα λόγια του ιππότη του. Έπρεπε πάσει θυσία να βρει κουράγιο να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να πάει να φροντίσει τον βασιλιά του. Σηκώθηκε λοιπόν με κόπο και μπήκε στη βασιλική κάμαρα. Ο βασιλιάς έβηχε και ριγούσε από υψηλό πυρετό. Ο Γκλαν πήγε στα δωμάτια που κρατούσαν τα βασιλικά σεντόνια. Έκοψε μεγάλα πανιά και έφτιαξε κομπρέσες. Τις έβαλε στο μέτωπο του βασιλιά. Μιας και είχε σηκωθεί, αποφάσισε να φροντίσει όσο μπορούσε και τους υπόλοιπους υπηκόους του βασιλείου. Πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο και έβαζε κομπρέσες σε όλους τους κατοίκους του παλατιού. Μετά βγήκε έξω και πόρτα-πόρτα έκανε το ίδιο για κάθε κάτοικο της Γενναιολάνδης. Μέχρι να τελειώσει είχε πια νυχτώσει. Μάζεψε όσο κουράγιο του απέμεινε, και πήγε στη κουζίνα του παλατιού. Μάζεψε όσες κότες βρήκε και σε ένα τεράστιο καζάνι, έφτιαξε μια ζεστή και πολύ νόστιμη κοτόσουπα. Σέρβιρε τον βασιλιά Κθουλ στο κρεβάτι του και μετά συνέχισε να δίνει σούπα σε κάθε άρρωστο του βασιλείου. Το βράδυ έπεσε κατάκοπος στο κρεβάτι του, νηστικός ο ίδιος και με πυρετό. Παρόλα αυτά το επόμενο πρωί, ξύπνησε από τις κραυγές των ζωντανών. Πήγε λοιπόν στους στάβλους και έδωσε σανό στα άλογα. Μετά βγήκε στις αγροικίες και πότισε όλα τα ζωντανά. Τάισε τις κότες των χωρικών, έριξε τροφή στα γουρουνάκια και άρμεξε τις αγελάδες. Με το γάλα, επέστρεψε στην κουζίνα του παλατιού και έφτιαξε ζεστή κρέμα την οποία πήγε σε όλα τα δωμάτια και τα σπίτια των ασθενών. Την τρίτη μερα, όλοι στη Γενναιολάνδη αισθάνονταν κάπως καλύτερα. Ο μικρός Γκλαν όμως δεν σταμάτησε το έργο του. Πήγε ένα προς ένα σε κάθε χωράφι και πότισε τα σπαρτά. Ο βασιλιάς τον κάλεσε μπροστά του για να τον ευχαριστήσει που τόσο είχε σταθεί σε όλους τους. Έκανε τόσο καλή δουλειά, που το ίδιο κιόλας βράδυ, όλοι στο βασίλειο ήταν υγιέστατοι και έτοιμοι να ξαναρχίσουν τις εργασίες τους.

Ακριβώς πάνω στην ώρα δηλαδή, μιας και λίγες μόλις ώρες μετά, οι τρεις γενναίοι ιππότες γυρνούσαν στο βασίλειο. Ο βασιλιάς Κθουλ, κάλεσε κάθε κάτοικο της χώρας να παραβρεθεί στην αίθουσα του θρόνου, προκειμένου να δουν τι είχε να παρουσιάσει ο κάθε ιππότης.

Ήταν όλοι εκεί. Μπαίνοντας στην αίθουσα ένας ένας πλησίαζαν τον Γκλαν και του έσφιγγαν το χέρι για να τον ευχαριστήσουν για τις υπηρεσίες του. Ο μικρός, αν και κατάκοπος και λίγο άρρωστος ακόμη, ένιωθε πολύ περήφανος και περίμενε πώς και πώς να μάθει ο ιππότης του πόσο καλά είχε καταφέρει να υπακούσει στις εντολές του.

Αφού συγκεντρώθηκαν όλοι και παρακολούθησαν τον γέρο βασιλιά να κάθεται στον θρόνο του, ήρθε η ώρα να διηγηθεί ο κάθε ιππότης τι περιπέτειες έζησε και ιο κατάφερε. Ο πρώτος ιππότης παρουσίασε μια πανέμορφη πριγκίπισσα που είχε φέρει μαζί του από το ταξίδι του. Την είχε σώσει από μια φυλακή σε έναν πανύψηλο πύργο, όπου την είχε κλειδώσει με μαγιά φοβερά μια κακιά μάγισσα.
“Η πριγκίπισσα άρχοντα μου” είπε, “είναι αυτό που έφερα μαζί μου. Θεωρώ απαραίτητο για έναν βασιλιά να έχει δίπλα του μια καλή και αξία βασίλισσα και φυσικά την προοπτική να κάνει πολλούς απογόνους ώστε το βασίλειο μας να μην μείνει ποτέ ακέφαλο”. Ο βασιλιάς Κθουλ συμφώνησε με ένα νεύμα και έδωσε τον λόγο στον δεύτερο ιππότη.

Αυτός είχε φέρει μαζί του πλούτη. Αμέτρητα μπαούλα με θησαυρούς απλώθηκαν στα πόδια του βασιλιά Κθουλ. Ο ιππότης διηγήθηκε πώς ολομόναχος είχε κατακτήσει ένα διπλανό βασίλειο. “έφερα πλούτη και γη. Γιατί ένας βασιλιάς πρέπει να μπορεί να κάνει τη χώρα του μεγάλη και τους υπηκόους του πλούσιους” είπε. Ο βασιλιάς συμφώνησε και πάλι και ζήτησε να μιλήσει και ο τελευταίος ιππότης.

Ο ιππότης άνοιξε ένα σακούλι τεράστιο που είχε περασμένο στον ωμό του και από μέσα έβγαλε το κεφάλι ενός δράκου. Αυτός ο δράκος φοβέριζε για χρόνια το βασίλειο της Γενναιολάνδης. Ο κόσμος κοιτούσε με δέος και άρχισαν όλοι να χειροκροτούν χαρούμενοι. “ένας βασιλιάς, άρχοντα Κθουλ, πρέπει να είναι γενναίος και να φροντίσει πάντα να αισθάνονται όλοι ασφαλείς στο βασίλειο του” είπε ο ιππότης.
Το πλήθος ήταν βέβαιο πως ο τελευταίος ιππότης είχε κερδίσει το στέμμα με την αξία του και άρχισαν να ζητωκραυγάζουν. Όμως ο βασιλιάς Κθουλ έκανε νόημα να σταματήσουν και άρχισε να μιλάει.

“Όλα όσα μας παρουσιάσατε, πράγματι είναι σημαντικά για έναν βασιλιά. Όμως υπάρχει κάποιος που αξίζει το στέμμα πιο πολύ από όλους σας. Ένας άρχοντας πρέπει να βάζει πάνω από όλα τις ανάγκες των υπηκόων. Να μην νοιάζεται για το δικό του Καλό. Να φροντίζει τα πάντα και να είναι αγαπητός από όλους προκειμένου να βασιλεύει με ειρήνη και σοφία. Οι διάδοχοι και τα πλούτη είναι σημαντικά. Όμως ένας αγαπητός βασιλιάς είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα βρει σύντομα μια αξία γυναίκα να μοιραστεί το θρόνο του. Και τα πλούτη μπορούν να έρθουν όταν όλα στο βασίλειο λειτουργούν ομαλά. Τα νέα εδάφη δεν είναι μόνο προϊόντα πολέμου και κατακτήσεων αλλά και σωστών και δικαίων συμφωνιών με τους γείτονες μας. Τέλος η ασφάλεια είναι βέβαια απαραίτητη. Όμως δράκοι δεν υπάρχουν πολλοί. Η βασική ασφάλεια που πρέπει ένας άρχοντας να προσφέρει στους υπηκόους του, είναι η καθημερινή. Είναι η σιγουριά πως ότι και αν συμβεί, οι ίδιοι, τα σπίτια, τα ζώα και οι περιουσίες τους δεν θα χαθούν”

Με τα λόγια αυτά ο βασιλιάς σηκώθηκε από τον θρόνο και πλησίασε τον μικρό Γκλαν που στεκόταν σε μια γωνία “μικρέ μου δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω. Υπάκουσες στις εντολές του ιππότη με αυταπάρνηση και κατάφερες με τον καλύτερο τρόπο να βοηθήσεις κάθε άνθρωπο του βασιλείου. Χωρίς εσένα τίποτα από όσα έφεραν οι ιππότες δεν θα είχε σημασία. Αυτό είναι δικό σου”. Και του φόρεσε το λαμπερό στέμμα στο μικρό του κεφαλάκι.

Ο Γκλαν βασίλεψε για πολλά πολλά χρόνια τη Γενναιολάνδη. Ήταν αγαπητός από όλους και ο πιο καλός βασιλιάς που είχαν ποτέ. Παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα, μεγάλωσε το βασίλειο και η Γενναιολάνδη έγινε το πιο υπέροχο μέρος να ζει κανείς, επί των ημερών του.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.