Άκουσε Γατί μου… Δεν ήμουν πάντα γάτα. Από γατάκι ξεκίνησα κι εγώ. Όμορφο ήμουν, όπως είσαι κι εσύ, αλλά δεν το ‘ξερα, όπως δεν το ξέρεις κι εσυ ακόμα για τον εαυτό σου.

Γεννήθηκα κατακόκκινη. Όχι του κώλου της μαιμούς κόκκινη, από το άλλο, της Gilda. Βρέθηκα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια και το ένιωθα από τότε που έπινα γάλα ακόμα και γι’αυτό έκανα ότι μπορούσα να μην ταράζω τα νερά. . Ήμουν εξαιρετικά υπάκουη, νυχοπατούσα, το νιάου μου δεν το άκουγες. Είχα μια γάτα μάνα, αλλά ΓΑΤΑ όμως ε; Με κάτι πράσινες ματάρες, να. Ωραία γάτα η μάνα μου, ζουμερή, την κοιτούσαν, την θαύμαζαν. Μου είχε και μια παθολογική αδυναμία που μεταφραζόταν σε καταπίεση και εξάσκηση εξουσίας πάνω μου, χωρίς να μου επιτρέπεται γνώμη σε τίποτα στη ζωή μου, αλλά εγώ δεν επαναστατούσα. Νόμιζα πως έτσι είναι για όλα τα γατιά.

Είχαμε ένα αφεντικό, τρόμο και φόβο… Τι να πω γι’αυτό το αφεντικό. Δεν μας ένοιαζε καθόλου που έλειπε συχνά. Ταξίδια το αφεντικό; Πάρτυ η μάνα μου κι εγώ. Γύριζε το αφεντικό; Λούφαζα. Γινόμουν ακόμα πιό μικρή, μαζευόμουν σε μια γωνιά να μη με παίρνει είδηση και πολύ. Γιατί όταν με έπαιρνε είδηση, τι να σου πω, καλή κουβέντα δεν είχε. Χαζή με ανέβαζε, χαζή με κατέβαζε. Δεν θα έπιανα ποτέ ποντίκια, έλεγε. Δεν θα ήμουν για τίποτα άξια, τεμπέλα ήμουν. Α, και με κλώτσαγε κιόλας. Άγριους κλώτσους. Νομίζω πως δεν με ήθελε και τόσο επειδή αγαπούσε τη μάνα μου πολύ. Ήταν η πρώτη και μοναδική του γάτα. Δεν ήθελε η μάνα μου να ασχολείται με άλλον εκτός απο το αφεντικό της, ούτε και με το γατί τους. Μπαμπά, τον έλεγα, στους έξω. Τύραννο τον έλεγα μέσα μου και έτρεμα την καυστική κουβέντα του. Οι απειλές του και οι ειρωνίες του με είχαν μάθει ότι τίποτα σωστο δεν θα έκανα ποτέ, με είχαν κάνει δειλό γατάκι, σίγουρο πως πάντα οι άλλοι άξιζαν πολύ περισσότερο από μένα. Κάπως όπως έσυ, Γατί μου, που κάθεσαι εδώ απέναντί μου και με κοιτάς με τα μεγάλα σου μάτια όλο θαυμασμό.

Τέλος πάντων, κακήν κακώς, μεγάλωσα κι εγώ. Δεν πήρα τα πράσινα μάτια, αλλά έγινα μια γατούλα που όλοι την κοίταζαν όταν δειλά δειλά άρχισα να σκαρφαλώνω στα κεραμίδια. Εγώ η καημένη, μετά από τους τόσους φούσκους με τους οποίους είχα μεγαλώσει, νόμιζα ότι με κοιτούσαν για να με περιγελάσουν. Τόσο ήξερα. Η μάνα μου έλεγε ότι θα έπρεπε να βρω ένα αφεντικό να με έχει πριγκήπισσα και να με πηγαίνει στα καλύτερα λιμάνια να μου βρίσκει ψαράκια, γιατί στο σπίτι που μεγάλωσα είχα πάντα κάτι ψάρακλες τεράστιους. Είσαι πριγκήπισσα, έλεγε, και πρέπει να σε βάλουν σε διαμαντένιους πύργους μέσα, γιατί σε χρυσό κάστρο μεγάλωσες. Έλα όμως που εγώ, μετά από τόσο κλωτσίδι δεν έβλεπα τι το ιδιαίτερο είχα. Αφού το πριν αφεντικό μου δεν με ήθελε, δεν του έκανα, δεν με χάιδεψε ποτέ, γιατί να με θέλει άλλο καλύτερο αφεντικό; Δεν με ήθελε το αφεντικό που μ’ έφτιαξε, άρα χάρη θα μου έκανε κάποιο άλλο αφεντικό να με περιμαζέψει, σιγά μη μου είχε και πολύτιμη αγάπη να μου δώσει. Εγώ θα έπρεπε να δίνω, να είμαι καλή γάτα, να είμαι ευγνώμων που με είδε και με διάλεξε μέσα σε τόσες γάτες.

Ξέρεις κάτι όμως Γατί μου; Αυτό το μαγικό πράγμα που ορίζει την ύπαρξή μας, και που το λένε Χρόνο, από τη μια μας παίρνει τόσα πολύτιμα δώρα, σαν ο παλιοκλέφτης που είναι αλλά, από την άλλη, μας δίνει και θησαυρούς αλλιώτικους. Θα το θυμηθείς αυτό μια μέρα. Θα χαμογελάσεις και θα καταλάβεις τότε μόνο όλα όσα σου λέω εδώ, τώρα που καθόμαστε παρέα.

Πέρασαν τα χρόνια, πέρασαν και αφεντικά από την εφτάψυχη ζωή μου. Σε άλλα έμενα για κάμποσο, από άλλα έφευγα αμέσως. Χώθηκα και σε αμπάρια πλοίων, με έβγαλαν σε άλλα λιμάνια, είδα γάτους και γάτους από κάθε λογής λιμάνι, έγινα μια γάτα του κόσμου που την θαύμαζαν και την ζήλευαν και ήθελαν να της μοιάσουν. Το έπαιρνα είδηση όμως νομίζεις; Μπα. Όταν έχεις ξεκινήσει τη ζωή σου με κλωτσίδι, τις κλωτσιές κρατάς στην ψυχή σου και πάντα γάτα για κλωτσιές βλέπεις στον καθρέφτη.

Όμως, το ξέρεις ήδη αυτο, οι γάτες ζούμε πολλές ζωές. Κάθε φορά που άλλαζα ζωή, άλλαζα και γούνα. Μου έφυγε εκείνη η νεανική άχαρη, λίγο ανεσούμπαλη γούνα που πήγαινε άλλη τρίχα στον βορρά κι άλλη στην ανατολή. Στιλβώθηκα! Φούντωσε η ουρά μου, βγάλαν αστραπές τα μάτια μου, περπατούσα και κάναν πέρα οι άλλες γάτες. Το πρώτο αφεντικό δεν το ξέχασα αλλά το συγχώρησα γιατί έμαθα ότι δεν ήμουν εγώ χαζή, εκείνος δεν άξιζε να έχει γάτες. Όταν το συγχώρησα, τότε έλαμψα και στα δικά μου μάτια.

Ήρθαν κι έφυγαν τα αφεντικά, ήρθαν κι έφυγαν οι ζωές, έμαθα από κακοτοπιές στα λιμάνια, έμαθα από χασμουρητά στα σαλόνια, σε τι καναπέδες απλώθηκα και σε τι γατοκαυγάδες έμαθα ότι όλες οι γάτες δεν έχουν την ίδια ψυχή, δεν λέγεται. Σ’αυτές τις άλλες γάτες, θα μάθεις κι εσύ σιγά σιγά, να μη δίνεσαι. Θα μάθεις να μην βλέπεις μόνο μ’αυτά τα μεγάλα σου και αθώα μάτια που μόνο γουργουρητά και χάδια και παιχνίδια περιμένουν από τους άλλους. Υπάρχουν γάτες μικρόψυχες, ζηλιάρες, με κακία που εσύ, τυχερό Γατί, δεν την έχεις ζήσει.

Αν γίνεις σαν εμένα, θα καταλάβεις μια μέρα πως η αθωότητά σου θα γίνει η ασπίδα σου που θα σε προστατεύει από το να ασχημύνει κι η δική σου ψυχή, αλλά θα γίνει και η παγίδα που θα σε πιάνει ξανά και ξανά όταν θα ξεχνιέσαι και θα σε πληγώνει με τα κοφτερά ατσάλινα δόντια της.

Εγώ που με βλέπεις και με θεωρείς έξυπνη και σκληρή και έμπειρη, έχω να σου πω ότι το μεγαλύτερό μου δώρο από τον Χρόνο είναι ότι κράτησα την αθωότητά μου και έμαθα να την δίνω εκεί που αξίζει. Πληγώθηκα βέβαια πολλές φορές από την ατσάλινη παγίδα για να το εμπεδώσω. Σιγά σιγά όμως ψήλωνα. Ανέβαινα πιο πάνω από τις κακίες του γατόκοσμου. Τα νύχια τους πια δεν μου πλήγωναν τα μάτια. Μου πληγώνουν ακόμα καμμιά φορά τις πατούσες βέβαια, αλλά οι πατούσες είναι μαθημένες και έχουν σκληρύνει. Γιατρεύονται πολύ πιο εύκολα από τα μάτια. Κάθε ζωή που έζησα και κάθε αφεντικό που με κράτησε στα χέρια του με ψήλωνε λίγο ακόμη, με ομόρφαινε λίγο περισσότερο, με μάθαινε κι άλλα γατόκολπα. Απέκτησα ικανότητες γατίσιες πολλές, ξεχώρισα, πάει πια η δειλή γατούλα που δεν άξιζε. Διεκδικούσα αυτό που μου έπρεπε. Έμαθα να μην φοβάμαι τις κλωτσιές γιατί πάντα ήμουν γρηγορότερη, έμαθα να μην κρύβω τα νύχια μου, έμαθα ότι όταν δεν λουφάζεις αλλά περπατάς ψηλά και αγέρωχα τότε γάτες και αφεντικά σε ζητάνε να σε έχουν και εσύ πια διαλέγεις.

Τώρα Γατί μου, εσύ είσαι στην πρώτη ζωή σου κι εγώ κάπου στην πέμπτη η στην έκτη, έχω χάσει και τον λογαριασμό βλέπεις, γιατί έπαψε να έχει σημασία. Όταν ζεις με τις αισθήσεις σου ζωντανές και χοροπηδάς στο ύψος εκείνο που σου πρέπει και που έχεις κερδίσει, όταν μπορείς να δίνεις και ξέρεις ότι αξίζεις και να πάρεις, τότε να σου πω ένα μυστικό; Δεν έχει σημασία πόσες ζωές σου μένουν.

Τώρα κάνω ότι γουστάρει η πάρτη μου, καλόμαθα στις περιπλανήσεις χωρίς αφεντικά, ξέμαθα και από λουράκι και κουδουνάκι που κάνει ντιν-ντιν. Το κέρδισα Γατί μου.

Μια γατοαμαρτία κρατάω όμως: Έχω το νου μου για αμπάρι που ίσως με πάει πάλι σε άγνωστα λιμάνια. Ολόκληρες ζωές έχω ακόμη μπροστά μου. Πάντα θα υπάρχουν λιμάνια που καλούν.