Η Έλλη ήταν 14 χρονών παιδάκι όταν ερωτεύτηκε τον Διονύση. Εκείνος 39.

Ο Διονύσης Αλεξόπουλος δεν ήταν παιδεραστής, ούτε η Έλλη ήταν Λολίτα. Δεν έπαιρνε ο άντρας είδηση ότι υπήρχε η έφηβη, παρά μόνο για να της χαμογελάσει φιλικά τις βραδιές που μαζεύονταν για χαρτί στο σπίτι των γονιών της. Τρία ζευγάρια ήταν η παρέα τους, ο Νίκος και η Νένα, οι γονείς της, ο Διονύσης με την Ανίτα, τη γυναίκα του και ο μπαλαντέρ, η Έλλη, που η αυστηρότητα των δικών της δεν άφηνε περιθώρια να μην είναι εκεί, συν-οικοδέσποινα μαζί με τους γονείς. Οι σαραντάρηδες γύρω από την τσόχα και η Έλλη με το αιώνιο βιβλίο στα χέρια, να ρίχνει κλεφτές ματιές στον Διονύση και να γίνεται παντζάρι όταν την έπιανε να τον κοιτάει. Τον χάζευε με αυτόν τον θαυμασμό που καλλιεργούν για τα είδωλά τους τα μικρά κορίτσια.

Καθώς μεγάλωνε έχασε σιγά σιγά τα ίχνη του παρ’ όλο που η παρέα των μεγάλων ήταν σταθερή στο εβδομαδιαίο τους παιχνίδι. Όλο και σε κάποιο πάρτι έπαιρνε την πολυπόθητη άδεια να πάει, όλο και για κάποιον συνομήλικο πετάριζε η καρδιά της, άρχισε να ξεθωριάζει η φυσιογνωμία του. Παρ’ όλα αυτά, αν αναφερόταν το όνομά του στο σπίτι της, έστηνε αυτί κοκκινίζοντας για το μυστικό της που δεν είχε που να το μοιραστεί.

Η ανανέωση της επαφής της με τον Διονύση προέκυψε όταν εκείνος ανέλαβε τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανέγερση του καινούργιου σπιτιού της οικογένειάς της. Είκοσι χρονών είχε γίνει η Έλλη και ο Διονύσης ένας σαρανταπεντάρης πιο γοητευτικός απ’ ότι τον θυμόνταν τα παιδικά ντροπαλά της μάτια. Τον βρήκε στο πατρικό της μια μέρα που γύριζε από το πανεπιστήμιο και, γαμώτο, έγινε πάλι παντζάρι. Αυτή τη φορά το βλέμμα του όμως έχασε την αδιάφορή του χροιά όταν την αντίκρισε, αντιθέτως την πέρασε από το κεφάλι μέχρι τα νύχια με μισόκλειστα βλέφαρα και ένα υπομειδίαμα σ’ εκείνο το στόμα που είχε επικεντρωθεί ολόκληρη η προσοχή της, λες και ήταν κωφάλαλη και έπρεπε να διαβάσει τα χείλη του για να καταλάβει. Έτεινε την ιδρωμένη παλάμη της και σιχτίρισε τους αδένες που ενεργοποιήθηκαν μόνο στην θέα του μέσα στο σαλόνι τους, ενώ εκείνος κράτησε το χέρι της περισσότερο και πιο σφιχτά απ’ όσο δικαιολογούσε η «πατρική» συμπάθεια που ξαναείδε την κόρη των φίλων του. Όταν της άφησε το χέρι και τα δάχτυλα του σύρθηκαν στα δικά της, η Έλλη έγινε ολόκληρη μια φωτιά από αμηχανία και έκπληξη. Επιτέλους την «είδε» ότι υπάρχει; Η μητέρα της προχώρησε προς την τραπεζαρία, κάθισαν οι δύο γυναίκες, ο Διονύσης άπλωσε τα αρχιτεκτονικά σχέδια μπροστά τους και στάθηκε πίσω τους. Κάθε φορά που έσκυβε μπροστά εξηγώντας λεπτομέρειες, το χέρι του ακουμπούσε αθώα, τυχαία, είτε στον ώμο της Έλλης είτε στον αυχένα της με τα δάχτυλα να ακουμπούν στο πλάι του λαιμού της, εκεί που τώρα βρόνταγε μια φουσκωμένη φλέβα, τόσο που φοβόταν ότι αντηχούσε στο σπίτι.

Τις επόμενες βδομάδες, στο γιαπί, η Έλλη άδραξε την ευκαιρία να δίνει καθημερινά το παρών, με πρόσχημα την Αρχιτεκτονική και το ενδιαφέρον της στο έργο. Το μπράτσο του απλωνόταν προς το μέρος της να την βοηθήσει να μην σκοντάψει στα συσσωρευμένα μπάζα, τυλιγόταν γύρω από τη μέση της. Εκείνη τον κοιτούσε στα μάτια σαν θεό και απαγορευμένο καρπό μαζί, δύο σε ένα. Όταν μια μέρα είχε ένα μικροατύχημα στο χέρι του, έτρεξε με το οινόπνευμα και γονατίζοντας πήρε τα μακριά του δάχτυλα, όλες της οι αισθήσεις στο κόκκινο και πλάτη γυρισμένη προς τους εργάτες για να κρύβει τα φουντωμένα μούτρα της. Ταξίδευε, καρυδότσουφλο σε ωκεανό, μόνο και μόνο που βρέθηκε να κρατάει το χέρι του στο δικό της με κάποια δικαιολογία. Σήκωσε τα μάτια της όταν εκείνος εισέπνευσε απότομα και βαθιά και έμεινε να κοιτάει με ταραχή την ένταση του βλέμματός του καθώς της μουρμούρισε «Με έκαψες, Έλλη. Ποικιλοτρόπως». Τα συναισθήματα που της δημιούργησε όταν συνέχισε να μιλάει, χτυπιόνταν το ένα στο άλλο σε πανικό: «Ένα δίωρο απαιτώ αύριο για έναν καφέ που οφείλεις μετά από τόση πρακτική εξάσκηση που σου έχω προσφέρει στο γιαπί». Σάστισε, άνοιξε το στόμα της και αμέσως μετά έφυγε το αίμα από το πρόσωπό της. Δεν την είχε την περσόνα της μικρής που θα έμπλεκε με τον παντρεμένο φίλο του πατέρα της, δεν της ήρθε τίποτα σοφιστικέ, έξυπνο να πει. Από τη μια η καρδιά της φτερούγιζε που της έδειχνε τέτοιο ενδιαφέρον, που την φλέρταρε όπως δεν την είχε φλερτάρει ποτέ εικοσάχρονος, από την άλλη περνούσαν σκέψεις που την ακινητοποιούσαν παγωμένη στη θέση της. Οι γονείς της, η Ανίτα και η γλυκύτητα που είχε πάντα για την Έλλη, ο γνωστός που μπορεί να τους έβλεπε, ο πατέρας της και η οργή του, η Ανίτα και η προδοσία. «Αποκλείεται, δεν μπορώ να το κάνω αυτό» ψιθύρισε, μάζεψε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και έφυγε σκουντουφλώντας στις γυψοσανίδες που ήταν στοιβαγμένες στη μέση. Από την άλλη μέρα δεν ξαναπάτησε στο γιαπί.

Τελείωσε την αρχιτεκτονική η Έλλη αλλά δεν πρόλαβε να εξασκήσει το επάγγελμα. Στα εικοσιδύο της παντρεύτηκε, έκανε τα δίδυμα, αφοσιώθηκε, πελάγωσε στον έρωτα που έγινε ρουτίνα, στα όνειρα που δεν εξελίχθηκαν έτσι όπως τα πρόβαλλαν οι προσδοκίες της στις οθόνες των κλειστών βλεφάρων της, στο νοικοκυριό. Τους Αλεξοπουλαίους, τον γιο τους, τους άλλους φίλους των γονιών της τους έβλεπε περιστασιακά σε γάμους, βαφτίσια και κοινωνικές υποχρεώσεις. Εκείνος ευγενής, με το γνωστό βλέμμα, προσεκτικός, με ένα σφίξιμο στο χέρι λίγο παρατεταμένο. Πάντα. Κι εχθές. Η πιο πρόσφατη συνάντηση ήταν χθες, στα τριακοστά της γενέθλια. Εχθές, στην πιο πρόσφατη κρούση του, άκουσε τον εαυτό της να δέχεται να τον συναντήσει.

………………………

Η Έλλη πάνω στο κορμί του μετουσιώθηκε σε γυναίκα. Στα χέρια του πρωτοσφάδασε. Στην αγκαλιά του κρυβόταν για να κοιμηθεί όταν έλειπε η γυναίκα του ολόκληρα τα δυο καλοκαίρια που είχαν περάσει. Στο αυτί της ψιθύριζε «Να το θυμάσαι, αν μ’ αφήσεις θα πεθάνω. Όποιο αρχίδι σου πει ποτέ ότι σ’ αγαπάει, να θυμάσαι ότι υπάρχει κάποιος που αν σε χάσει θα πεθάνει».

Την κοιτούσε στα μάτια όταν της άνοιγε τα γόνατα με τα χέρια του τα λατρεμένα, της έλεγε «έλα να σου κάνω ερωτική εξομολόγηση κοριτσάκι μου» και χαμήλωνε το πρόσωπό του ανάμεσα στα ιδρωμένα μπούτια της. Της έγραφε ποιήματα «Μυστική συνοδεία όπου πας, το χέρι μου που κρυφά κρατάς» και την χαστούκιζε την στιγμή που σφήνωνε το κορμί του όσο πιο βαθιά μπορούσε μέσα στο δικό της. Της έδειχνε την πανσέληνο και της έλεγε «είμαι εκείνο το αστεράκι που ακολουθεί πάντα το φεγγάρι κατά πόδας και είσαι το φεγγάρι μου». Άνοιγε τα μάτια της τα πρωινά, τον έβλεπε να την κοιτάει, τις φορές που είχε την πολυτέλεια να κοιμηθεί πλάι του. Όταν τον ρωτούσε «γιατί δεν με ξύπνησες» της απαντούσε «λες και δεν ξέρεις τι όμορφο όνειρο είναι να μπορώ να σε περιμένω να ξυπνήσεις». Την ζήλευε και έσφιγγε το ποτήρι του ουίσκι να σπάσει, της τραβούσε το κεφάλι πίσω, μαλλιά γραπωμένα στην χούφτα του ώσπου να αποκαλυφθεί ο λαιμός της που τον έλουζε με τα δάκρυά του.

Της έφτιαξε ένα χρυσό κόσμημα, μικρό εκκρεμές στηριγμένο σε περίτεχνη αλυσίδα, με ένα λατινικό ΧΧΙV, για όλα τα 24ωρα που ήταν η σκέψη του σ’ εκείνη. Είχε κρύψει μικρά «24» παντού στο σπίτι της, εκείνη τα ανακάλυπτε σε απίθανους χρόνους, σε απίθανα σημεία. Αντάλλασσαν γράμματα, να καλυφθούν οι ώρες που δεν ήσαν μαζί. Εκείνος τα έκρυβε κάτω από μια πέτρα σε κάποια οικοδομή. Πρωτομαγιά πήγε έξω από το σπίτι της στις πέντε το πρωί ν’ αφήσει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χερούλι του αυτοκινήτου της. Εξυμνούσε τον έρωτα στο όνομά της. Όταν δεν τον είχε, μόνη τα βράδια, χάιδευε τα σημάδια που είχαν μείνει στο κορμί της, η μοναξιά παγωμένος άνεμος. Πνιγόταν στις ενοχές με τη σκέψη στην Ανίτα. Την Ανίτα της εφηβείας της. Την Ανίτα, που την αγαπούσαν και οι δυο.
Τον λάτρευε. Λατρεύονταν.

…………………………..

Ένα πρωί, δύο χρόνια μετά από εκείνα τα τριακοστά γενέθλια, χτύπησε το τηλέφωνο κι εκείνη έτρεξε με χαμόγελο να το σηκώσει, να ακούσει τη φωνή του πριν πάει στη δουλειά της. «Πόρνη! Σε είχα για φίλη μου» ούρλιαξε η Ανίτα. «Πάρε το τηλέφωνο» άκουσε τη φωνή της να απομακρύνεται από το ακουστικό, «πάρε το τηλέφωνο να σ’ ακούσω να της λες ότι είναι πόρνη» και η δική του φωνή λίγο πιο κει, πνιγμένη, χαμηλόφωνη.

………………………….

Στις εφτά το πρωί, την ημέρα των τριακοστών-τρίτων γενεθλίων της, η Έλλη έβγαλε ένα μπουκάλι ουίσκι από την τσάντα της, ξεβίδωσε το πώμα και άφησε δυο γουλιές να χυθούν πάνω στην μαρμάρινη πλάκα με το όνομα του Διονύση Αλεξόπουλου. Ο ψίθυρός του σύρθηκε στο γρασίδι, στον μπρούτζινο σταυρό, σκαρφάλωσε χαϊδεύοντας τις γάμπες της. Σύρθηκε μέχρι τ’ αυτιά της: «Να το θυμάσαι, αν σε χάσω θα πεθάνω».