Η σχολική χρονιά ξεκινά και οι περισσότεροι γονείς είτε από την εργασία μας είτε βρισκόμενοι έξω από τα κάγκελα του σχολείου αναρωτιόμαστε ποιος να είναι ο καινούριος δάσκαλος. Αυτό, το ερώτημα δε βασανίζει μόνο τους γονείς των παιδιών που ξεκινάνε το σχολείο, αλλά επανέρχεται σχεδόν σε κάθε έναρξη της σχολικής χρονιάς. Η εκπαίδευση του παιδιού μας από διαφορετικούς εκπαιδευτικούς είναι γεγονός και όσο αυξάνεται η ηλικία του παιδιού, τόσο τα πρόσωπα που εμπλέκονται με την εκπαίδευσή του θα μεγαλώνουν σε αριθμό.

Εμείς από την άλλη αισθανόμαστε «έξω» από την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά στην πραγματικότητα είμαστε μέρος της! Η εκπαίδευση του παιδιού δεν ξεκινά στις 8:15 το πρωί και δεν τελειώνει με το χτύπημα του κουδουνιού το μεσημέρι. Η εκπαίδευση του παιδιού είναι κάτι συνεχές, διαρκεί όλο το 24ωρο και δεν αφορά μόνο τα μαθήματα. Για να καταλάβουμε όμως το ρόλο μας -για να αποφύγουμε να είμαστε πολύ χαλαροί ή πολύ παρεμβατικοί- και τη συμβολή μας ως γονείς στην εκπαίδευση του παιδιού μας, το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να επικοινωνήσουμε και να γνωρίσουμε
ουσιαστικά τα πρόσωπα που έχουν αναλάβει την εκπαίδευση του παιδιού μας, τους δασκάλους ή ακόμα και τους καθηγητές αν μιλάμε για μεγαλύτερες ηλικίες.

Φυσικά εδώ έρχεται το ερώτημα «πώς να γνωρίσω το δάσκαλο; Τι να του πω;» Οι περισσότεροι έχουμε στο νου μας πως μια συζήτηση με το δάσκαλο αφορά μόνο το μαθησιακό κομμάτι του παιδιού μας. Αυτό όμως στην πραγματικότητα το γνωρίζουμε ως ένα βαθμό και μάλιστα αρκετά ικανοποιητικό, αφού βλέπουμε πώς διαβάζει το παιδί στο σπίτι ή μας το λέει ο άνθρωπος που βρίσκεται κοντά του κατά το διάβασμα αν δεν μπορούμε εμείς λόγω υποχρεώσεων. Το ζητούμενο είναι η ουσιαστική γνωριμία με το δάσκαλο, αμφίδρομη και πολύπλευρη. Είναι προτιμότερο να επιλέξουμε μια καθημερινή μέρα που να δέχεται ο δάσκαλος τους γονείς και όχι τη στιγμή της επίδοσης της βαθμολογίας, ούτε στο τελείωμα της σχολικής ημέρας. Ο πολύς κόσμος και η κούραση, δε θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη της γνωριμίας. Σε ήρεμη στιγμή λοιπόν, τον προσεγγίζουμε και συζητάμε μαζί του για το παιδί, τη συμπεριφορά του, τις παρατηρήσεις του για την τάξη είτε μαθησιακά είτε –κυρίως– συμπεριφορικά. Προσπαθούμε να μπούμε στη θέση του και να δούμε από τα μάτια του. Αφήνουμε για λίγο κατά μέρος την αίσθηση πως πρέπει να δικαιολογήσουμε το παιδί μας. Άλλωστε το έχει μέσα στην τάξη, το μαθαίνει. Το ζητούμενο είναι πώς εμείς θα τον βοηθήσουμε να γνωρίσει την πραγματική εικόνα του παιδιού μας. Τον ρωτάμε λοιπόν πώς βλέπει το παιδί, αν είναι ζωηρό, αν η παρουσία του στην τάξη είναι αφανής, ζωηρή, ουδέτερη, δραστήρια; Πώς αντιμετωπίζει τις όποιες «παραξενιές» του παιδιού μας; Ξέρουμε το χαρακτήρα του, μπορούμε να φανταστούμε σε ποια σημεία ίσως τον δυσκολεύει, τα αποκαλύπτουμε -όσο αυτό είναι εφικτό- σε εκείνον, ρωτάμε πώς το αντιμετωπίζει, λέμε κι εμείς το δικό μας τρόπο, ανταλλάσσουμε εικόνες για το παιδί, απόψεις διαπαιδαγώγησης, ρωτάμε, δίνουμε, συνεργαζόμαστε. Δίνοντας αρκετά ερεθίσματα στο δάσκαλο για να πιαστεί και να αναπτύξει τη γνώμη του, τις θέσεις του, τις απόψεις του, τις προσπάθειές του… Ωχ! Τι είπα τώρα; Νομίζω πως αν κάποιος γονιός μάθει όσα ανέφερα στην τελευταία πρόταση, τότε πραγματικά θα ξέρει το δάσκαλο αρκετά καλά για να μπορεί ο ίδιος να αντιληφθεί τις ικανότητές του, την καταλληλότητά του και την αποτελεσματικότητά του. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και από τη μεριά του δασκάλου. Κι εκείνος βγάζει τα δικά του συμπεράσματα για εμάς και μπορεί να προβάλει τις επιρροές στο παιδί. Αυτό είναι και το ζητούμενο. Αν και οι τρεις κύριοι συμμετέχοντες δάσκαλος- παιδί-γονιός επικοινωνούν αποτελεσματικά, τότε η εκπαιδευτική διαδικασία θα αποδώσει τα μέγιστα.

Φυσικά θα συζητήσουμε μαζί του και το μαθησιακό κομμάτι, γιατί αυτό είναι επίσης σημαντικό. Πώς βλέπει το παιδί μας να ανταποκρίνεται; Πού νομίζει πως δυσκολεύεται; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς για να ενισχύσουμε το έργο του; Είναι κάποια από τα ερωτήματα που μπορούμε να θέσουμε και φυσικά οτιδήποτε άλλο μας ανησυχεί και που σχετίζεται με το είδος των εργασιών, την ποσότητά τους και τον τρόπο μελέτης στο σπίτι.

Τα οφέλη; Εμείς θα χαλαρώσουμε γιατί θα αναγνωρίσουμε μόνοι μας τη δουλειά και τις ικανότητές του. Οι περισσότεροι δάσκαλοι μπορούν να είναι αποτελεσματικοί. Ξεφεύγουμε από την απαίτηση της εξιδανικευμένης εικόνας ενός δασκάλου και λειτουργούμε στη ρεαλιστική εικόνα, η οποία μπορεί να έχει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα πάνω στο παιδί μας. Μειώνεται η αίσθησή μας πως είμαστε «έξω» από τη σχολική ζωή, ενώ παράλληλα ελαττώνονται και τα πιθανά αισθήματα θυμού και οργής που προέρχονται κυρίως από την αίσθηση έλλειψης –δικού μας– ελέγχου σε στρεσογόνες περιστάσεις που αντιμετωπίζει το παιδί μας. Παράλληλα μπορούμε να επικοινωνούμε άνετα τα όποια σημεία μπορεί να έχουν διαφύγει της προσοχής του και τα οποία να παίζουν καθοριστικό ρόλο για το πώς νιώθει το παιδί μας μέσα στο σχολείο. Ναι, και για το μπούλινγκ μιλάω, αυτό που συνήθως γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και χώρο. Ο δάσκαλος γνωρίζοντας εμάς, αντιλαμβάνεται καλύτερα τη συμπεριφορά του παιδιού που έχει απέναντί του. Μπορεί να το χειριστεί καταλληλότερα και μάλιστα χωρίς καν να του γίνει κάποια υπόδειξη. Δε χρειάζεται να του πούμε τι να κάνει, γιατί έχει τα δεδομένα αλλά και την εκπαίδευση για να το βρει. Αν κάτι χρειαστεί, θα νιώθει άνετα να επικοινωνήσει μαζί μας, χωρίς να ανησυχεί για το «τι θα συναντήσει». Το παιδί. Ω, ναι! Ο κύριος αποδέκτης αυτής της συνεργασίας. Με κοινή γραμμή και απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ ενηλίκων, απολαμβάνει αναρίθμητα οφέλη και λειτουργεί με το μέγιστο των δυνατοτήτων του. Το αίσθημα σύμπνοιας εκπαιδευτικού – γονιού παρέχει στο παιδί ασφάλεια και εμπιστοσύνη και μια υγιή βάση για να αναπτύξει τις δεξιότητές του. Παράλληλα λειτουργεί ως ένα ισχυρό ανάχωμα αν χρειαστεί να οριοθετηθεί ή να θωρακιστεί.

Θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να γίνει αυτό; Όχι! Θέλει μόνο μια συνάντηση πότε- πότε. Μια μικρή άδεια από τη δουλειά μας ή σε κάποιο ρεπό μας, μας δίνει τη δυνατότητα να «πεταχτούμε» για να συναντήσουμε το δάσκαλο του παιδιού μας. Αυτή τη χρονιά λοιπόν, ας γνωρίσουμε το δάσκαλο, ας τον αφήσουμε να μας μάθει, ας συζητήσουμε, ας συνεργαστούμε μαζί του.

Τι λέτε; Αξίζει τον κόπο, σωστά;